ΔΕΘ: Τα μέτρα Μητσοτάκη – Οι στόχοι, ερωτήματα και το ημερολόγιο παροχών
Διαβάζεται σε 17'
Το το κρίσιμο ερώτημα της επόμενης περιόδου δεν θα είναι μόνο πόσα χρήματα θα επιστρέφονται κάθε χρόνο στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις, από τα πλεονάσματα που φέρνει ο πληθωρισμός, αλλά αν η οικονομία μπορεί να παράγει σταθερά περισσότερο εισόδημα.
- 06 Σεπτεμβρίου 2026 07:33
Ένα πακέτο παρεμβάσεων ύψους 2,2 δισ. ευρώ για τον επόμενο χρόνο, αλλά και έναν οδικό χάρτη έως το 2030, με 7 στόχους, παρουσίασε από το Βελλίδειο ο Κυριάκος Μητσοτάκης, επιχειρώντας να δώσει σαφές οικονομικό και πολιτικό στίγμα για την επόμενη περίοδο.
Στον πυρήνα των εξαγγελιών, εν όψει και εκλογών, βρίσκονται φορολογικές ελαφρύνσεις, αυξήσεις εισοδημάτων, παρεμβάσεις για την οικογένεια και τους συνταξιούχους, μέτρα για τους ελεύθερους επαγγελματίες, τους αγρότες και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αλλά και ένα νέο πλέγμα παρεμβάσεων για τη στέγαση και το ενεργειακό κόστος.
Αναζητάται αντίδοτο συμπερίληψης
Ταυτόχρονα, ο πρωθυπουργός επιχείρησε να συνδέσει τις παροχές με ένα ευρύτερο αναπτυξιακό αφήγημα, με μέρισμα για τον κάθε πολίτη, που παρά τα κυβερνητικά αφηγήματα βιώνει μια “ατομική μοναξιά”, (για να παραφράσουμε το στίχο του Φίλιππου Γράψα στο τραγούδι του Μάριου Τόκα με τον Δημήτρη Μητροπάνο), θέτοντας συγκεκριμένους στόχους για την ανεργία, τους μισθούς, τις επενδύσεις και το δημόσιο χρέος έως το 2030.
Έτσι, ο κυβερνητικό μήνυμα ήταν ότι η δημοσιονομική διεύρυνση επιτρέπει πλέον τη μεταφορά μεγαλύτερου μέρους του οφέλους της ανάπτυξης στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις. Και, κυρίως, ότι οι εξαγγελίες δεν αποτελούν ένα άθροισμα παροχών, αλλά μέρος ενός «4ετούς ημερολογίου» που εκτείνεται από το 2027 έως το 2031.
Στοχευμένες φορολογικές ελαφρύνσεις για ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρήσεις
Με αναφορά, ειδικότερα, σε κρίσιμα πολιτικά κοινά, ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στους ελεύθερους επαγγελματίες, σε μια κατηγορία που τα προηγούμενα χρόνια βρέθηκε στο επίκεντρο της φορολογικής πολιτικής με τάσεις πλήρους “ενοχοποίησης”.
Έτσι, από το φορολογικό έτος 2026, δηλαδή στις δηλώσεις που θα υποβληθούν το 2027, μειώνονται τα τεκμήρια για τους συνεπείς ελεύθερους επαγγελματίες, με απαλλαγή από τις προσαυξήσεις που συνδέονται με τον κύκλο εργασιών και τη μισθοδοσία προσωπικού κατά τον υπολογισμό του ελάχιστου ποσού καθαρού εισοδήματος.
Παράλληλα, η προκαταβολή φόρου για τους ελεύθερους επαγγελματίες μειώνεται στο 50%, από 55% σήμερα, με την αλλαγή να αφορά το φορολογικό έτος 2027.
Για τις επιχειρήσεις προβλέπεται σταδιακή μείωση της προκαταβολής φόρου κατά 5% κάθε χρόνο, από το φορολογικό έτος 2028, έως ότου αυτή διαμορφωθεί στο 50%, από 80% σήμερα. Ποσοστά και πάλι διόλου ευκαταφρόνητα.
Σημαντική είναι και η μεταφορά 1,5 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα για τη χρηματοδότηση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, κάτι που εδώ και καιρό είναι ανακοινωμένο. Από το ποσό αυτό, 1,1 δισ. ευρώ θα κατευθυνθούν σε δανειοδοτικά εργαλεία και 400 εκατ. ευρώ σε εγγυοδοτικά.
Στην Περιφέρεια καταργείται το τέλος επιτηδεύματος από το φορολογικό έτος 2026, ενώ στην Αττική προβλέπεται μείωση κατά 50% το 2028 και πλήρης κατάργηση το 2029. Έτσι, για παράδειγμα, επιχείρηση λιανεμπορίου στη Θεσσαλονίκη που κατέβαλλε 1.600 ευρώ θα οδηγηθεί σε μηδενική επιβάρυνση από το 2027. Ωστόσο για την Αττική, όπου και ο μισός πληθυσμός η αναμονή εκτείνεται σε βάθος διετίας.
Παράλληλα, οι αποσβέσεις για επενδύσεις ανανέωσης εξοπλισμού επιταχύνονται, από τα δέκα στα έξι χρόνια.
Στον αντίποδα, αυξάνεται η φορολόγηση των εισοδημάτων μελών διοικητικών συμβουλίων και ανώτατων στελεχών που ξεπερνούν τις 60.000 ευρώ, από 5% σε 15%.
Οι συνταξιούχοι στο επίκεντρο
Μόνιμη ετήσια ενίσχυση ύψους 400 ευρώ, καθαρά, παράλληλα, θα καταβάλλεται από τον Νοέμβριο του 2026 στους συνταξιούχους, με τη διεύρυνση της περιμέτρου να αφορά όλους τους συνταξιούχους άνω των 65 ετών.
Το ποσό αυξάνεται κατά 100 ευρώ σε σχέση με την προηγούμενη ενίσχυση και θα καταβάλλεται κάθε Νοέμβριο. Μένει να φανεί βέβαια το ποια θα είναι η “περίμετρος” αναφοράς.
Παράλληλα, στα τέλη Δεκεμβρίου του 2026 θα καταβληθούν αυξημένες συντάξεις Ιανουαρίου, με βάση την εξέλιξη του πληθωρισμού και του ΑΕΠ, χωρίς συμψηφισμό της προσωπικής διαφοράς.
Από τον κατώτατο μισθό στα 1.000 ευρώ
Για τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, ο κυβερνητικός στόχος είναι ο κατώτατος μισθός να φθάσει τα 1.000 ευρώ μέχρι τον Ιανουάριο του 2028, με τις τριετίες να τον ανεβάζουν έως τα 1.300 ευρώ.
Από την 1η Απριλίου 2027 προβλέπεται παράλληλα νέα μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων κατά 0,5 μονάδα, κάτι που “καίει” την αγορά που περίμενε μια πιο γενναία μείωση.
Πάντως, με βάση τα κυβερνητικά παραδείγματα, νέος εργαζόμενος με τον βασικό μισθό θα έχει όφελος 414 ευρώ το 2027 και 1.040 ευρώ το 2028. Εργαζόμενος με τρεις τριετίες, που σήμερα λαμβάνει 959 ευρώ καθαρά, θα φτάσει στα 1.055 ευρώ το 2028.
Στο Δημόσιο, από τον Απρίλιο του 2027 η αύξηση του κατώτατου μισθού θα συμπαρασύρει οριζόντια τις αποδοχές, ενώ από τον Δεκέμβριο του 2027 θεσπίζεται μόνιμο επίδομα Χριστουγέννων 500 ευρώ μικτά.
Για έναν δημόσιο υπάλληλο 40 ετών, με δύο παιδιά και καθαρές αποδοχές 1.447 ευρώ, το κυβερνητικό παράδειγμα προβλέπει αύξηση 562 ευρώ καθαρά το 2027 και επιπλέον 402 ευρώ το 2028, δηλαδή συνολικό όφελος 964 ευρώ.
Μηδενικός φόρος έως τις 20.000 ευρώ για τους επαγγελματίες αγρότες
Σημαντική φορολογική ανάσα προβλέπεται και για τους κατά κύριο επάγγελμα αγρότες.
Από το φορολογικό έτος 2026 μηδενίζεται ο συντελεστής φόρου εισοδήματος για εισόδημα έως 20.000 ευρώ. Σύμφωνα με την κυβερνητική παρουσίαση, το ελάχιστο αφορολόγητο αυξάνεται κατά 13.571 ευρώ και φτάνει στα 22.204 ευρώ.
Έτσι, αγρότης με έσοδα 20.000 ευρώ, που πλήρωνε φόρο 1.183 ευρώ, πλέον δεν θα καταβάλλει φόρο. Για εισόδημα 30.000 ευρώ, η επιβάρυνση περιορίζεται από τα 5.083 στα 2.183 ευρώ.
Το δημογραφικό περνά στο φορολογικό πεδίο
Με ένα νέο εργαλείο επιχειρεί η κυβέρνηση να παρέμβει και στο δημογραφικό.
Δημιουργείται ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά», ένας ειδικός επενδυτικός λογαριασμός για νεογέννητα έως δύο ετών. Το κράτος θα καταθέτει ποσό αντίστοιχο με αυτό που καταθέτουν οι γονείς, έως 1.200 ευρώ τον χρόνο, με το σχετικό όριο να αυξάνεται κατά 10% ανά πενταετία.
Για τις οικογένειες με τρία παιδιά προβλέπεται, από το φορολογικό έτος 2027, μηδενικός φόρος εισοδήματος έως τα 20.000 ευρώ. Το αφορολόγητο αυξάνεται κατά 11.000 ευρώ, στα 25.364 ευρώ.
Τρίτεκνος με εισόδημα 20.000 ευρώ, ο οποίος σήμερα πληρώνει φόρο 620 ευρώ, θα μηδενίσει την επιβάρυνσή του.
Παράλληλα, αυξάνεται κατά 1.000 ευρώ το επίδομα γέννησης για κάθε επιπλέον παιδί στις πολύτεκνες οικογένειες. Η ρύθμιση αφορά γεννήσεις από τον Ιανουάριο του 2026. Έτσι, για το τέταρτο παιδί το επίδομα αυξάνεται από 3.500 σε 4.500 ευρώ και για το πέμπτο από 3.500 σε 5.500 ευρώ.
Από την 1η Ιανουαρίου 2027 τιμαριθμοποιούνται και τα αναπηρικά επιδόματα, με την παρέμβαση να αφορά περίπου 218.000 πολίτες και να αντιστοιχεί, κατά μέσο όρο, σε ετήσιο όφελος 220 ευρώ.
Στέγη: «Σπίτι μου ΙΙΙ» και διεύρυνση της κατάργησης του ΕΝΦΙΑ
Στο μέτωπο της κατοικίας, η κυβέρνηση ανακοίνωσε το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙΙ», ύψους 2 δισ. ευρώ, μέσω της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.
Παράλληλα, αυξάνεται ο φόρος μεταβίβασης από 3% σε 15% για αγορά κατοικίας από πολίτες εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στον ΕΝΦΙΑ διευρύνεται από το 2027 η απαλλαγή για μικρούς οικισμούς. Το όριο αυξάνεται από τους 1.500 στους 2.000 κατοίκους, ενώ στη Δυτική Μακεδονία αυξάνεται από τους 1.700 στους 2.200 κατοίκους.
Στοίχημα και η μείωση του ενεργειακού κόστους
Στο ενεργειακό πεδίο ο στόχος είναι η σταδιακή μείωση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος κατά 30% την περίοδο 2027-2029, με την εξειδίκευση των παρεμβάσεων να αναμένεται από το υπουργείο Ενέργειας.
Από τον Ιανουάριο του 2027 μειώνονται κατά 50% οι χρεώσεις ΥΚΩ στους οικιακούς λογαριασμούς, από 6,9 ευρώ/MWh σε 3,45 ευρώ/MWh.
Οι έξι στόχοι έως το 2030
Πέρα από τα μέτρα άμεσης οικονομικής ανακούφισης, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε μια σειρά από ποσοτικούς στόχους για το 2030.
Η ανεργία θα πρέπει να έχει υποχωρήσει κάτω από το 6%, ενώ η οικονομία να αναπτύσσεται με ρυθμό άνω του 2% ετησίως και διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Ο μέσος μισθός θα πρέπει να ξεπεράσει τα 1.800 ευρώ, ενώ ο κατώτατος να έχει φτάσει στα 1.000 ευρώ από το 2028. Ο πρωθυπουργός έθεσε μάλιστα ως πολιτικό ορόσημο ότι σε 18 μήνες δεν θα υπάρχει τριψήφιος μισθός για πλήρη απασχόληση στη χώρα.
Οι επενδύσεις, από τα 46 δισ. ευρώ, θα πρέπει να ξεπεράσουν τα 65 δισ., αντιστοιχώντας στο 20% του ΑΕΠ και περιορίζοντας το διαχρονικό επενδυτικό χάσμα με την Ευρώπη.
Την ίδια ώρα, το δημόσιο χρέος θα πρέπει να υποχωρήσει κάτω από το 120% του ΑΕΠ το 2029 και κάτω από το 110% το 2030, ενώ στόχος είναι το ελληνικό αξιόχρεο να φτάσει στην ανώτερη ενδιάμεση βαθμίδα «Α».
Η τελευταία εξέλιξη, σύμφωνα με την κυβερνητική επιχειρηματολογία, θα μπορούσε να μεταφραστεί σε ευνοϊκότερο δανεισμό για το κράτος, τις επιχειρήσεις και τους πολίτες, αλλά και σε μεγαλύτερη δημοσιονομική ευχέρεια.
Το σχέδιο της τετραετίας και το πολιτικό μήνυμα
Ο πρωθυπουργός επιχείρησε να δώσει στις εξαγγελίες χαρακτήρα ευρύτερου σχεδίου για την περίοδο 2027-2031, με δύο παράλληλες κατευθύνσεις. Συγκεκριμένα, τη διαρκή τόνωση του εισοδήματος και τη συνέχιση της αναπτυξιακής πορείας, σε συνδυασμό με την αμυντική θωράκιση και τη στήριξη των πιο αδύναμων.
«Είναι καιρός η πατρίδα μας να γευθεί τους καρπούς των προσπαθειών της», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι τα ισχυρά θεμέλια που έχουν τεθεί επιτρέπουν πλέον να οικοδομηθεί η «Ελλάδα του 2030».
Το πολιτικό σκέλος της ομιλίας, πάντως, ήταν εξίσου σαφές με το οικονομικό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης μίλησε για την ανάγκη «εσωτερικής σταθερότητας», σε μια περίοδο γεωπολιτικής και οικονομικής ρευστότητας, και υποστήριξε ότι σε ταραγμένους καιρούς «η εμπειρία γίνεται απαραίτητη».
«Η χώρα έχει ανάγκη από σταθερό τιμόνι. Μακριά από τα κομματικά παζάρια», ήταν το μήνυμα που έστειλε, δείχνοντας ουσιαστικά και την ατζέντα με την οποία η Νέα Δημοκρατία επιδιώκει να προσεγγίσει τις επόμενες εκλογές.
Ο πρωθυπουργός συμπύκνωσε το δίλημμα στη φράση «η μάχη είναι μία, με την ελπίδα ή την περιπέτεια», ενώ ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε η αναφορά του στην ψήφο διαμαρτυρίας: όπως είπε, μπορεί τελικά «να μην το παραλάβει κανένας το μήνυμα» τη Δευτέρα.
Παράλληλα, έκανε λόγο για μια «συμφωνία προόδου» με τους πολίτες.
Το «ημερολόγιο» των παροχών
Η επιλογή να δοθεί αναλυτικό χρονοδιάγραμμα εφαρμογής δεν είναι τυχαία. Η κυβέρνηση επιδιώκει να μετατρέψει τις εξαγγελίες από ένα σύνολο μέτρων σε μια σειρά συγκεκριμένων ημερομηνιών, με άμεσο αντίκτυπο στο διαθέσιμο εισόδημα.
Το πρώτο ορόσημο είναι η 25η Σεπτεμβρίου 2026, όταν προβλέπεται η καταβολή διπλού ενοικίου σε γιατρούς, νοσηλευτές και εκπαιδευτικούς, αναδρομικά για το φορολογικό έτος 2024.
Την 1η Νοεμβρίου 2026 ξεκινά η επιστροφή ΕΦΚ στους αγρότες στην αντλία με νέο σύστημα.
Στις 30 Νοεμβρίου 2026 καταβάλλεται η επιστροφή ενοικίου, καθώς και το διπλό ενοίκιο για γιατρούς, νοσηλευτές και εκπαιδευτικούς για το φορολογικό έτος 2025. Την ίδια ημερομηνία καταβάλλεται και η ενίσχυση των 400 ευρώ σε συνταξιούχους άνω των 65 ετών, ΑμεΑ και ανασφάλιστους υπερήλικες.
Στα τέλη Δεκεμβρίου 2026 έρχονται οι αυξημένες συντάξεις Ιανουαρίου, χωρίς συμψηφισμό της προσωπικής διαφοράς.
Από την 1η Ιανουαρίου 2027 ενεργοποιούνται ο μηδενικός φόρος για τους τρίτεκνους έως τα 20.000 ευρώ, η τιμαριθμοποίηση των αναπηρικών επιδομάτων και η μείωση κατά 50% των χρεώσεων ΥΚΩ.
Τον ίδιο μήνα ξεκινούν ο «Κουμπαράς για τη Νέα Γενιά» και το «Σπίτι μου ΙΙΙ».
Στα μέσα Μαρτίου του 2027, με τη βεβαίωση του ΕΝΦΙΑ, ενεργοποιείται η κατάργηση του φόρου στους οικισμούς έως 2.000 κατοίκους και έως 2.200 στη Δυτική Μακεδονία.
Την 1η Απριλίου 2027 αυξάνεται ο κατώτατος μισθός και μαζί του οι αποδοχές στο Δημόσιο, οι τριετίες και τα επιδόματα, ενώ μειώνονται κατά 0,5 μονάδα οι ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.
Ακολουθεί, από τα μέσα Μαρτίου έως τα μέσα Ιουλίου, η περίοδος των φορολογικών δηλώσεων, κατά την οποία ενεργοποιούνται μειώσεις φόρων συνολικού ύψους 884 εκατ. ευρώ.
Στις 30 Νοεμβρίου 2027 επαναλαμβάνεται η επιστροφή ενοικίου και η διπλή επιστροφή για γιατρούς, νοσηλευτές και εκπαιδευτικούς, ενώ καταβάλλεται εκ νέου η ενίσχυση των 400 ευρώ στους δικαιούχους.
Στα τέλη Δεκεμβρίου 2027 έρχονται οι αυξημένες συντάξεις Ιανουαρίου και, τον ίδιο μήνα, πραγματοποιείται για πρώτη φορά η καταβολή του μόνιμου επιδόματος Χριστουγέννων των 500 ευρώ μικτά στους δημοσίους υπαλλήλους.
Το τελευταίο μέτρο είναι ίσως και ένα από τα πλέον πολιτικά φορτισμένα, καθώς τοποθετείται χρονικά λίγο πριν από την επόμενη εκλογική αναμέτρηση και δημιουργεί ένα σαφές, απτό οικονομικό ορόσημο για μια μεγάλη κατηγορία ψηφοφόρων.
Η κριτική
Πίσω από το πακέτο των 2,2 δισ. ευρώ, ωστόσο, υπάρχουν και σημαντικά ερωτήματα για το κατά πόσο οι παρεμβάσεις αντιμετωπίζουν τις διαρθρωτικές αιτίες των προβλημάτων.
Στο στεγαστικό, για παράδειγμα, το βάρος πέφτει κυρίως στην ενίσχυση της ζήτησης μέσω χρηματοδοτικών εργαλείων, όπως το «Σπίτι μου ΙΙΙ», χωρίς να συνοδεύεται από αντίστοιχα γενναία μέτρα για την αύξηση της προσφοράς κατοικιών και, κυρίως, για την ανάπτυξη κοινωνικής κατοικίας.
Το ερώτημα είναι κατά πόσο η ενίσχυση της αγοραστικής δυνατότητας, όταν η προσφορά παραμένει περιορισμένη, μπορεί από μόνη της να οδηγήσει σε ουσιαστική αποκλιμάκωση των τιμών.
Ανάλογη συζήτηση ανοίγει και για τον «Κουμπαρά για τη Νέα Γενιά». Η δημιουργία ενός αποταμιευτικού μηχανισμού για τα παιδιά αποτελεί θετική παρέμβαση, ωστόσο απουσιάζει μια πιο ευρεία φορολογική πολιτική που θα μπορούσε να ενισχύσει την αποταμίευση των νέων, όπως ένα αφορολόγητο για συγκεκριμένες δαπάνες ή προϊόντα αποταμίευσης, πρόταση που έχει τεθεί και από το ΙΟΒΕ.
Στο ίδιο πλαίσιο, περιορισμένη παραμένει η παρέμβαση στη διαχείριση του ιδιωτικού χρέους με μια ρύθμιση για 120 δόσεις, σε μια οικονομία όπου η εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων νοικοκυριών και επιχειρήσεων εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο ζήτημα.
Το παραγωγικό μοντέλο παραμένει το μεγάλο στοίχημα
Περισσότερο σύνθετη είναι η εικόνα στους λεγόμενους παραγωγικούς άξονες.
Για τον πρωτογενή τομέα, οι φορολογικές ελαφρύνσεις δίνουν ανάσα στο εισόδημα των αγροτών, δεν απαντούν όμως από μόνες τους στο ζητούμενο της ανταγωνιστικότητας. Η πραγματική πρόκληση αφορά το κόστος παραγωγής, την ενέργεια, τις υποδομές, την παραγωγικότητα και τη διαμόρφωση μιας κλίμακας που θα επιτρέπει στον πρωτογενή τομέα να παραμείνει βιώσιμος και να συγκρατήσει πληθυσμούς στην περιφέρεια.
Αντίστοιχα, για τη μεταποίηση θα μπορούσε να αναζητηθεί μια πιο επιθετική πολιτική για το ενεργειακό κόστος και τη δημιουργία «ενεργειακών αναχωμάτων», ιδιαίτερα για τις επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται παραγωγούς άλλων ευρωπαϊκών χωρών και διεθνών αγορών.
Στον τουρισμό, η έμφαση δεν φαίνεται να μετατοπίζεται ακόμη αποφασιστικά προς το ζήτημα της αναβάθμισης της ποιότητας, της παραγωγικότητας και της μεγαλύτερης προστιθέμενης αξίας.
Με άλλα λόγια, οι εξαγγελίες αντιμετωπίζουν σε σημαντικό βαθμό το διαθέσιμο εισόδημα. Το ερώτημα που παραμένει είναι αν συνοδεύονται από ένα εξίσου ισχυρό σχέδιο για την αύξηση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας.
Οι ανισότητες και η φορολογία της εργασίας
Ένα ακόμη σημείο που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης αφορά τη φορολογία της εργασίας και τη σχέση της με τις ανισότητες.
Η κυβέρνηση επέλεξε να κινηθεί κυρίως μέσω στοχευμένων παρεμβάσεων στο εισόδημα και στις ασφαλιστικές εισφορές, αντί μιας συνολικότερης μείωσης της φορολογίας της εργασίας.
Την ίδια στιγμή, η αύξηση από 5% σε 15% της φορολόγησης των αμοιβών μελών διοικητικών συμβουλίων και ανώτατων στελεχών για εισοδήματα άνω των 60.000 ευρώ λειτουργεί και αμφίσημο ως πολιτικό μήνυμα, καθώς επιχειρεί να περιορίσει μια φορολογική μεταχείριση που θεωρήθηκε ιδιαίτερα ευνοϊκή.
Η παρέμβαση, πάντως, δεν απαντά συνολικά στο ζήτημα της προοδευτικότητας του φορολογικού συστήματος και της σχέσης φόρων και εισφορών με το διαθέσιμο εισόδημα των χαμηλότερων και μεσαίων εισοδηματικών στρωμάτων.
Οι φορείς: Θετική υποδοχή, αλλά με αστερίσκους
Η πρώτη αντίδραση της αγοράς ήταν θετική, χωρίς ωστόσο να απουσιάζουν οι επιφυλάξεις.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ Βασίλης Κορκίδης χαρακτήρισε «αισιόδοξο» το αποτύπωμα των εξαγγελιών για τη μεσαία τάξη και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Όπως σημείωσε, τα μέτρα αφορούν ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών και επαγγελματικών ομάδων και αναγνωρίζουν ότι πρέπει να συμμετέχουν στο «μέρισμα» της δημοσιονομικής διεύρυνσης και της ανάπτυξης.
Για την επιχειρηματική κοινότητα, ωστόσο, αρκετά αιτήματα έμειναν εκτός, ενώ η μελλοντική μείωση της προκαταβολής φόρου των επιχειρήσεων είναι μικρότερη των προσδοκιών. Παράλληλα, η αλλαγή στο τεκμαρτό εισόδημα αφορά μόνο μέρος των ελεύθερων επαγγελματιών.
Ο κ. Κορκίδης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην εφαρμογή, υπογραμμίζοντας ότι η αξιολόγηση της ΔΕΘ «δεν σταματά» στην κοστολόγηση του πακέτου των 2,2 δισ. ευρώ, αλλά αρχίζει από την επόμενη ημέρα, με την εξειδίκευση των μέτρων και την τήρηση του χρονοδιαγράμματος.
Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ Σταύρος Καφούνης σημείωσε ότι κάθε μέτρο που αφήνει περισσότερο χώρο και «ανάσα» στη μικρομεσαία επιχείρηση κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.
Υπογράμμισε ότι αρκετές από τις διεκδικήσεις της ΕΣΕΕ βρίσκονται πλέον στις κυβερνητικές εξαγγελίες, προσθέτοντας όμως ότι «δεν πανηγυρίζουμε και δεν σταματάμε εδώ». Το ζητούμενο, σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΕΣΕΕ, είναι τα μέτρα να αποτελέσουν την αρχή μιας μεγαλύτερης και σταθερής προσπάθειας, ώστε ο επαγγελματίας να μπορεί να εργάζεται, να επενδύει και να βλέπει το μέλλον με μεγαλύτερη ασφάλεια.
Από το «μέρισμα» στην κάλπη
Το συνολικό κυβερνητικό σχέδιο έχει, συνεπώς, δύο όψεις.
Η πρώτη είναι οικονομική και αφορά φορολογικές ελαφρύνσεις, αυξήσεις μισθών και συντάξεων, ενίσχυση οικογενειών, αγροτών και μικρομεσαίων, μειώσεις εισφορών και παρεμβάσεις στο κόστος ενέργειας και κατοικίας.
Η δεύτερη είναι καθαρά πολιτική. Η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει την περίοδο έως το 2030 σε μια διαδοχή συγκεκριμένων οικονομικών οροσήμων, τα οποία θα μπορούν να μετρηθούν στην καθημερινότητα των πολιτών.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρωθυπουργός επέλεξε να αντιπαραβάλει το δικό του σχέδιο με τις «ακοστολόγητες» προτάσεις της αντιπολίτευσης, προειδοποιώντας ότι οι υπερβάσεις δαπανών οδηγούν σε ευρωπαϊκή επιτήρηση. «Αναμασούν έωλα συνθήματα. Αντιγράφουν το ένα το άλλο», είπε για τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ενώ, αναφερόμενος εμμέσως στον Αλέξη Τσίπρα, επιστράτευσε τον στίχο του Δημήτρη Μητροπάνου: «ωραία που τα λες, μα έλα που σε ξέρω».
Το μήνυμα της ΔΕΘ, επομένως, δεν περιορίζεται στο ύψος του πακέτου. Είναι μια προσπάθεια να οικοδομηθεί ένα αφήγημα σταθερότητας, ανάπτυξης και σταδιακής βελτίωσης του εισοδήματος, με ορίζοντα το 2030 και με συγκεκριμένες ημερομηνίες εφαρμογής.
Και αν η κυβέρνηση επιχειρεί να δώσει στις παροχές χαρακτήρα «συμφωνίας προόδου», η αντιπολίτευση αναμένεται να επιχειρήσει να μεταφέρει τη συζήτηση από το πόσα επιστρέφονται στους πολίτες στο τι αλλάζει πραγματικά στο παραγωγικό μοντέλο της χώρας.
Γιατί τελικά το κρίσιμο ερώτημα της επόμενης περιόδου δεν θα είναι μόνο πόσα χρήματα θα επιστρέφονται κάθε χρόνο στα νοικοκυριά και στις επιχειρήσεις, αλλά αν η οικονομία μπορεί να παράγει σταθερά περισσότερο εισόδημα, περισσότερες επενδύσεις και περισσότερες καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Αυτό είναι και το πραγματικό στοίχημα του «2030».
Και κάπου εδώ, η πολιτική σημειολογία της φετινής ΔΕΘ μπορεί να πάει με τόνο… μουσικό, μια κσι το πλαίσιο το έθεσε ο Πρωθυπουργός με το στίχο του Φίλιππυ Γράψα «ωραία που τα λες, μα έλα που σε ξέρω» φωτογραφίζοντας τον Αλέξη Τσίπρα. Έτσι, από το “δε μας τρομάζουν τα νέα μέτρα” του Λουκιανού Κηλαηδόνη μέχρι τον «Άγγελο Εξάγγελο» των Μπομπ Ντίλαν και Διονύση Σαββόπουλου, το ζητούμενο για την κυβέρνηση πείθει τους ζαλισμένους από την ακρίβεια πολίτες, πέρα από τους ήχους της προεκλογικής περιόδου.