“ΠΕΡΑΣΑΜΕ ΟΛΗ ΜΑΣ ΤΗ ΖΩΗ ΕΔΩ” – ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΓΕΡΝΟΥΝ ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Μετά από δεκαετίες σκληρής δουλειάς στην Ελλάδα, χιλιάδες μετανάστες και μετανάστριες που ήρθαν τη δεκαετία του ’90 φτάνουν σήμερα στα γηρατειά χωρίς τη σιγουριά μιας σύνταξης, χωρίς σταθερή άδεια παραμονής και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, κουβαλώντας την ίδια ανασφάλεια που σημάδεψε όλη τους τη ζωή.
Χιλιάδες μετανάστες και μετανάστριες που ήρθαν τη δεκαετία του ‘90 στην Ελλάδα και έκτοτε ζουν και εργάζονται εδώ, σήμερα γερνούν. Οι περισσότεροι έφτασαν νέοι, με χέρια δυνατά και την ελπίδα μιας καλύτερης ζωής. Τρεις και πλέον δεκαετίες αργότερα, μπαίνουν στην τρίτη ηλικία.
Το σώμα δεν είναι πια τόσο δυνατό, όμως πρέπει να συνεχίσει να δουλεύει. Ακόμα κι αν ξόδεψε όλη του τη ζωή στο μεροκάματο, δεν έχει δικαίωμα στην ξεκούραση.
Για την μεγάλη πλειοψηφία των μεταναστών και μεταναστριών η ανασφάλεια και ο φόβος που τους συνόδευσαν από τις πρώτες μέρες που βρέθηκαν σ’ έναν ξένο τόπο, μακριά από την οικογένειά τους, δεν τελειώνουν ποτέ. Ανασφάλεια στη δουλειά, ανασφάλεια στα χαρτιά και τώρα ανασφάλεια στα γηρατειά.
“Έχουμε κόσμο που έχει ζήσει εδώ πάνω από 40 χρόνια”, λέει η Λορέτα Μακόλεϊ, από την Οργάνωση Ενωμένων Γυναικών της Αφρικής, περιγράφοντας ανθρώπους που έφυγαν από τις χώρες τους λόγω σκληρών δικτατορικών καθεστώτων, φτώχειας, βίας, οικονομικών αδιεξόδων και ήρθαν στην Ελλάδα για δουλειά και ένα ασφαλέστερο μέλλον.
“Δεν δουλεύαμε μόνο για μας εδώ. Προσπαθούσαμε να βοηθήσουμε και τους δικούς μας ανθρώπους πίσω στην Αφρική. Δεν περιμέναμε από τις φιλανθρωπικές οργανώσεις”, τονίζει.
Η ίδια θυμάται ότι όταν έψαχνε δουλειά, στα γραφεία ευρέσεως εργασίας η οδηγία ήταν μία και απολύτως ξεκάθαρη, “μη ζητάτε ένσημα, γιατί δεν θα σας δώσουν και δεν θα πάρετε και τη δουλειά”.
Το ίδιο περιγράφει και η Έννη Καίσαρη, δεύτερη γενιά μεταναστών από την Αλβανία και μέλος της Πρωτοβουλίας Αλβανών Μεταναστ(ρι)ών και Αλληλέγγυων.
Για πολλούς ανθρώπους που ήρθαν τη δεκαετία του ’90 η ασφάλιση “δεν υπήρχε” ούτε ως απαίτηση ούτε ως πραγματική δυνατότητα, όπως αναφέρει. Πολλοί εργάστηκαν στην οικοδομή, στην καθαριότητα, σε σπίτια, σε δουλειές σκληρές, συχνά αόρατες, χωρίς ένσημα, χωρίς εργόσημο, χωρίς προστασία. Και η ασφάλιση, όπως τονίζει, δεν σημαίνει μόνο σύνταξη. Σημαίνει υγεία, αναρρωτική άδεια, προστασία από εργατικά ατυχήματα, δυνατότητα να διεκδικήσεις απέναντι στον εργοδότη. “Όλα αυτά δεν υπήρχαν”, σημειώνει χαρακτηριστικά.
Η εργασιακή επισφάλεια ήταν κατά κάποιον τρόπο ο πυρήνας, γύρω από τον οποίο οργανώθηκε ολόκληρη η ζωή των μεταναστών και μεταναστριών στην Ελλάδα. Η κ. Καίσαρη περιγράφει ως κοινή μνήμη πολλών παιδιών της δεύτερης γενιάς, τους γονείς που έπρεπε να δουλεύουν “οπωσδήποτε”, ακόμη και άρρωστοι, με 40 πυρετό, καταπονημένοι και “χωρίς άδειες εννοείται”.
“Πολλά παιδιά θα σου πουν ότι δεν θυμούνται γιορτές με τους γονείς του, γιατί δούλευαν”, λέει. “Ειδικά οι μητέρες που, κατά κύριο λόγο, ήταν οικιακές εργαζόμενες. Το κομμάτι της συνεχούς δουλειάς και το να γυρνάνε οι γονείς κουρασμένοι και ταλαιπωρημένοι και το πρωί στις 6 η ώρα πάλι από την αρχή ήταν στάνταρ”, περιγράφει.
Όμως αυτά τα χρόνια ατελείωτης εργασίας δεν ήταν αρκετά για να εγγυηθούν ένα αξιοπρεπές μέλλον. Αντιθέτως, η ίδια επισφάλεια επέστρεφε και επιστρέφει ξανά και ξανά, μέσα από τις άδειες παραμονής, που συνεχώς λήγουν, τα ανύπαρκτα ένσημα, τις υπερβολικά απαιτητικές για τον μεταναστευτικό -και όχι μόνο- πληθυσμό προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, τις διαρκείς αλλαγές στη νομοθεσία.
“Σου κόβουν τα χρόνια που έχεις ζήσει εδώ και σε βάζουν να ξεκινήσεις από την αρχή” λέει η κ. Μακόλεϊ, περιγράφοντας τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν πολλές μετανάστριες από την Αφρική εξαιτίας των διαρκών αλλαγών στο νομοθετικό πλαίσιο για τις άδειες παραμονής αλλά και τον αποκλεισμό ουσιαστικά χιλιάδων από το δικαίωμα στη συνταξιοδότηση.
“Ανθρώπινα δικαιώματα είναι αυτά. Άλλοι μετανάστες σε άλλες χώρες έχουν πάρει σύνταξη, έχουν υπηκοότητα, εδώ πόσοι άνθρωποι έχουν περάσει όλη τους τη ζωή, έχουν σπουδάσει τα παιδιά τους και τους δίνουν άδεια παραμονής διάρκειας 3 ή 4 ετών” τονίζει.
“Και τώρα γεράσαμε” μου λέει, “πολλοί από εμάς δεν έχουμε ασφάλεια, πολλοί δεν μπορούν πια να δουλέψουν ή είναι πολύ δύσκολο να σε πάρει κάποιος για δουλειά μετά τα 50-60”, εξηγεί, περιγράφοντας πόσο δύσκολο και “σκληρό” είναι για ανθρώπους που έχουν χτίσει μια ολόκληρη ζωή εδώ, να αμφισβητείται διαρκώς η ύπαρξή τους.
Να παίρνουν άδειες για λίγα χρόνια, να τρέχουν συνέχεια για ανανεώσεις, να εξαρτώνται από διαδικασίες που συχνά καθυστερούν, αλλάζουν και είναι δυσνόητες, και όλα αυτά χωρίς στο τέλος να έχουν εξασφαλισμένο το θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα της πρόσβασης σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.
“Ξέρω γυναίκες που έχουν αρρωστήσει, που έχουν πάθει εγκεφαλικό και δεν έχουν ασφάλεια” προσθέτει η κ. Μακόλεϊ.
Η ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΛΗΡΟΝΟΜΕΙΤΑΙ ΣΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΓΕΝΙΑ
Το ζήτημα, όμως, δεν αφορά μόνο την πρώτη γενιά. Η επισφάλεια που χαρακτήρισε τη ζωή και την εργασία πολλών μεταναστών και μεταναστριών από τη στιγμή της άφιξής τους στην Ελλάδα, σήμερα “κληρονομείται” και στα παιδιά τους.
“Πέρα από το συναισθηματικό κομμάτι, που έχει βέβαια τη δική του αξία, το ότι βλέπεις τους ανθρώπους που σε μεγάλωσαν να έχουν θυσιάσει τόσα πράγματα, υπάρχει και το πρακτικό, ότι δεν τους δίνεται το δικαίωμα να έχουν μια αξιοπρεπή ζωή, παρότι όλη τους τη ζωή δούλευαν αξιοπρεπώς”, λέει η Έννη Καίσαρη.
Για τη δεύτερη γενιά, η επισφάλεια των γονιών δεν είναι μια αφηρημένη πολιτική συζήτηση, αλλά μια οικογενειακή εμπειρία.
“Έχουμε μεγαλώσει βλέποντας τους γονείς μας να παλεύουν, να τραυματίζονται, να δουλεύουν δύο και τρεις δουλειές την ημέρα για να μπορέσουν να τα βγάλουν πέρα” περιγράφει.
Σήμερα, καθώς οι άνθρωποι αυτοί μεγαλώνουν χωρίς σύνταξη ή με ελάχιστη στήριξη, η ευθύνη της επιβίωσής τους μεταφέρεται συχνά στα παιδιά. Και αυτό συμβαίνει σε μια περίοδο που και η ίδια η δεύτερη γενιά ζει μέσα σε αντίξοες οικονομικά συνθήκες.
Το βάρος αυτό δεν είναι μόνο οικονομικό. Καθώς οι ανάγκες αυξάνονται με την ηλικία (ιατρική περίθαλψη, φαρμακευτική κάλυψη, φροντίδα) η δεύτερη γενιά βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες μιας θεσμικής αδικίας που δεν δημιούργησε η ίδια.
“Το ζήτημα δεν είναι μόνο ότι θα τους αναλάβουμε εμείς και είναι οικονομικά ασύμφορο”, λέει η κ. Καίσαρη. “Είναι και συναισθηματικά και ψυχολογικά δύσκολο να βλέπεις τους γονείς σου να μεγαλώνουν και να εξαρτώνται οικονομικά από σένα”.
ΕΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ
Το ζήτημα της συνταξιοδότησης των μεταναστών και μεταναστριών της πρώτης γενιάς δεν είναι μεμονωμένο. Είναι ένα πρόβλημα που ήδη απασχολεί κοινότητες ανθρώπων που ήρθαν στην Ελλάδα τις προηγούμενες δεκαετίες και θα γίνει ακόμη πιο ορατό τα επόμενα χρόνια, καθώς όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι και εργαζόμενες μεταναστευτικής καταγωγής φτάνουν στην ηλικία της σύνταξης.
Όπως εξηγεί η Έννη Καίσαρη, τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα από την Αλβανία και άλλες βαλκανικές χώρες μετά το 1990 πλησιάζουν πλέον την τρίτη ηλικία. Άνθρωποι που ήρθαν στην Ελλάδα στα 20 ή στα 30 τους, σήμερα βρίσκονται στα 60 ή πλησιάζουν τα 67. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι θεωρητικό. Αφορά το πώς θα επιβιώσουν τα επόμενα χρόνια άνθρωποι που εργάστηκαν στην Ελλάδα για δεκαετίες, συχνά σε καθεστώς ανασφάλιστης ή αδήλωτης εργασίας.
Σύμφωνα με την ίδια, η Πρωτοβουλία Αλβανών Μεταναστ(ρι)ών και Αλληλέγγυων έχει ήδη ξεκινήσει καμπάνια γύρω από το ζήτημα της συνταξιοδότησης.
Όπως εξηγεί, οι προϋποθέσεις που ισχύουν σήμερα αποκλείουν μεγάλο μέρος του μεταναστευτικού πληθυσμού, καθώς απαιτούνται 40 χρόνια μόνιμης και νόμιμης συνεχούς διαμονής στην Ελλάδα, τουλάχιστον 15 χρόνια ασφάλισης και συμπλήρωση του 67ου έτους της ηλικίας.
Για ανθρώπους που έφτασαν τη δεκαετία του ’90, εργάστηκαν για χρόνια ανασφάλιστοι ή με διακεκομμένες άδειες παραμονής, αυτές οι προϋποθέσεις είναι σχεδόν αδύνατο να καλυφθούν. Το ισχύον πλαίσιο μοιάζει, με λίγα λόγια, να αγνοεί την πραγματική ιστορία της μετανάστευσης στην Ελλάδα.
“Παλεύουμε για τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων”
Η Πρωτοβουλία διεκδικεί, μεταξύ άλλων, την αποσύνδεση του χρόνου νόμιμης διαμονής από τον υπολογισμό της σύνταξης, καθώς και μια ουσιαστική διμερή συμφωνία Ελλάδας–Αλβανίας, ώστε να συμψηφίζεται δίκαια ο χρόνος εργασίας στις δύο χώρες.
Πρόκειται για αιτήματα που αφορούν άμεσα την κοινότητα Αλβανών μεταναστών και μεταναστριών στην Ελλάδα, αλλά ανοίγουν ευρύτερα το ζήτημα για όλες τις κοινότητες που μεγαλώνουν στην Ελλάδα χωρίς επαρκή θεσμική προστασία.
“Αυτά είναι αυτονόητα πράγματα”, λέει η κ. Μακόλεϊ. Στην τρίτη ηλικία, “οι άνθρωποι πρέπει να μπορούν να περάσουν τον τελευταίο δρόμο με ασφάλεια, όχι με άγχος και φόβο”.
Η ίδια επιμένει ότι αυτή η διεκδίκηση δεν στρέφεται εναντίον της ελληνικής κοινωνίας. Με αφορμή και τη διαδικτυακή επίθεση που δέχτηκε η Οργάνωση Ενωμένων Γυναικών της Αφρικής τις προηγούμενες ημέρες, με δεκάδες ρατσιστικά σχόλια σε σχετική ανάρτηση, τονίζει ότι ο αγώνας για ίσα δικαιώματα αφορά τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται συνολικά μια κοινωνία.
“Όταν νοικιάζεις ένα σπίτι και λερώνεται, το καθαρίζεις. Δεν το αφήνεις λέγοντας “δεν με νοιάζει””, λέει. ”Έτσι κι εμείς εδώ, στην Ελλάδα. Μας νοιάζει. Παλεύουμε για τα δικαιώματά μας, αλλά και για τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων”.
Όπως αναφέρει, τα ίσα δικαιώματα δεν είναι απειλή ούτε “χάρη” προς τους μετανάστες. Είναι προϋπόθεση για μια κοινωνία πιο δίκαιη και ασφαλή για όλους και όλες.
Η συζήτηση “Γερνώντας χωρίς δικαιώματα” το Σάββατο 4 Ιουλίου στις 19:00, στο πλαίσιο του 27ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ, επιχειρεί να παρουσιάσει στο ευρύ κοινό ακριβώς αυτή τη συνθήκη. Τη ζωή των μεταναστών και μεταναστριών της πρώτης γενιάς που έφτασαν στην Ελλάδα νέοι, εργάστηκαν για δεκαετίες, μεγάλωσαν και σπούδασαν τα παιδιά τους, και σήμερα φτάνουν στην τρίτη ηλικία χωρίς σταθερή άδεια παραμονής, χωρίς ασφάλιση, χωρίς δικαίωμα στη σύνταξη, χωρίς την ασφάλεια ότι θα μπορέσουν να ζήσουν αξιοπρεπώς τα τελευταία χρόνια της ζωής τους.
Η συζήτηση “Γερνώντας χωρίς δικαιώματα” θα πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο του 27ου Αντιρατσιστικού Φεστιβάλ στο Άλσος Γουδή
Σάββατο 4 Ιουλίου στις 19:00, στον χώρο συζητήσεων Β
Συζητούν:
- Hawa Sankoh, συνιδρύτρια της Οργάνωσης Ενωμένων Γυναικών της Αφρικής (UAWO)
- Deborah Carlos–Valencia, συνιδρύτρια KASAPI Hellas, DIWATA, Munting Nayon, εκπρόσωπος Melissa Network
- Έννη Καίσαρη, μέλος της Πρωτοβουλίας Αλβανών Μεταναστ(ρι)ών και Αλληλέγγυων
- Άντλα Σασάτη, Ελληνικό Φόρουμ Μεταναστών, Rootes: Migrants Memory Solidarity Collective
Συντονίζει:
- Συντορέλα Χαμίτι, υποψήφια διδάκτωρ στο Τμήμα Πολιτικών Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής
Διοργάνωση:
- Οργάνωση Ενωμένων Γυναικών της Αφρικής