Πάολα Ρεβενιώτη 1958 – 2026

Διαβάζεται σε 5'
Πάολα Ρεβενιώτη
Πάολα Ρεβενιώτη SOOC

Η Πάολα Ρεβενιώτη ήταν πρωτίστως μια ηγετική φυσιογνωμία της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, οι υπόλοιποι, μπορούσαμε να περιμένουμε να μιλήσουμε για εκείνη μετά την κηδεία της. Έπρεπε, πρώτα, να ακουστούν οι δικοί της άνθρωποι.

Θαύμαζα πολύ την Πάολα Ρεβενιώτη.

Παρόλα αυτά, όταν μαθεύτηκε η είδηση του θανάτου της, αντιστάθηκα στην παρόρμηση να ορμήσω στο πληκτρολόγιο. Το πένθος στη δημόσια εκδήλωσή του διέπεται από πανάρχαιους, άγραφους κανόνες και ιεραρχίες που ορίζονται από το βαθμό συγγένειας με τον τεθνεώτα.

Η Πάολα Ρεβενιώτη ήταν πρωτίστως μια ηγετική φυσιογνωμία της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, οι υπόλοιποι, μπορούσαμε να περιμένουμε να μιλήσουμε για εκείνη μετά την κηδεία της.

Έπρεπε, πρώτα, να ακουστούν οι δικοί της άνθρωποι.

Δεν χρειάζεται να αναφέρω ότι δεν είχαμε τίποτα κοινό και ο λόγος που κάνω αυτή την άχρηστη δήλωση είναι γιατί πιστεύω ότι πάνω απ’ όλα πρέπει να εξάρουμε το γεγονός ότι πέραν της ακτιβιστικής της δράσης, ήταν ο δημόσιος λόγος της που υπερέβαινε τις ταυτότητες, τις τάξεις, τα βιώματα. Η φωνή της Πάολας Ρεβενιώτη ήταν αληθινά επιδραστική και κανείς δεν μπορούσε να αγνοήσει τις παρεμβάσεις της.

Βέβαια, μου άρεσε πολύ και το χιούμορ της, ειδικά όταν έκανε πλάκα για τους άντρες ως φύλο. Όλα αυτά τα σατιρικά στερεότυπα που αναπαράγουμε οι γυναίκες για να ξεδώσουμε, όταν βρισκόμαστε με τις φίλες μας, δημιουργούσαν το είδος της ταύτισης που τελικά οδηγούσε σε ένα δυνατό αίσθημα κάθαρσης ακριβώς γιατί τα έγραφε με μεγάλη ελευθεριότητα αλλά και κατανόηση. Την ανθρώπινη κατάσταση είναι που σατίριζε διαρκώς, όχι τα φύλα.

Σ’ένα δεύτερο, βαθύτερο, επίπεδο με εντυπωσίαζε και με συγκινούσε ότι αν και είχε υποστεί πολλά και ως τρανς γυναίκα και ως εκδιδόμενη, δεν είχε γίνει μισάνθρωπος. Η μισανθρωπία, διάχυτη σήμερα ακόμα και μεταξύ προνομιούχων, φαίνεται ότι ήταν για εκείνη άγνωστο συναίσθημα. Δεν επέτρεψε όσα έζησε να καθορίσουν τον τρόπο που έβλεπε η ίδια τον εαυτό της.

Ταυτιζόμουν βέβαια και με τη μανία της για τον Τύπο, ειδικά τα θεματικά περιοδικά και φυσικά τα ντοκιμαντέρ.

Όμως, το αποτύπωμα που άφησε σε μένα ήταν πάνω απ’ όλα πολιτικό. Χάρις στην Πάολα Ρεβενιώτη συνειδητοποίησα ότι η υπεράσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει έναν αναπόδραστα ταξικό χαρακτήρα.

Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, οι Φιλελεύθεροι ξεκίνησαν ως μια «δεξιά αίρεση». Προβεβλημένα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας ήταν όσοι μίλησαν, καθαρά, για Φιλελευθερισμό. Το όνομα Στέφανος Μάνος τα λέει όλα.

Οπότε και οι τόνοι ήταν οι ανάλογοι: αστική, ευπρεπής, μετριοπάθεια που κόμπαζε ότι ευαγγελιζόταν «αντιδημοφιλείς αλήθειες», άσχετα αν «ο χώρος» μάζευε, τελικά, «ψηφαλάκια» μόνο όταν τα στελέχη του εντάσσονταν στα ψηφοδέλτια της Δεξιάς, την κυρίαρχη ιδεολογία της οποίας τελικά νομιμοποιούσαν. Δεν ήταν και τόσο ανυπόστατη η κριτική για τους «Φιλελεύθερους του Κολωνακίου».

Σε αυτό τον περιθωριακό χώρο λοιπόν, οι Φιλελεύθεροι μιλάμε για τα ΛΟΑΤΚΙ δικαιώματα, εν πολλοίς, ως «υποψήφιες σε διαγωνισμό Μις Υφήλιος». Φυσικά και είμαστε παρόντες σε όλα τα Pride, συνυπογράφουμε τις ατζέντες και τα αιτήματα γιατί τα αναγνωρίζουμε ως ατομικά δικαιώματα που βέβαια είναι αλλά από μόνη της αυτή η διατύπωση κρύβει την αλήθεια που η Πάολα Ρεβενιώτη σήκωσε το δάχτυλο και έδειξε χωρίς μισόλογα:

«Οι Έλληνες δεν μισούν τις αδελφές τους gay, τους πούστηδες και όπως τους αποκαλούν. Ούτε μισούν τους κλέφτες και αυτούς που πίνουν ναρκωτικά.

Μισούν τους φτωχούς gay και τους φτωχούς κλέφτες ή εξαρτημένους.

Aν είσαι πάμπλουτος και gay που δεν το διεκδικείς, αλλά λες αστειάκια και χαριτωμένα πράματα και δήμαρχο σε βγάζουν.

Aν είσαι κοκάκιας πλούσιος και πεθάνεις, σε κλαίνε 3 μήνες.

Στην φτώχεια είναι ρατσιστές, άσχετα αν και αυτοί είναι φτωχομπινέδες».

Στα λόγια της προσθέτω πλέον και τους μετανάστες κι αυτό έγινε ξεκάθαρο μετά την εφαρμογή του αίσχους της Χρυσής Βίζας.

Σήμερα, οποιαδήποτε ανάλυση και ρητορική που αγνοεί ή αποκρύπτει συνειδητά τις ανισότητες και τον ταξικό χαρακτήρα των διεκδικήσεων, δεν μπορεί να λογίζεται για φιλελεύθερη και προοδευτική.

Προφανώς και το φιλελεύθερο βλέμμα είναι γεμάτο καχυποψία όταν κοιτάζει τον ριζοσπαστισμό αφενός γιατί οι ριζοσπάστες αγνοούν, επιδεικτικά, την ευαλωτότητα των θεσμών της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αφετέρου γιατί εξαντλούνται στους εύκολους και λαϊκίστικους πολέμους των ταυτοτήτων που αφήνουν χώρο και στο ρατσιστικό μίσος (π.χ.αντισημιτισμός) το οποίο εκλογικεύουν.

Όλα τα παραπάνω μου τα έκανε σαφή με τις παρεμβάσεις της η Πάολα Ρεβενιώτη. Η «κυρία Ρεβενιώτη» όπως την αποκαλούσα για να εισπράττω, κάθε φορά που το άκουγε, ένα καλόκαρδο βλέμμα, όλο κατανόηση, για την ανάγκη μου να της απευθύνομαι στον πληθυντικό.

Αν είχα παιδιά είναι βέβαιο ότι θα φρόντιζα να γνωρίζουν την Πάολα Ρεβενιώτη ως υπόδειγμα Ελληνίδας με παρρησία που δεν επέτρεψε στο μίσος και την απόρριψη που εισέπραξε «να της σκληρύνουν την πέτσα» και μας έδειξε με τη ζωή της πως το ατομικό δικαίωμα αποκτά υπόσταση όταν τελικά το διεκδικείς για ολόκληρη την κοινωνία και ειδικά για όσους δεν έχουν φωνή.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα