Η ΚΑΛΑΜΑΤΑ ΧΟΡΕΨΕ ΠΙΟ ΔΥΝΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΟ ΜΟΥΝΤΙΑΛ
Πήγαμε στο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας, είδαμε παραστάσεις και ζήσαμε από κοντά την μεσσηνιακή πρωτεύουσα να χορεύει και να βλέπει μουντιάλ.
Το Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας εδώ και χρόνια, κάθε Ιούλιο, αλλάζει τον ρυθμό της μεσσηνιακής πρωτεύουσας. Μόνο που φέτος, το πρώτο του Σαββατοκύριακο συνέπεσε με τους τελικούς του Μουντιάλ και η πόλη βρέθηκε να ζει σε δύο παράλληλους ρυθμούς: εκείνον του χορού και εκείνον του ποδοσφαίρου.
Οι αφίσες του Φεστιβάλ βρίσκονταν παντού, οι παραστάσεις μεταφέρονταν από το Μέγαρο Χορού στις πλατείες και οι συζητήσεις για όσα είχαν προηγηθεί στη σκηνή μπλέκονταν με τις προβλέψεις για τους αγώνες.
Η έντονη ζέστη είχε οδηγήσει τα μαγαζιά γύρω από την κεντρική πλατεία να βγάλουν τις τηλεοράσεις και τις μεγάλες οθόνες έξω. Τραπέζια και καρέκλες είχαν στραφεί προς αυτές, ενώ λίγο πιο πέρα στήνονταν οι χορευτικές δράσεις του Φεστιβάλ. Το βράδυ του Σαββάτου (18 Ιουλίου), η πλατεία γέμισε με θεατές που περίμεναν να δουν τους νέους χορευτές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Την Κυριακή, από νωρίς το απόγευμα, οι κάτοικοι άρχισαν να καταλαμβάνουν τις καλύτερες θέσεις για τον μεγάλο τελικό, ενώ οι νέοι χορευτές της ΚΣΟΤ έκαναν πρόβες για το δικό τους χορευτικό στις 21.00. Η παράστασή τους θα διαρκούσε 40 λεπτά, έτσι οι υπόλοιποι θαμώνες της πλατείας θα έβλεπαν τον μεγάλο τελικό ανάμεσα στην Ισπανία και την Αργεντινή απερίσπαστοι.
Δύο διαφορετικά λοιπόν είδη θεάματος και συλλογικής εμπειρίας. Από τη μία, τα σώματα των χορευτών που δοκίμαζαν τα όριά τους πάνω στη σκηνή ή στην πλατεία. Από την άλλη, οι φωνές, οι αντιδράσεις και η αγωνία ενός κοινού συγκεντρωμένου γύρω από τις οθόνες. Και στις δύο περιπτώσεις, υπήρχε η ίδια ανάγκη: οι άνθρωποι να βρεθούν μαζί, να παρακολουθήσουν, να αντιδράσουν, να μοιραστούν τον ίδιο παλμό.
Αυτή η διπλή συνθήκη δεν αποδυνάμωσε το Φεστιβάλ. Αντίθετα, έκανε ακόμη πιο εμφανές πόσο βαθιά έχει ενσωματωθεί στη ζωή της πόλης. Ο χορός δεν λειτουργούσε ως μια κλειστή πολιτιστική δραστηριότητα, αποκομμένη από όσα συνέβαιναν γύρω του. Συνυπήρχε με την καθημερινότητα, με τη ζέστη, με τις παρέες στα τραπέζια, με τους πανηγυρισμούς και με τη δημόσια ζωή της Καλαμάτας.
Υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Τζένης Αργυρίου, η φετινή διοργάνωση στράφηκε στην αστάθεια, στην αβεβαιότητα και στην ικανότητα του ανθρώπινου σώματος να προσαρμόζεται, να αντιστέκεται και να επινοεί νέους τρόπους ύπαρξης. Και ίσως δεν θα μπορούσε να υπάρχει πιο ταιριαστό σκηνικό από μια πόλη που, μέσα σε ένα καυτό καλοκαιρινό Σαββατοκύριακο, άλλαζε διαρκώς ρυθμό χωρίς να χάνει ποτέ την αίσθηση της κοινότητας.
Το «He Who Falls» και το συλλογικό δέος της πτώσης στην Καλαμάτα
Η εναρκτήρια παράσταση του Φεστιβάλ, το συγκλονιστικό «He Who Falls» του Yoann Bourgeois , δεν ήταν απλώς το μεγάλο γεγονός του πρώτου Σαββατοκύριακου. Ήταν μία από εκείνες τις σπάνιες θεατρικές εμπειρίες που χαράσσονται στη μνήμη και αλλάζουν, έστω για λίγο, τον τρόπο με τον οποίο κοιτάζεις το ανθρώπινο σώμα. Προσωπικά, ήταν μία από τις καλύτερες παραστάσεις που έχω παρακολουθήσει στη ζωή μου.
Είχα ήδη έλθει σε επαφή με το ιδιότυπο σύμπαν του Μπουρζουά στο Πεδίον του Άρεως, στα «Plásmata 3» της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, όπου είχε παρουσιάσει το «Approach 17. Opening»: ένα υπνωτιστικό κινητικό ποίημα πάνω στην πτώση και την επιστροφή, με έναν άνθρωπο να ανεβαίνει μια σκάλα που δεν οδηγεί πουθενά, να χάνει το έδαφος και να εκτοξεύεται ξανά προς τα πάνω.
Στην Καλαμάτα, όμως, αυτή η έρευνα πάνω στη βαρύτητα και την ανθρώπινη ύπαρξη αποκάλυψε όλο το εύρος της. Στο «He Who Falls», έξι σώματα βρίσκονται πάνω σε μια μεγάλη ξύλινη πλατφόρμα που αιωρείται, γέρνει, περιστρέφεται και ταλαντεύεται. Το ίδιο το έδαφος, εκείνο που κανονικά θα έπρεπε να προσφέρει ασφάλεια, μετατρέπεται σε έναν ασταθή μηχανισμό που απειλεί κάθε στιγμή να τα εκτοξεύσει στο κενό.
Οι ερμηνευτές δεν καθορίζουν την κίνηση. Υποχρεώνονται να αντιδρούν στις δυνάμεις που περνούν μέσα από τα σώματά τους: στη βαρύτητα, στη φυγόκεντρο δύναμη, στην κλίση και στην ταλάντωση. Η πλατφόρμα παίρνει τη μορφή μιας σχεδίας, πάνω στην οποία μια μικρή κοινότητα ναυαγών προσπαθεί να επιβιώσει.
Άλλοτε πιάνονται μεταξύ τους και συγκροτούν ένα προσωρινό ανθρώπινο σύνολο. Άλλοτε γλιστρούν, συγκρούονται ή απομονώνονται. Πότε η συλλογικότητα τούς συγκρατεί και πότε το ίδιο το βάρος του άλλου γίνεται απειλή.
Σε μια από τις πιο δυνατές εικόνες της παράστασης, τα σώματα γέρνουν όλα προς το κέντρο για να αντισταθούν στη φυγόκεντρο δύναμη, σαν μια κοινωνία που μπορεί να επιβιώσει μόνο εφόσον τα μέλη της συμφωνήσουν, έστω για λίγα δευτερόλεπτα, προς ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθούν.
Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο έχει περιγραφεί ως ταυτόχρονα μελέτη της συμπεριφοράς μιας ομάδας και ως εικόνα καταστροφής, ενώ η κινούμενη πλατφόρμα έχει παραλληλιστεί με τη «Σχεδία της Μέδουσας», τον εμβληματικό πίνακα του Ζερικό.
Ωστόσο, καμία περιγραφή δεν μπορεί να αποδώσει πλήρως την ένταση της ζωντανής εμπειρίας: τον ήχο του ξύλου, την αιφνίδια μετατόπιση της κατασκευής, την ανάσα των σωμάτων και την αίσθηση ότι μια ανεπαίσθητη αστοχία μπορεί να ανατρέψει τα πάντα. Υπήρχαν στιγμές όπου μπορούσες σχεδόν να αισθανθείς το κοινό να κρατά την αναπνοή του.
Το «He Who Falls» είναι σήμερα ίσως ακόμη πιο επίκαιρο από όταν δημιουργήθηκε, το 2014. Σε μια εποχή κατά την οποία το έδαφος μοιάζει να μετακινείται διαρκώς κάτω από τα πόδια μας —με πολέμους, εκτοπισμούς, κοινωνικές ανισότητες, περιβαλλοντικές καταστροφές και μια μόνιμη αίσθηση αβεβαιότητας— η εικόνα ανθρώπων που πασχίζουν να σταθούν όρθιοι πάνω σε έναν κόσμο που περιστρέφεται ανεξέλεγκτα αποκτά σχεδόν πολιτική δύναμη.
«Mercury Rising»: Η επιτομή της πρωτοπορίας
Αν το «He Who Falls» του Γιοάν Μπουρζουά κέρδισε αμέσως το κοινό με την καθαρότητα και τη συγκινησιακή δύναμη των εικόνων του, το «Mercury Rising» του Γέφτα βαν Ντίνχερ ακολούθησε μια πολύ πιο δύσβατη διαδρομή. Δεν είναι μια εύκολη ή άμεσα προσβάσιμη παράσταση. Δεν προσφέρει στον θεατή μια συμβατική αφήγηση ούτε σταθερά σημεία προσανατολισμού. Αντίθετα, τον βυθίζει σε ένα πυκνό σύμπαν χειρονομιών, φωτός, ήχου και σωμάτων, απαιτώντας του να εγκαταλείψει σταδιακά την ανάγκη να κατανοήσει τα πάντα.
Οι τρεις ερμηνευτές κινούνται μέσα σε ένα φωτεινό, αιωρούμενο κάδρο: οι δύο γυναίκες (Dawn Jani Birley, Rita Mazza) είναι κωφές, ενώ ο άνδρας (Lukas Malkowski) είναι παιδί κωφών γονέων. Η προσωπική τους σχέση με τη νοηματική γλώσσα δεν αποτελεί απλώς ένα θεματικό στοιχείο του έργου, αλλά τον πυρήνα της χορογραφικής του δημιουργίας. Χειρονομίες από διαφορετικές νοηματικές γλώσσες, εκφράσεις του προσώπου και κινήσεις ολόκληρου του σώματος συγχωνεύονται σε έναν νέο, διαρκώς μεταβαλλόμενο κώδικα επικοινωνίας.
Δεν υπάρχουν υπότιτλοι ή κάποια ερμηνευτική βοήθεια που να καθησυχάζει τον ακούοντα θεατή. Μια χειρονομία μοιάζει για λίγο αναγνωρίσιμη και αμέσως μετά επιταχύνεται, παραμορφώνεται ή περνά στο σώμα του επόμενου ερμηνευτή. Τα χέρια κινούνται με ακρίβεια και ταχύτητα, τα πρόσωπα συμμετέχουν ενεργά στην παραγωγή του νοήματος και τα σώματα μετατρέπονται σε φορείς μιας γλώσσας που δεν χρειάζεται να γίνει πλήρως κατανοητή για να γίνει αισθητή.
Εδώ βρίσκεται και η ουσιαστική ανατροπή του έργου. Συνήθως οι κωφοί άνθρωποι καλούνται να προσαρμοστούν σε έναν κόσμο οργανωμένο για τους ακούοντες. Στο «Mercury Rising» η σχέση αντιστρέφεται. Είναι οι ακούοντες που βρίσκονται έξω από τον κυρίαρχο κώδικα και καλούνται να αποδεχθούν ότι δεν έχουν πρόσβαση σε όλα τα επίπεδα της επικοινωνίας.
Προσωπικά βυθίστηκα ολοκληρωτικά στο σύμπαν του. Τα σώματα έμοιαζαν πότε να επικοινωνούν μέσα από έναν αρχέγονο κώδικα και πότε να επινοούν μια γλώσσα του μέλλοντος, πέρα από τον προφορικό λόγο. Το ριζοσπαστικό στοιχείο της παράστασης είναι πως δεν χρησιμοποιεί καινούργιες μορφές για να εντυπωσιάσει, αλλά επαναπροσδιορίζει ουσιαστικά τι μπορεί να είναι γλώσσα, χορός και επικοινωνία. Η πραγματική του δύναμη βρίσκεται ακριβώς στην άρνηση της ευκολίας: μας αναγκάζει να σταθούμε απέναντι σε έναν κόσμο που δεν δημιουργήθηκε αποκλειστικά για εμάς και να προσπαθήσουμε να τον πλησιάσουμε χωρίς την απαίτηση να μας εξηγηθεί.
Όταν η πλατεία της Καλαμάτας γίνεται σκηνή
Στην κεντρική πλατεία της Καλαμάτας, εκεί όπου η πόλη συναντά καθημερινά τον εαυτό της, η νέα γενιά του ελληνικού χορού βγήκε στο φως και γέμισε τον δημόσιο χώρο με φρεσκάδα, ορμή και ταλέντο.
Σπουδαστές και απόφοιτοι της Ανώτερης Επαγγελματικής Σχολής Χορού της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και της Κρατικής Σχολής Ορχηστικής Τέχνης παρουσιάστηκαν μπροστά σε ένα πολυπληθές και ετερόκλητο κοινό, έξω από το προστατευμένο πλαίσιο μιας σχολικής παράστασης. Και αυτό ακριβώς έκανε τη στιγμή τόσο ουσιαστική. Δεν επρόκειτο για μια απλή επίδειξη τεχνικής, αλλά για την πρώτη δημόσια διεκδίκηση χώρου από ανθρώπους που έχουν αφιερώσει χρόνια σκληρής δουλειάς σε μια τέχνη απαιτητική, επισφαλή και συχνά αθέατη.
Οι σπουδαστές της Εθνικής Λυρικής Σκηνής παρουσίασαν το «Love and All That» του Συρίλ Μπαλντύ και το «Gran Bolero» του Χεσούς Ρούμπιο Γκάμο, κάτω από τον γενικό τίτλο «Metamorphosis».
Ακόμη πιο έντονη ήταν η παρουσία των αποφοίτων της ΚΣΟΤ την επόμενη ημέρα, το βράδυ της Κυριακής. Με αποσπάσματα από το «Burning Water» του Αντώνη Φωνιαδάκη και το «Sonoma» του Μάρκος Μοράου, οι νεαροί χορευτές ανταποκρίθηκαν σε έργα μεγάλης σωματικής και ερμηνευτικής απαίτησης με δύναμη, ακρίβεια και αξιοσημείωτη ωριμότητα. Δεν έμοιαζαν με νέους που απλώς δοκιμάζονται. Έμοιαζαν με καλλιτέχνες έτοιμους να διεκδικήσουν τη θέση τους στη σκηνή.
Η Ζουζού Νικολούδη και το σώμα ως φορέας μνήμης
Εξαιρετική ήταν και η έκθεση «Ζουζού Νικολούδη: Η Μεθοδολογία ως Πράξη» στο φουαγιέ του Μεγάρου Χορού Καλαμάτας, μια ουσιαστική προέκταση των παραστάσεων και ένα πυκνό μάθημα ιστορίας του ελληνικού χορού.
Χειρόγραφες σημειώσεις, μάσκες, βίντεο, ηχητικά τεκμήρια και οικογενειακές μαρτυρίες αποκάλυπταν όχι μόνο το έργο της Νικολούδη, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόταν τη χορογραφία: ως σύνδεση ήχου, κίνησης, ομάδας και θεατρικής πράξης.
Ιδιαίτερα συγκινητικά ήταν τα βίντεο όπου δίδασκε παιδιά και νέους, υπενθυμίζοντας ότι ο χορός δεν είναι μόνο δημιουργία, αλλά και μετάδοση. Από σώμα σε σώμα και από γενιά σε γενιά.
Ένα φεστιβάλ που επιχειρεί να “ανοίξει” στην Καλαμάτα
Αξίζει να σημειωθεί πως το φετινό πρόγραμμα δεν εξαντλείται στις παραστάσεις των μεγάλων ονομάτων. Δώδεκα διεθνείς καλλιτέχνες και ισάριθμοι Έλληνες χορογράφοι συμμετέχουν στη διοργάνωση, ενώ συνεχίζονται οι ενότητες «Χορός στην πόλη», «Dancing on Screen», «Συναντήσεις εκτός Σκηνής» και «Χορός σε πόλεις της Πελοποννήσου».
Για πρώτη φορά ενεργοποιείται με παράσταση και ο αρχαιολογικός χώρος της Αρχαίας Μεσσήνης, στο πλαίσιο της νέας ενότητας «Dancing with the Community», η οποία επιχειρεί να μετατρέψει το κοινό από θεατή σε συμμέτοχο.
Παράλληλα, η συνεργασία με το Φεστιβάλ Αθηνών Επιδαύρου και το Εθνικό Θέατρο, μέσω της πλατφόρμας SYSTEMA, στοχεύει στην προβολή των Ελλήνων δημιουργών στο εξωτερικό. Η δημιουργία διεθνούς προγράμματος φιλοξενίας καλλιτεχνών δείχνει επίσης την πρόθεση το Φεστιβάλ να μην περιορίζεται σε ένα δεκαήμερο εκδηλώσεων, αλλά να αποκτήσει δραστηριότητα και καλλιτεχνική παρουσία σε όλη τη διάρκεια του χρόνου.
Αυτό είναι ίσως και το ουσιαστικό στοίχημα της νέας περιόδου του: να διατηρήσει τον διεθνή χαρακτήρα και την ποιότητα του προγράμματός του, χωρίς να απομακρυνθεί από την πόλη και τους ανθρώπους της.
Το πρώτο Σαββατοκύριακο έδειξε ότι η κατεύθυνση αυτή έχει ήδη αρχίσει να αποδίδει. Από την ασταθή πλατφόρμα του Μπουρζουά μέχρι τη νοηματική γλώσσα του «Mercury Rising», από τα νεανικά σώματα της πλατείας μέχρι το αρχείο της Ζουζούς Νικολούδη, ο χορός παρουσιάστηκε ως κάτι πολύ περισσότερο από αισθητικό θέαμα: Ως τρόπος να μιλήσουμε για την πτώση και την επιβίωση, για την επικοινωνία και τον αποκλεισμό, για τη μνήμη και τη συνέχεια.
Και, κυρίως, ως μια τέχνη που δεν περιμένει το κοινό να περάσει την πόρτα του θεάτρου. Βγαίνει στην πλατεία, συναντά την πόλη και την καλεί να κινηθεί μαζί της.