“Η ΠΡΩΤΗ ΜΕΤΑΔΟΣΗ”: ΑΝ ΕΙΧΑΜΕ ΝΩΡΙΤΕΡΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ, ΘΑ ΕΙΧΑΜΕ ΧΟΥΝΤΑ;
Αποκλειστικη προδημοσίευση του νέου κόμικ του Σπύρου Δερβενιώτη που μας γυρίζει 60 χρόνια πίσω, στην πρώτη εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης. Ο δημιουργός μιλάει στον Παναγιώτη Μένεγο για την έρευνά του, την ισορροπία μεταξύ ιστορικής ακρίβειας και δημιουργικής ελευθερίας αλλά και τον ρόλο της τηλεόρασης στην εποχή των reels.
Είχε γίνει μια δοκιμαστική μετάδοση πριν κάποια χρόνια, έξι για την ακρίβεια.
Είχαν γίνει πολλές συζητήσεις, εξαντλητικά πολλές συζητήσεις, που φυσικά αφορούσαν τον έλεγχο αυτού του νέου φρούτου. Όλοι αντιλαμβάνονταν πόσο δυνατό θα ήταν, πόσο σημαντικό πιθανώς θα απέβαινε, αλλά μάλλον κανένας δεν μπορούσε να αντιληφθεί τον βαθμό στον οποίο η τηλεόραση θα όριζε το υπόλοιπο του 20ου αιώνα όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλον τον κόσμο.
Είχαν αλλάξει πρόσωπα, άλλωστε σε μια εποχή τόσο εύθραυστη πολιτικά όλες οι θέσεις ήταν επισφαλείς.
Κι όμως 15 χρόνια από το 1951 που πρωτοδημοσιεύθηκε η είδηση περί ερχομού της τηλεόρασης στην Ελλάδα (κι ο Δημήτρης Ψαθάς την υποδεχόταν στα Νέα με το χρονογράφημά του «Όλα τα χε η Μαριορή, ο φερετζές της έλειπε»), το δια πυρός και σιδήρου ξεκίνημά της, που τελικά έγινε στις 23 Σεπτεμβρίου 1966, αποφασίστηκε κάπως έτσι…
Είναι μερικές, κρίσιμες σελίδες σε αποκλειστική προδημοσίευση από το νέο κόμικ του Σπύρου Δερβενιώτη, Η Πρώτη Μετάδοση, που κυκλοφορεί στις 8.9 από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Αλλά, όπως καταλαβαίνετε από τα ονόματα που διαβάσατε κι από τα πρόσωπα που αναγνωρίσατε, δεν έχουμε να κάνουμε μόνο με μια μικρή ομάδα θαρραλέων που έκαναν το αποφασιστικό βήμα γράφοντας ιστορία.
Τα χρόνια ήταν ταραγμένα. Ασταθείς πολιτικές συμμαχίες και λυκοφιλίες, Παλάτι και Στρατός, ισχυροί εκδότες κι επιχειρηματίες, εμφυλιοπολεμικές αναμνήσεις και ψυχροπολεμικό διεθνές περιβάλλον, «Αποστασία» και «Ιουλιανά» – όλα μαζί στο μπλέντερ συγκροτούσαν μια δημοκρατία που τελικά αποδείχθηκε πολύ «καχεκτική» για να αποτρέψει τη Χούντα των Συνταγματαρχών: το πραξικόπημα συνέβη μόλις επτά μήνες μετά την πρώτη τηλεοπτική εκπομπή.
Μήπως η ελληνική τηλεόραση γεννήθηκε στα Ιουλιανά;
Για τον Σπύρο Δερβενιώτη, έτσι κι αλλιώς έναν από τους πιο πολιτικούς κομίστες που διαθέτουμε, η ιδέα ήταν μια τυπική στιγμή «εύρηκα». Τον βρήκε στο χανγκόβερ της επιτυχίας που αποτέλεσε η κόμικ βιογραφία του Θανάση Βέγγου, ενώ λίγο νωρίτερα είχε κυκλοφορήσει και τη βιογραφία του πατέρα του, του λαϊκού συνθέτη Θόδωρου Δερβενιώτη («εσωτερικό χρωστούμενο δύο δεκαετιών»). Ψάχνοντας το επόμενο πρόσωπο που θα βιογραφίσει, φλέρταρε με τη ιδέα του Φρέντι Γερμανού. Ήταν άραγε η θρυλική εκπομπή του Αλάτι και Πιπέρι, η πρώτη εκπομπή της ελληνικής τηλεόρασης; «Άσε με να το ψάξω αυτό», είπε επί λέξει στον εκδότη του, Λεωκράτη Ανεμοδουρά. Το google search τον οδήγησε σε κάποια αφήγηση της Ελένης Κυπραίου, του παρθενικού προσώπου που μίλησε στους έλληνες τηλεθεατές (και υπογράφει τον πρόλογο της έκδοσης). «Πάνω κάτω έλεγε “κρυβόμασταν, για να μη μας βρουν οι Αποστατες”. Αποστάτες; Η Ελληνική Τηλεόραση γεννήθηκε στα Ιουλιανά. Τα Χριστούγεννα είχαν έρθει νωρίς, εκείνο το Μάιο του 2025 που έγινε αυτή η συζήτηση», ανακαλεί σήμερα ο δημιουργός την στιγμή που βρήκε τον αφηγηματικό του άξονα.
Και η ιστορία λειτουργεί υποδειγματικά.
Αρχικά, στο ανθρώπινο επίπεδο. Ποιος δεν αγαπά το μοτίβο μιας χούφτας ιδεαλιστών που τα βάζουν με το σύστημα και τελικά πετυχαίνουν μια, έστω πύρρειο, νίκη; Τους ενσαρκώνουν ο τότε διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, Αναστάσιος Πεπονής (μετέπειτα στελέχος των κυβερνήσεων του ΠΑΣΟΚ, εμπνευστής του ΑΣΕΠ), και η ομάδα του που χωρίς μπάτζετ και προηγούμενη τεχνογνωσία, αλλά με περίσσιο θάρρος και νιώθοντας σε αποστολή δημόσιου συμφέροντος, ξεπέρασαν καπελώματα και τρικλοποδιές. Κάτι σαν ο Πεπονής και οι Avengers του, για κόμικς μιλάμε άλλωστε. «Δεν ήξερα τίποτα για τον Πεπονή, πέρα από το ότι ήταν “εμβληματικό ΠΑΣΟΚ” και χρήσιμη ρίμα στο τραγούδι του Χαρυ Κλυν “Ξεφτίλα”», ομολογεί ο Σπύρος Δερβενιώτης. «Μελετώντας την αυτοβιογραφία του (και κείμενα από το προσωπικό του αρχείο που γενναιόδωρα μου παραχώρησαν τα παιδιά του), μου ξεδιπλώθηκε μια πιο δυναμική εικόνα από αυτή που είχα στο μυαλό μου και ναι, με μια πιο ρομαντική (στα όρια του εξωπραγματικού σήμερα) αίσθηση δημόσιου καθήκοντος και αισθήματος κοινωνικής ευθύνης. Κι είναι κι ένας από τους λόγους που με οδήγησαν στην απόφαση να διηγηθώ αυτή την ιστορία: να ξαναθυμηθούμε ότι υπήρξε μια τέτοια εποχή που υπήρχαν ακόμα τέτοιες αντιλήψεις στην εφαρμοσμένη πολιτική, και που δεν ήταν καθόλου μειοψηφικές. Και ότι “η μάχη της τηλεόρασης” δεν δόθηκε τόσο στα τεχνολογικά, όσο στο διακύβευμα να γεννηθεί και να μείνει δημόσια».
Κι από την αλλη, Η Πρώτη Μετάδοση καλοστέκεται ως ιστορικό, πολιτικό θρίλερ. Περιγράφοντας με χρώματα (της Αγγελικής Σαμαλίκη) και συννεφάκια τις δραματικές πολιτικές εξελίξεις της εποχής που διαμόρφωσαν την μετέπειτα Ελλάδα. «Είναι λίγο ιστορική ειρωνεία, αλλά ναι, το ένα γεγονός “κατάπιε” το άλλο με ιστορικούς όρους. Η γέννηση της ελληνικής τηλεόρασης, μια κοινωνική, πολιτική και τεχνολογική Τομή, έγινε χωρίς φανφάρες, μέσα στην τούρλα των Ιουλιανών, που την “καπέλωσαν” ιστορικά. Με τη σειρά τους, τα Ιουλιανά, τηρουμένων των αναλογιών, “ξεχάστηκαν” λίγο από τη δημόσια συζήτηση που κινείται γύρω από τα πριν (εμφύλιος) και τα μετά (χούντα), με μια μαύρη τρύπα να χάσκει ύποπτα στη μέση, πιθανότατα για τους ίδιους λόγους που καθυστέρησε η γέννηση της τηλεόρασης: δεν βόλευε κανένα».
Υπάρχει κάτι ενδιαφέρον εδώ. Για όλους τους παραπάνω λόγους, όντως η τηλεόραση στην Ελλάδα καθυστέρησε χαρακτηριστικά. Στην Ιταλία έβλεπαν από το 1950, στην Ισπανία από το 1956, στην Αλβανία από το 1960, εδώ φτάσαμε στο 1966. Άραγε αν είχαμε συμβαδίσει με την υπόλοιπη Ευρώπη και το μέσο είχε πατήσει στα πόδια του, διαμορφώνοντας τη δημόσια σφαίρα, θα είχαν ακολουθήσει όσα ακολούθησαν; Με άλλα λόγια, αν βλέπαμε τηλεόραση π.χ. από το 1957, θα είχαμε δικτατορία δέκα χρόνια αργότερα; «Θα είχαμε, ίσως και νωρίτερα. Αν η τηλεοραση υπηρχε νωριτερα, θα ηταν στα χερια της ΕΡΕ, που βασιμα μπορουμε να εικασουμε οτι θα τη χρησιμοποιουσε για τις “εκλογές βίας και νοθείας” (σ.σ. έτσι έχουν μείνει στην ιστορία οι εκλογές του 1961 που χαρακτηρίστηκαν από μεγάλες παρατυπίες και καθεστώς τρομοκρατίας εναντίον της αντιπολίτευσης). Όταν έγινε το πραξικόπημα, άλλωστε, ο Στράτος λειτουργούσε ήδη δικό του κανάλι (την ΤΕΔ, μετέπειτα ΥΕΝΕΔ). Το Μεσο, θα ήταν απλά πολύ νωρίτερα, το σκοτεινό Μήνυμα”, εικάζει ο Δερβενιώτης.
Στο επίμετρό του, ο Δερβενιώτης θέλοντας να ξεκαθαρίσει το όριο μεταξύ «ιστορικού εγχειριδίου» και δημιουργικής αναπαράστασης της εποχής, αναρωτιέται παιχνιδιάρικα «γίνανε όντως έτσι;». Διαβάζοντας λεπτομέρειες της αφήγησης, από ζουμερά ινφο (απεχθανόταν ο Γεώργιος Παπανδρέου τη φωνή του Μπιθικώτση;) μέχρι WTF επίκαιρα (μπήκανε τηλεοπτικοί δέκτες σε τηλεφωνικούς θαλάμους για τη δοκιμαστική εκπομπή του 1960;), δεν μπορείς να μην του γυρίσεις την ερώτηση. «Θα σας κουράσω λίγο με την μακροσκελή απάντηση: “Γίνανε όντως έτσι”. Όλα όσα αναφέρονται (και πολλά ακόμα που μπορεί να παραφαίνονται εξωπραγματικά για να είναι αληθινά), είναι 100% πραγματικά, καταγεγραμμένα σε memoirs και συνεντεύξεις από όσους τα ζήσανε. Ή, για να είμαστε απολύτως ακριβείς, είναι 100% πραγματικά στη μνήμη αυτών που μας τα μετέδωσαν ως πληροφορίες.
Να πω ότι αρχικά δεν γνώριζα τίποτα. Τάμπουλα Ράσα. Ό,τι ήξερα για τις απαρχές της ελληνικής τηλεόρασης (όπως οι περισσότεροι) ήταν τα διαδραματιζόμενα στη “Λούφα και Παραλλαγή”. Βάδισα λοιπόν στην απαραίτητη οδό διπλής κυκλοφορίας, ό,τι βιβλίο είχε γραφτεί για το θέμα συν προσωπικές συνεντεύξεις με ζώντες πρωταγωνιστές, και κράτησα τα κομμάτια όπου οι δύο οδοί τέμνονταν.
Οι δημιουργικές ελευθερίες ήταν οι αυτονόητες: φανταστικοί διάλογοι ανάμεσα σε πραγματικούς ανθρώπους όπου δεν υπήρχαν “χρονικογράφοι” να κρατάνε πρακτικά κι έτσι δεν μπορούμε να ξέρουμε τι ακριβώς είπαν, αλλά χρησίμευσαν (οι διάλογοι) για να μεταφέρουν ιστορικά επιβεβαιωμένες πληροφορίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις εξάντλησα τα όρια της αληθοφάνειας: Δηλαδή είναι μάλλον απίθανο να ήταν παρών ο Γεώργιος Παπανδρέου στο Α΄ Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης (σ.σ. Σεπτέμβριος 1960) και ακόμα πιο απίθανο να ήταν και ο Κόκκας και ο Μητσοτάκης και να τα πίνουν στον “Τόττη”. Αλλά η συγκυρία της ΔΕΘ το έκανε αρκούντως αληθοφανές να είναι εκεί και τότε διάφοροι “πολιτικοί παίκτες” κι όσα “συζήτησαν” ήταν αληθινά γεγονότα».
Η τηλεόραση πέθανε, ζήτω τα reels, ζήτω η τηλεόραση
«Ιουλιανά», «Αποστασία», «Ασπίδα», «Ανένδοτος» – όλα βγαλμένα από το λεξικό της νεότερης ελληνικής ιστορίας που δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι γνωρίζει π.χ. η Gen Z, με δεδομένο ότι η περίοδός τους υπάρχει και δεν υπάρχει στα σχολικά βιβλία. Παρολ’ αυτά, περνάνε με οργανικά επεξηγηματικό τρόπο στην αφήγηση, ενώ η βιβλιογραφία στο τέλος εξυπηρετεί και το further reading. «Ο σημερινός Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης είχε δηλώσει κάποια χρόνια πριν ότι “δεν ενδιαφέρουν κανέναν σήμερα αυτά. Ρωτήστε έναν 17άρη αν τον ενδιαφέρει τι έγινε το 1965. Το κόμικ αυτό είναι το δικό μας “κράτα τη μπύρα μου”», σημειώνει ο δημιουργός ενώ απαντώντας και στην παρατήρησή μου πώς ήταν να δουλεύει μια ιστορία που Ανδρέας Παπανδρέου και Κωνσταντίνος Μητσοτάκης βρίσκονται μεν στο κάδρο αλλά σε δευτερότριτους ρόλους ελπίζει ότι το κόμικ «θα δημιουργήσει ένα ευρύτερο πεδίο ιστορικής κατανόησης και σ’ ένα νεότερο κοινό, που ξέρει μόνο τις meme κληρονομιές περί “Γκαντέμη” κι “επί Αντρέα αυτό κι αυτό”».
Στο φινάλε είναι βέβαια η τηλεόραση. Είτε plasma, είτε με σεμεδάκι επί της οθόνης, ακόμα πανταχού παρούσα. Σήμερα που κάθε «δεν έχω/ δεν βλέπω τηλεόραση» αντιστοιχεί στο επόμενο ριλάκι που υπενθυμίζει ότι «η τηλεόραση πέθανε, όλα έχουν γίνει τηλεόραση». Ο Σπύρος Δερβενιώτης αρπάζει το φιλοσοφικό γάντι και τοποθετείται: «Κάπου εδώ νομίζω πρέπει να ξαναορίσουμε “τι είναι τηλεόραση”, γιατί μπορεί να μη βλέπω ούτε ειδήσεις ούτε reels, αλλά είμαι τρελός “σειράκιας”, οπότε…
Δεν πιστεύω ότι η τηλεόραση πέθανε, πιστεύω ότι πέθανε ο κινηματογράφος (και the art formerly known as “cinema” μετακόμισε στις μίνι σειρές). Στη φράση “έχουν γίνει τηλεόραση” περιγράφεται μια συνθήκη που δεν ακουμπά μόνο στα reels αλλά π.χ. και στην τέχνη της γελοιογραφίας, που έχει μετασχηματιστεί σε ερασιτεχνικά memes με λεζάντες φορεμένες σε ετοιματζίδικη (ή ΑΙ) εικόνα. Αυτό λοιπόν που είναι “αλλαγή υποδείγματος” δεν είναι η φύση του Μέσου, αλλά το ότι έχει πάψει να είναι οδός μονής κατεύθυνσης. Έχει γίνει πια όπλο στα χέρια όλων – με πολύ συζητήσιμες συνέπειες».
Άρα η αυτόματη δαιμονοποίηση της τηλεόρασης ως νόσου για κάθε θεραπεία, τελικά είναι πιο legit από ποτέ ή ένα τεμπελικό, βαρετό κλισέ; Ο Σπύρος Δερβενιώτης, όπως πάντα ετοιμοπόλεμος για μια καλή ποπ αναφορά, βάζει τους τίτλους τέλους: «“Kάθε τεχνολογία φέρνει οφέλη και κινδύνους. Τα οφέλη δε με αφορούν”. Κάποια στιγμή θα πρέπει να κάνω μπλουζάκι αυτή τη τη φράση του Ρικ Ντέκαρντ από το Βlade Runner».
«Η Πρώτη Μετάδοση», σε σενάριο-σχέδιο του Σπύρου Δερβενιώτη και χρώματα της Αγγελικής Σαμαλίκη, κυκλοφορεί στις 8 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως.