Πώς τα πλήγματα του Τραμπ στο Ιράν ανέτρεψαν το σκηνικό στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ
Διαβάζεται σε 6'
Ο Τραμπ άλλαξε την ατζέντα του ΝΑΤΟ με τα πλήγματα στο Ιράν μετά τα “καρφιά” για τους “άπιστους συμμάχους”.
- 08 Ιουλίου 2026 08:57
Ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε το βράδυ της Τρίτης πλήγματα στο Ιράν και άλλαξε την ατζέντα της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ μετατοπίζοντας τη συζήτηση από τις αμυντικές δαπάνες και τη στήριξη της Ουκρανίας στη γεωπολιτική σκακιέρα.
Ο Τραμπ ανακάλεσε, παράλληλα, την άδεια που επέτρεπε στην Τεχεράνη να διοχετεύει το πετρέλαιό της στη διεθνή αγορά.
Οι επιθέσεις στο Ιράν ήρθαν ως αντίποινα για το πλήγμα που υπέστησαν τρία εμπορικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ, και “τινάζουν στον αέρα” την κατ’ αρχήν συμφωνία που υπέγραψαν Τεχεράνη και Ουάσιγκτον στα μέσα Ιουνίου.
Ο Τραμπ έδωσε την εντολή για τις επιθέσεις αμέσως μετά την αποχώρησή του από το δείπνο που παρέθεσε ο Τούρκος Πρόεδρος, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Αν και ο Τραμπ απέφυγε να τοποθετηθεί δημοσίως για το θέμα το ίδιο βράδυ, η ανάληψη στρατιωτικής δράσης από Αμερικανό Πρόεδρο κατά τη διάρκεια παραμονής του στο εξωτερικό αποτελεί σπάνιο φαινόμενο, όπως γράφει το AP, με εξαίρεση το 2011, όταν ο Μπαράκ Ομπάμα ενέκρινε τις επιχειρήσεις στη Λιβύη ενώ βρισκόταν σε επίσημη επίσκεψη στη Βραζιλία.
Τα “καρφιά” Τραμπ για τους Συμμάχους και τη “χάρτινη τίγρη”
Η ευρωπαϊκή πλευρά και ο Καναδάς αντιμετώπιζαν ήδη με σκεπτικισμό την πιθανότητα να εγείρει ο Τραμπ νέες αξιώσεις σχετικά με την αμερικανοϊσραηλινή σύγκρουση με το Ιράν, για την οποία δεν είχαν ερωτηθεί. Η απαίτηση του Τραμπ για απόλυτη “συμμαχική πίστη” και ο χαρακτηρισμός του ΝΑΤΟ ως “χάρτινη τίγρη” —μετά την άρνηση ορισμένων κρατών να επιτρέψουν τη χρήση των βάσεών τους για επιθέσεις κατά του Ιράν— είχαν ήδη δημιουργήσει πόλωση.
Μάλιστα, κατά τη συνάντησή του με τον Ερντογάν, ο Τραμπ παραδέχθηκε απερίφραστα ότι η έκκληση για βοήθεια στον πόλεμο του Ιράν αποτελούσε ένα είδος δοκιμασίας για τους συμμάχους. “Η Ιταλία, η Γερμανία και η Γαλλία μάς αρνήθηκαν”, δήλωσε χαρακτηριστικά. “Αυτό είναι δικαίωμά τους. Όμως, για ποιον λόγο εμείς να δαπανούμε εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια όταν εκείνοι δηλώνουν απόντες στις δικές μας ανάγκες;” είπε.
Δεν φαίνεται να δούλεψε το “μασάζ” του Ρούτε στον Τραμπ
Παραδοσιακά, οι σύνοδοι του ΝΑΤΟ λειτουργούν ως μοχλός επίδειξης ενότητας και αποτροπής έναντι εξωτερικών απειλών. Η ανάγκη αυτή κρίνεται σήμερα πιο επιτακτική από ποτέ, δεδομένης της συνεχιζόμενης ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και των διάχυτων φόβων για ενδεχόμενη επέκταση της ρωσικής επιθετικότητας στην υπόλοιπη Ευρώπη.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, είχε μεταβεί τον περασμένο μήνα στην Ουάσινγκτον, επιδιώκοντας να κατευνάσει τις αιτιάσεις του Αμερικανού προέδρου. Ο Ρούτε εξήρε το λεγόμενο “Τρισεκατομμύριο του Τραμπ” —αναφερόμενος στα 1,2 τρισεκατομμύρια δολάρια που έχουν προσθέσει στην άμυνά τους οι Ευρωπαίοι και ο Καναδάς από το 2017—, ενώ στην Άγκυρα παρουσίασε ένα ευρύ πλέγμα εξοπλιστικών προγραμμάτων. Τα κεφάλαια αυτά, προοριζόμενα σε μεγάλο βαθμό για αμερικανικές αμυντικές βιομηχανίες, αναμένεται να δημιουργήσουν χιλιάδες θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ.
Παρά τις προσδοκίες των Νατοϊκών διπλωματών ότι ο Τραμπ θα εμφανιζόταν ικανοποιημένος από αυτή την εξέλιξη, οι πρώτες δηλώσεις του επί τουρκικού εδάφους προϊδεάζουν για το αντίθετο.
Ο Αμερικανός Πρόεδρος επέλεξε τις παραμονές της συνόδου για να ανακινήσει το ζήτημα της Γροιλανδίας, αξιώνοντας τον έλεγχο της ημιαυτόνομης περιοχής από τις ΗΠΑ εις βάρος της Δανίας. Η κίνηση αυτή έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την ιδρυτική διακήρυξη του ΝΑΤΟ, η οποία βασίζεται στην αμοιβαία υπεράσπιση των εδαφών των μελών του και όχι στην αμφισβήτηση της κυριαρχίας τους.
Το όραμα ΗΠΑ για ένα “ΝΑΤΟ 3.0”
Η ρητορική του Τραμπ βασίζεται διαχρονικά στη θέση ότι οι ΗΠΑ επωμίζονται δυσανάλογο βάρος για την ασφάλεια της Ευρώπης. Στην περσινή σύνοδο, τα μέλη είχαν δεσμευτεί για τη διάθεση του 5% του ΑΕΠ τους στην άμυνα (3,5% για εξοπλισμούς και 1,5% για υποδομές μεταφορών).
Ενόψει της φετινής συνάντησης, ο Ρούτε ζήτησε την κατάθεση “σαφών, συγκεκριμένων και αξιόπιστων σχεδίων” για την επίτευξη των στόχων. Ωστόσο, τα πρόσφατα στοιχεία δείχνουν ότι χώρες όπως η Σλοβενία, το Βέλγιο, η Ισπανία και η Τσεχία δυσκολεύονται να προσεγγίσουν ακόμη και τον παλαιότερο στόχο του 2%, γεγονός που ενδέχεται να τις φέρει σε τροχιά σύγκρουσης με την Ουάσινγκτον.
Το όραμα της αμερικανικής διοίκησης αφορά ένα πιο ευέλικτο “ΝΑΤΟ 3.0”. Σε αυτό το μοντέλο, η Ευρώπη καλείται να αναλάβει την αποκλειστική ευθύνη της συμβατικής της ασφάλειας —συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης του μετώπου της Ουκρανίας—, με τις ΗΠΑ να περιορίζονται στην παροχή της πυρηνικής τους ομπρέλας.
Το μεγάλο ερώτημα για τους Ευρωπαίους συμμάχους παραμένει η έκταση της σχεδιαζόμενης μείωσης των αμερικανικών δυνάμεων στην ήπειρο. Το Πεντάγωνο έχει ήδη ξεκινήσει μια εξάμηνη αξιολόγηση, η οποία θα εξαρτηθεί άμεσα από τους ρυθμούς αύξησης των ευρωπαϊκών αμυντικών δαπανών και τη διαθεσιμότητα των τοπικών στρατιωτικών υποδομών για τις αμερικανικές δυνάμεις.
Η Ουκρανία και οι νέες γεωπολιτικές ισορροπίες στη Μέση Ανατολή
Στο περιθώριο των εξελίξεων, ο Πρόεδρος της Ουκρανίας, Βολοντίμιρ Ζελένσκι, απηύθυνε εκ νέου έκκληση για την άμεση ένταξη της χώρας του στη Συμμαχία, προτάσσοντας την τεράστια πολεμική εμπειρία των δυνάμεών του.
Κατά την προγραμματισμένη συνάντησή του με τον Τραμπ στην Άγκυρα, ο Ζελένσκι αναμένεται να αναδείξει τις επιχειρησιακές δυνατότητες της Ουκρανίας, όπως τα πλήγματα σε στρατηγικούς και ενεργειακούς στόχους βαθιά εντός του ρωσικού εδάφους, σημειώνοντας παράλληλα ότι οι απώλειες των ρωσικών δυνάμεων αγγίζουν τις 30.000 στρατιώτες μηνιαίως. Η αγωνία στην Ανατολική και Βόρεια Ευρώπη εντείνεται, καθώς πληθαίνουν οι ενδείξεις ότι η Μόσχα, πιεζόμενη στο ουκρανικό μέτωπο, ενδέχεται να καταφύγει σε υβριδικές επιθέσεις κατά ευρωπαϊκών στόχων.
Τέλος, το ενδιαφέρον στρέφεται και στην επικείμενη συνάντηση του Τραμπ με τον νέο πρόεδρο της Συρίας, Αχμάντ αλ-Σάραα, ο οποίος ηγήθηκε της ανατροπής του καθεστώτος Άσαντ τον Δεκέμβριο του 2024. Παρά το πρότερο παρελθόν του στις τάξεις των ισλαμιστών ανταρτών, ο αλ-Σάραα απολαμβάνει πλέον τη στήριξη της Ουάσινγκτον στην προσπάθειά του για την ανοικοδόμηση της Συρίας και την αποκατάσταση των σχέσεων με τη Δύση.
Η δημόσια εκφρασμένη εκτίμηση του Τραμπ ότι ο αλ-Σάραα θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τη Χεζμπολάχ στον Λίβανο αποτελεσματικότερα από τον ισραηλινό στρατό έχει προκαλέσει έντονη νευρικότητα σε Βηρυτό και Τελ Αβίβ, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος ο Σύρος ηγέτης έχει απορρίψει κατηγορηματικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο.