ΕΙΔΑΜΕ ΤΗΝ ΑΛΚΗΣΤΗ ΤΟΥ ΚΑΡΑΝΤΖΑ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ – ΕΚΕΙ ΟΠΟΥ ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΒΙΑ
Ο Δημήτρης Καραντζάς μετατρέπει την Άλκηστη σε ένα σκοτεινό σκηνικό πεδίο για τη γυναικεία θυσία, την πατριαρχική εξουσία και τη συλλογική ευθύνη – Οι εντυπώσεις μας
Η «Άλκηστις» είναι ένα από τα πλέον αινιγματικά και υφολογικά απείθαρχα έργα του Ευριπίδη. Παρουσιάστηκε το 438 π.Χ. στην τέταρτη θέση μιας τετραλογίας, εκεί όπου κανονικά θα αναμενόταν ένα σατυρικό δράμα, και έκτοτε αντιστέκεται πεισματικά στις “απόλυτες” κατατάξεις.
Είναι τραγωδία, αλλά επιτρέπει στο γέλιο να εισβάλει στην πιο ακατάλληλη στιγμή. Είναι έργο πένθους, αλλά οδηγείται σε μια απροσδόκητη επιστροφή από τον θάνατο. Και μιλά για μια αυτοθυσία, την ώρα που υπονομεύει διαρκώς την ηθική αυταρέσκεια εκείνων που την αποδέχονται.
Αυτή η διφυής φύση της «Άλκηστης» αποτελεί και το μεγάλο σκηνοθετικό στοίχημα οποιουδήποτε καταπιάνεται με αυτή, στην προκειμένη για τον Δημήτρη Καραντζά που αποφάσισε να ακροβατήσει μέσα στη “ρωγμή”, αφήνοντας το τραγικό με το γελοίο να συγκρουστούν, να αλληλοϋπονομευθούν και τελικά να αποκαλύψουν το ένα τη σκοτεινή όψη του άλλου.
Η παράσταση που έστησε κινείται διαρκώς στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου. Ανάμεσα στην τελετουργία και στο θέαμα, στο πένθος και στη γελοιότητα, στη συντριβή ενός ανθρώπου και στην αμηχανία μιας κοινωνίας που παρακολουθεί τη θυσία του.
Η Άλκηστη ως μια σύγχρονη πολιτική παραβολή για την εξουσία, το φύλο και την κοινωνική νομιμοποίηση της θυσίας.
Ο Άδμητος έχει καταδικαστεί να πεθάνει, αλλά ο Απόλλων τού εξασφαλίζει τη δυνατότητα να διαφύγει από τη μοίρα του, εφόσον κάποιος άλλος δεχθεί να πεθάνει στη θέση του. Οι γονείς του αρνούνται. Η σύζυγός του, Άλκηστις, προσφέρει τον εαυτό της ως αντάλλαγμα.
Η πράξη παρουσιάζεται παραδοσιακά ως η ύψιστη απόδειξη συζυγικής αφοσίωσης και αυτοθυσίας. Ωστόσο, η Άλκηστη δεν είναι απλώς μία ηρωίδα που αποφασίζει να πεθάνει, εκθέτει τον κοινωνικό μηχανισμό που βρίσκεται πίσω από την απόφασή της: μια πατριαρχική τάξη πραγμάτων στην οποία η γυναίκα καλείται να εξαφανιστεί για να συνεχίσει ο άνδρας να υπάρχει, να κυβερνά και να εκπροσωπεί το σύνολο.
Γι αυτό και η θυσία της αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας δημόσιας και προαναγγελθείσας δολοφονίας. Όλοι γνωρίζουν τι πρόκειται να συμβεί. Όλοι θρηνούν. Κανείς, όμως, δεν το εμποδίζει. Η Άλκηστις πεθαίνει μπροστά σε μια κοινότητα που μετατρέπει τον θάνατό της σε τελετουργία και την ίδια σε πρότυπο αρετής. Η εξύμνησή της λειτουργεί ταυτόχρονα ως συγκάλυψη της βίας που υφίσταται.
Ένα σκηνικό ζωντανό που βγάζει ήχους και αναπνέει
Μπαίνοντας στην αργολική ορχήστρα, η εικόνα σε υποβάλλει σχεδόν αυτόματα. Μία μεταλλική επικλινής κατασκευή δεσπόζει, πάνω της είναι ξαπλωμένος ημίγυμνος ο θεός Απόλλωνας – ο Κώστας Νικούλι- και στην απόληξη της κατασκευής βρίσκεται ο Θάνατος – Θεοδώρα Τζήμου. Βυθισμένη στους μαύρους όγκους του πλούσιου φορέματός της, μοιάζει παγιδευμένη και ταυτόχρονα ριζωμένη μέσα στον ίδιο τον σκηνικό τόπο. Το βλέμμα της ψυχρό, απλανές.
Η παράσταση ξεκινά και ο σκηνικός χώρος του Κωνσταντίνου Σκουρλέτη δεν λειτουργεί πια μόνο ως φόντο, αλλά ως ένας ζωντανός οργανισμός μοιάζει να αναπνέει, να πάλλεται και να παράγει τη δική του απειλή.
Θυμίζει υπερμεγέθη λύρα, το κατεξοχήν όργανο του Απόλλωνα, συνδεδεμένο με το φως, τη μουσική, την αρμονία και τη ζωή. Μόνο που εδώ, αποτελεί μηχανισμό θανάτου. Τα μεταλλικά σύρματα του χώρου γίνονται χορδές που δεν παράγουν μελωδία, αλλά απόκοσμους απειλητικούς ήχους, είναι σαν να έχει περάσει το απολλώνιο όργανο στην επικράτεια του Άδη.
Η αντίφαση αυτή συμπυκνώνει ολόκληρη τη σκηνοθετική ανάγνωση. Η σωτηρία του Άδμητου, που εξασφαλίστηκε με την παρέμβαση του Απόλλωνα, δεν αποκαθιστά την αρμονία. Την παραβιάζει. Η λύρα, σύμβολο τάξης και φωτός, γεννά τη δυσαρμονία, επειδή η ζωή του ενός έχει οικοδομηθεί πάνω στον θάνατο του άλλου.
Στις δύο πλευρές της κατασκευής ανοίγονται μεγάλες καταπακτές, από τις οποίες αναδύονται και στις οποίες εξαφανίζονται οι ήρωες και ο χορός. Τα σώματα ξεχύνονται από τα ανοίγματα, έρπουν πάνω στην ολισθηρή επιφάνεια και προσπαθούν σταδιακά να σταθούν όρθια. Η κίνησή τους δεν είναι ποτέ απολύτως ασφαλής. Κάθε βήμα περιέχει τον κίνδυνο της πτώσης. Η σκηνή γίνεται έτσι ένας τόπος διαρκούς μετάβασης. Οι ήρωες μοιάζουν να προσπαθούν να ισορροπήσουν όχι μόνο πάνω στην επικλινή κατασκευή, αλλά και ανάμεσα στην ύπαρξη και στην ανυπαρξία. Δεν κατοικούν απλώς σε έναν κόσμο όπου υπάρχει ο θάνατος. Ζουν μέσα στον μηχανισμό του.
Τα χέρια της Θεοδώρας Τζήμου “συνδέονται” νοερά με τις μεταλλικές χορδές. Οι κινήσεις της, πότε ανεπαίσθητες και πότε απότομες, κάνουν ολόκληρο το σκηνικό να αντηχεί (η μουσική και οι ηχητικές κατασκευές είναι του Παναγιώτη Μανουηλίδη). Ο Θάνατος βρίσκεται επί σκηνής και “παίζει” τη σκηνή σαν μουσικό όργανο. Ελέγχει τον ήχο, τον ρυθμό και την αναπνοή της.
Ανάμεσα σε δύο θανάτους
Η Άλκηστις μοιάζει με πρόσωπο εγκλωβισμένο «ανάμεσα σε δύο θανάτους» (όπως πολύ εύστοχα αναφέρεται στο πρόγραμμα της παράστασης): στον κατά τον Λακάν συμβολικό θάνατο, όταν το υποκείμενο χάνει τη θέση και τη φωνή του μέσα στην κοινωνική τάξη, και τον πραγματικό, βιολογικό θάνατο.
Πριν ακόμη πεθάνει, η Άλκηστις έχει ήδη περιοριστεί στον ρόλο της συζύγου και της μητέρας που καλείται να εξασφαλίσει τη συνέχεια του οίκου του Αδμήτου. Προσφέροντας το σώμα της για να ζήσει εκείνος, μετατρέπεται σε αντάλλαγμα μέσα σε ένα σύστημα που εξυψώνει τη γυναικεία αυτοθυσία ως αρετή.
Η επικλινής σκηνή και ο Θάνατος που παραμένει αδιάκοπα παρών μετατρέπουν τον σκηνικό χώρο σε αυτή ακριβώς τη μεταιχμιακή περιοχή: εκεί όπου η Άλκηστις είναι ζωντανή, αλλά αντιμετωπίζεται ήδη ως νεκρή και, αργότερα, επιστρέφει χωρίς να αποκαθίσταται πραγματικά στη ζωή.
Ο Ηρακλής επαναφέρει το σώμα της, όχι όμως και τη φωνή της. Η Άλκηστις επιστρέφει βουβή, ο διάλογος παραμένει στα χέρια των ανδρών που την παραδίδουν και την παραλαμβάνουν. Η επιστροφή της δεν αποτελεί θριαμβευτική ανάσταση, αλλά την επάνοδο μιας φασματικής μορφής που φέρει ανεξίτηλο το τραύμα της θυσίας. Είναι και δεν είναι. Το σώμα της μπορεί να επιστραφεί, όχι όμως να αναιρεθεί η βία ή να αποκατασταθεί η φωνή που της αφαίρεσε η ίδια η τάξη των πραγμάτων.
Οι ερμηνείες
Η Θεοδώρα Τζήμου, στον ρόλο του Θανάτου, καταθέτει μία από τις πιο επιβλητικές ερμηνείες της παράστασης. Σχεδόν ακίνητη μέσα στους μαύρους όγκους του κοστουμιού της, με βλέμμα παγωμένο και κινήσεις αυστηρά μετρημένες, μοιάζει να ενσαρκώνει τον Θάνατο. Η παρουσία της είναι απόκοσμη, απειλητική, σαν μια δύναμη που υπήρχε στον χώρο πριν ακόμη αρχίσει η παράσταση και θα παραμείνει εκεί μετά το τέλος της.
Η Ηρώ Μπέζου προσεγγίζει την Άλκηστη με εντυπωσιακή οικονομία και εσωτερική δύναμη. Η ερμηνεία της αποφεύγει να καταστήσει την ηρωίδα ένα άψυχο σύμβολο αυτοθυσίας, την επαναφέρει στην ανθρώπινη διάστασή της. Η Άλκηστις δεν είναι μόνο η ιδανική σύζυγος που πεθαίνει για τον άνδρα της. Είναι ένας άνθρωπος που αφήνει πίσω τα παιδιά του, που φοβάται την εξαφάνιση και που, ακόμη και λίγο πριν από τον θάνατο, προσπαθεί να εξασφαλίσει ότι η θέση της δεν θα καταληφθεί εύκολα από μια άλλη γυναίκα.
Ο Γιάννης Νιάρρος προσεγγίζει τον Άδμητο ως έναν άνθρωπο που έχει μάθει να θεωρεί τη σωτηρία του αυτονόητο δικαίωμα και αποδίδει εύστοχα τη σταδιακή ηθική απογύμνωσή του. Έξοχα δουλεμένος ο ηθοποιός -επιτέλους απομακρύνεται από την προσωπική του μανιέρα- με τον τόνο της φωνής, την κίνηση και τις ξαφνικές μεταπτώσεις του επιτρέπει στον Άδμητο να γίνει ταυτόχρονα τραγικός και γελοίος.
Ο Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης δίνει μία από τις καλύτερές του ερμηνείες ως Φέρης αξιοποιώντας τη λεπτή κωμική διάσταση του ρόλου του, χωρίς να αποδυναμώνει τη σκληρότητα της σύγκρουσης πατέρα και γιου. Αντίθετα, η ειρωνεία κάνει ακόμη πιο εμφανή την υποκρισία του Άδμητου, ο οποίος κατηγορεί τους γονείς του επειδή δεν δέχθηκαν να πεθάνουν για εκείνον, ενώ ο ίδιος επέτρεψε στη γυναίκα του να το πράξει.
Με την άφιξη του Ηρακλή που υποδύεται ο Γιώργος Ζυγούρης, το έργο αλλάζει απότομα θερμοκρασία. Ο Ευριπίδης εισάγει μέσα στο σπίτι του πένθους έναν ήρωα που τρώει, πίνει και διασκεδάζει, επειδή αγνοεί ότι η Άλκηστις έχει πεθάνει. Η τραγωδία υποχωρεί προσωρινά μπροστά σε μια σχεδόν αριστοφανική κωμικότητα.
Ο Γιώργος Ζυγούρης εκμεταλλεύεται πλήρως αυτή τη μεταβολή. Ο Ηρακλής του φοράει στις πλάτες του ένα ακορντεόν και ισορροπεί ανάμεσα στον μυθικό ήρωα και στον θορυβώδη, γήινο άνθρωπο του γλεντιού.
Ιδιαίτερα λειτουργικό είναι το δίπολο που σχηματίζει με τον Υπηρέτη Αινεία Τσαμάτη. Η δυσφορία του ανθρώπου που πενθεί απέναντι στον ανυποψίαστο φιλοξενούμενο είναι τόσο ασύμβατα και ταυτόχρονα τόσο ειρωνικά απολαυστικά.
Η Δήμητρα Βλαγκοπούλου, στον ρόλο της Υπηρέτριας, μεταφέρει με καθαρότητα και ακρίβεια την ένταση της εξωσκηνικής δράσης. Αποφεύγοντας τις υπερβολές, αποδίδει το πένθος ενός ανθρώπου που δεν συμμετέχει σε μια αφηρημένη τελετουργία, αλλά θρηνεί ένα συγκεκριμένο, αγαπημένο πρόσωπο.
Ο Κώστας Νικούλι δίνει στον Απόλλωνα μια νευρώδη, συναισθηματική και δυναμική παρουσία. Δεν εμφανίζεται ως απόμακρη θεότητα, αλλά ως δύναμη που διεκδικεί, συγκρούεται και αποτυγχάνει να ελέγξει πλήρως τις συνέπειες της παρέμβασής της.
Ο Χορός (Αντώνης Αντωνόπουλος, Ελισσαίος Βλάχος, Δημήτρης Καυκάς, Γιώτα Κουϊτζόγλου, Κατερίνα Λάττα, Ιωάννης Μπάστας, Μαρία Μοσχούρη, Άγγελος–Προκόπης Νεράντζης, Γιώργος Σκαρλάτος) εκπροσωπεί την πόλη των Φερών, παρατηρώντας, σχολιάζοντας και κρίνοντας τις πράξεις του Αδμήτου.
Παρά τη σωματική συνοχή και την ακρίβεια του συνόλου, η παρουσία του ήταν σε στιγμές θαμπή και δεν αναδείχθηκε όσο θα περίμενε κανείς μέσα σε μια παράσταση που θέτει στο επίκεντρο τη συλλογική ευθύνη.
Το τίμημα της επιστροφής και το συμπέρασμα
Δεν θα σταθώ στις επιμέρους αστοχίες της παράστασης ούτε σε ορισμένα προβλήματα ρυθμού που υπήρξαν. Είδαμε, άλλωστε, την πρεμιέρα της παράστασης και μάλιστα στην αχανή ορχήστρα της Επιδαύρου.
Θα σταθώ, όμως, σε κάτι ουσιαστικότερο: στο γεγονός ότι κάθε δουλειά του Δημήτρη Καραντζά έχει έναν σαφή λόγο ύπαρξης και συνιστά μια θέση απέναντι στα πράγματα. Στην «Άλκηστη», αυτή η πρόθεση αποτυπώνεται καθαρά. Την τοποθετεί σε έναν κόσμο ασταθή, μεταλλικό και επικλινή, όπου τα σώματα πασχίζουν να σταθούν όρθια, ενώ όλα μοιάζουν να τα ωθούν προς την πτώση και τον θάνατο. Η σκηνή δεν αποτελεί απλώς τον χώρο μέσα στον οποίο εκτυλίσσεται ο μύθος. Γίνεται η υλική έκφραση μιας διαταραγμένης ηθικής τάξης, ενός συστήματος που διασφαλίζει τη ζωή ενός άνδρα απαιτώντας τον αφανισμό μιας γυναίκας.
Η επιστροφή της Άλκηστης στη ζωή δεν κλείνει την πληγή ούτε απαλλάσσει κανέναν από την ευθύνη. Το σώμα επιστρέφει, αλλά η θυσία έχει ήδη συντελεστεί, η βία έχει εγγραφεί ανεξίτηλα πάνω του και η προηγούμενη τάξη πραγμάτων έχει οριστικά διαρραγεί.
Η ειρωνεία δεν μειώνει το πένθος, το απογυμνώνει από τη ρητορεία του, το γέλιο δεν ακυρώνει την οδύνη, αλλά αποκαλύπτει την κοινωνική και ηθική παραμόρφωση που τη γέννησε. Ο Δημήτρης Καραντζάς αρνείται να προσφέρει στον θεατή μια ασφαλή συναισθηματική θέση, τον κρατά μετέωρο μέσα στην ίδια αμφισημία που διατρέχει το ευριπίδειο έργο.
Σε αυτό το αυτόνομο σύμπαν που συνθέτει, η ζωή και ο θάνατος δεν λειτουργούν ως αντίθετοι πόλοι, αλλά ως δυνάμεις που συνυπάρχουν και αλληλοτροφοδοτούνται. Η σωτηρία δεν είναι αθώα, η αγάπη δεν αποκλείει την ιδιοτέλεια και η θυσία δεν μπορεί να εξυμνηθεί χωρίς να εξεταστεί ποιος την απαίτησε, ποιος ωφελήθηκε από αυτήν και ποιος έμεινε τελικά χωρίς φωνή.
Ο Δημήτρης Καραντζάς δεν επιστρέφει στον Ευριπίδη για να αναπαραστήσει έναν αρχαίο μύθο, αλλά για να τον μετατρέψει σε πεδίο σύγχρονης πολιτικής και ηθικής αναμέτρησης. Για να δείξει πώς η βία μπορεί να μεταμφιεστεί σε αγάπη, η εκμετάλλευση σε αυτοθυσία και η κοινωνική συνενοχή σε θαυμασμό για το θύμα.
Και ίσως αυτή να είναι τελικά η πιο ουσιαστική αρετή της παράστασης: ότι δεν επιδιώκει απλώς να αφηγηθεί την ιστορία της Άλκηστης, αλλά να μας αναγκάσει να κοιτάξουμε κατάματα τον κόσμο που καθιστά τη θυσία της δυνατή — και στη συνέχεια τη βαφτίζει αρετή.
Πρόγραμμα περιοδείας
17 & 18 Ιουλίου | ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΕΠΙΔΑΥΡΟΥ
23 Ιουλίου | ΘΕΑΤΡΟ ΒΡΑΧΩΝ ΜΕΛΙΝΑ ΜΕΡΚΟΥΡΗ – ΒΥΡΩΝΑΣ | ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ
29 Ιουλίου |ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΔΩΔΩΝΗΣ
1 Αυγούστου | ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΦΙΛΙΠΠΩΝ – ΚΑΒΑΛΑ
7 & 8 Αυγούστου | ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΚΟΥΡΙΟΥ – ΚΥΠΡΟΣ
22 Αυγούστου | ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΔΙΟΥ – ΚΑΤΕΡΙΝΗ | ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΟΛΥΜΠΟΥ
Ώρα έναρξης: 21.00
Προπώληση εισιτηρίων: ticketservices.gr