Η πυρηνική συμφωνία ΗΠΑ – Σ. Αραβίας και η νέα ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή

Διαβάζεται σε 10'
Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μοχάμαντ Μπιν Σαλμάν Αλ Σαούντ
Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μοχάμαντ Μπιν Σαλμάν Αλ Σαούντ Associated Press

Ο δρ. Μηνάς Λυριστής αναλύει στο NEWS 24/7 το γεωπολιτικό τοπίο την επομένη της πυρηνικής συμφωνίας ΗΠΑ – Σαουδικής Αραβίας.

Η υπογραφή, στις 22 Ιουλίου 2026, της συμφωνίας ειρηνικής πυρηνικής συνεργασίας μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σαουδικής Αραβίας αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στις σχέσεις των δύο χωρών μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Η λεγόμενη «Συμφωνία 123», η οποία συνοδεύεται από διμερή συμφωνία διασφαλίσεων, δημιουργεί το νομικό πλαίσιο για τη συμμετοχή αμερικανικών εταιρειών στην ανάπτυξη του σαουδαραβικού πυρηνικού προγράμματος. Η επίσημη αμερικανική ανακοίνωση παρουσιάζει τη συμφωνία ως μία πολυετή και πολλών δισεκατομμυρίων συνεργασία, που θα ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια, θα δημιουργήσει οικονομικές ευκαιρίες και θα υπηρετήσει τη μη διάδοση των πυρηνικών όπλων.

Ωστόσο, η πραγματική της σημασία υπερβαίνει κατά πολύ την κατασκευή αντιδραστήρων ή την πώληση αμερικανικής τεχνολογίας. Αφορά την επαναδιαπραγμάτευση της ίδιας της αμερικανοσαουδαραβικής σχέσης, τη θέση του Ριάντ στο σημερινό πολυκεντρικό διεθνές σύστημα και, τελικά, τη μελλοντική πυρηνική τάξη στη Μέση Ανατολή.

Για να γίνει κατανοητό το μέγεθος της μεταβολής, πρέπει να αποφεύγεται η εξιδανίκευση της παλαιάς συμμαχίας των δύο κρατών. Η σχέση που συμβολικά θεμελιώθηκε με τη συνάντηση του Φραγκλίνου Ρούζβελτ και του βασιλιά Αμπντουλαζίζ το 1945 στηρίχθηκε στη σύγκλιση διαφορετικών αναγκών: οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδίωκαν ασφαλή πρόσβαση στην ενέργεια και σταθερότητα στον Κόλπο, ενώ το σαουδαραβικό καθεστώς αναζητούσε εξωτερική προστασία, τεχνολογία και διεθνή αναγνώριση. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, οι δύο πλευρές διαφώνησαν για το Παλαιστινιακό, τις τιμές του πετρελαίου, το Ιράν, τον πόλεμο στην Υεμένη και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η σημερινή πυρηνική συνεργασία δεν διαγράφει αυτές τις αποκλίσεις. Τις εντάσσει όμως, σε ένα νέο πλαίσιο αμοιβαίας, αλλά λιγότερο αποκλειστικής, εξάρτησης.

AP Photo/Alex Brandon

Η συμφωνία δεν σημαίνει ότι αύριο θα αρχίσει η κατασκευή πυρηνικού σταθμού ούτε ότι η Σαουδική Αραβία αποκτά αυτομάτως πρόσβαση σε κάθε ευαίσθητη τεχνολογία. Οι συμφωνίες αυτού του τύπου αποτελούν προϋπόθεση του αμερικανικού δικαίου για ουσιαστική συνεργασία στον τομέα της πολιτικής πυρηνικής ενέργειας, καθορίζοντας τους όρους υπό τους οποίους μπορούν να μεταφερθούν αντιδραστήρες, υλικά, εξοπλισμός και τεχνογνωσία. Το κείμενο θα εξεταστεί από το Κογκρέσο και η διαδικασία αυτή θα είναι καθοριστική, επειδή μέχρι στιγμής δεν έχουν δημοσιοποιηθεί όλες οι τεχνικές και πολιτικές λεπτομέρειες.

Το βασικό ερώτημα είναι εάν η συμφωνία αποκλείει οριστικά τον εμπλουτισμό ουρανίου και την επανεπεξεργασία χρησιμοποιημένου καυσίμου στο σαουδαραβικό έδαφος ή εάν, αντιθέτως, αφήνει ανοικτή μία μελλοντική νομική και τεχνολογική οδό. Οι πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές συγκλίνουν στο δεύτερο ενδεχόμενο, χωρίς όμως να έχει ακόμη παρουσιαστεί δημόσια το πλήρες καθεστώς περιορισμών, ελέγχων και πρόσβασης στις εγκαταστάσεις.

Η αβεβαιότητα αυτή εξηγεί γιατί η συμφωνία προκαλεί ταυτόχρονα ενθουσιασμό και ανησυχία στην Ουάσινγκτον. Για την αμερικανική κυβέρνηση, η επιλογή είναι πρωτίστως γεωπολιτική. Εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνηθούν να συνεργαστούν με το Ριάντ, η Σαουδική Αραβία διαθέτει εναλλακτικούς εταίρους, κυρίως την Κίνα και, σε μικρότερο βαθμό, τη Ρωσία ή άλλες χώρες με αναπτυγμένη πυρηνική βιομηχανία. Η αμερικανική συμμετοχή επιτρέπει στην Ουάσινγκτον να διατηρήσει τεχνολογική και εμπορική επιρροή σε έναν στρατηγικό τομέα, να εξασφαλίσει μεγάλες συμβάσεις για τις επιχειρήσεις της και να εμποδίσει την περαιτέρω διείσδυση του Πεκίνου στον Κόλπο. Υπό αυτό το πρίσμα, η συμφωνία εντάσσεται στο ευρύτερο πλέγμα συνεργασιών που διαμορφώθηκε το 2025 στους τομείς της άμυνας, της τεχνητής νοημοσύνης, των κρίσιμων ορυκτών, των επενδύσεων και των εφοδιαστικών αλυσίδων.

Για τη Σαουδική Αραβία, το πυρηνικό πρόγραμμα εξυπηρετεί περισσότερους από έναν στόχους. Πρώτον, εντάσσεται στο «Όραμα 2030» και στην προσπάθεια διαφοροποίησης του ενεργειακού μείγματος. Μία χώρα που διαθέτει τεράστια αποθέματα πετρελαίου δεν επιδιώκει την πυρηνική ενέργεια επειδή στερείται καυσίμων, αλλά επειδή θέλει να περιορίσει την εσωτερική κατανάλωση υδρογονανθράκων, να διατηρήσει μεγαλύτερες ποσότητες για εξαγωγή και να υποστηρίξει μία οικονομία με αυξανόμενες ανάγκες ηλεκτρισμού, αφαλάτωσης, βιομηχανικής παραγωγής και ψηφιακών υποδομών. Δεύτερον, η πυρηνική τεχνολογία συνδέεται με την ανάπτυξη ανθρώπινου κεφαλαίου, εγχώριων βιομηχανικών δυνατοτήτων και επιστημονικού κύρους. Τρίτον, και σημαντικότερο, αποτελεί εργαλείο στρατηγικής αυτονομίας. Το Ριάντ δεν έχει σκοπό να αγοράσει έναν αντιδραστήρα. Ουσιαστικά επιδιώκει να συμμετέχει όσο το δυνατόν περισσότερο στον κύκλο παραγωγής, διαχείρισης και αξιοποίησης της πυρηνικής ενέργειας.

Πυρηνική ενέργεια istockphoto

Ακριβώς σε αυτό το σημείο ανακύπτει το πρόβλημα της μη διάδοσης. Ο εμπλουτισμός ουρανίου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την παραγωγή καυσίμου χαμηλού εμπλουτισμού, αλλά η ίδια τεχνολογική βάση, εφόσον αναπτυχθεί περαιτέρω, μπορεί να οδηγήσει σε υλικό κατάλληλο για πυρηνικό όπλο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Σαουδική Αραβία αποφάσισε να αποκτήσει πυρηνική βόμβα. Μία τέτοια ερμηνεία είναι απλουστευτική και δεν λαμβάνει υπόψη το τεράστιο πολιτικό, οικονομικό και στρατηγικό κόστος μιας τέτοιας επιλογής. Σημαίνει, όμως, ότι η απόκτηση γνώσης, υποδομών και δικαιωμάτων στον πυρηνικό κύκλο μειώνει τον χρόνο και τις εξωτερικές εξαρτήσεις που θα αντιμετώπιζε το Βασίλειο σε μία μελλοντική κρίση. Στις διεθνείς σχέσεις, η δυνατότητα δεν ταυτίζεται με την πρόθεση, αλλά επηρεάζει την αντίληψη των άλλων κρατών και, επομένως, τη συμπεριφορά τους.

Η σύγκριση με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είναι αναπόφευκτη. Η αμερικανοεμιρατινή συμφωνία του 2009 θεωρήθηκε το «χρυσό πρότυπο», επειδή το Άμπου Ντάμπι παραιτήθηκε από τον εγχώριο εμπλουτισμό και την επανεπεξεργασία. Το Ριάντ, αντιθέτως, αρνείται εδώ και χρόνια να αποδεχθεί ότι θα πρέπει να δεσμευθεί σε αυστηρότερους όρους από εκείνους που διεκδικεί ή διαθέτει το Ιράν. Επίσης, η μέχρι τώρα πληροφόρηση δείχνει ότι η νέα συμφωνία δεν συνοδεύεται από την υιοθέτηση του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας, το οποίο παρέχει ευρύτερες δυνατότητες ελέγχου, συμπεριλαμβανομένης της πρόσβασης σε μη δηλωμένες εγκαταστάσεις. Εάν αυτό επιβεβαιωθεί, το επιχείρημα ότι η αμερικανική εμπλοκή εγγυάται από μόνη της το υψηλότερο επίπεδο διαφάνειας θα παραμείνει ανεπαρκές.

Ντόναλντ Τραμπ
Ντόναλντ Τραμπ AP Photo/Alex Brandon

Νέα ισορροπία ισχύος στη Μέση Ανατολή

Η χρονική συγκυρία καθιστά το ζήτημα ακόμη πιο ευαίσθητο. Η συμφωνία υπογράφεται μετά τη στρατιωτική σύγκρουση του 2026 με το Ιράν και ενώ η περιφερειακή ασφάλεια εξακολουθεί να συνδέεται με το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, τους βαλλιστικούς πυραύλους, τους μη κρατικούς συμμάχους της Τεχεράνης και την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών του Κόλπου. Η εξομάλυνση των σαουδαραβοϊρανικών σχέσεων το 2023 μπορεί να μην εξάλειψε τη δομική αντιπαλότητα μεταξύ των δύο κρατών -δεν ΄ήταν αυτός ο στόχος. Λειτούργησε ως μηχανισμός περιορισμού του κινδύνου, επειδή και οι δύο πλευρές αναγνώρισαν ότι μία ανεξέλεγκτη σύγκρουση θα είχε μεγαλύτερο κόστος από τα πιθανά οφέλη. Η νέα συμφωνία με τις ΗΠΑ ενισχύει την αποτροπή και τη διαπραγματευτική θέση του Ριάντ, χωρίς να το υποχρεώνει να εγκαταλείψει την πολιτική αποκλιμάκωσης με την Τεχεράνη. Πρόκειται για χαρακτηριστικό παράδειγμα στρατηγικής εξισορρόπησης και όχι για επιστροφή σε μία μονοδιάστατη εξάρτηση από την Ουάσινγκτον.

Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στο δίπολο Ριάντ–Τεχεράνη. Η Τουρκία και η Αίγυπτος παρακολουθούν κάθε μεταβολή στην κατανομή τεχνολογικής και στρατηγικής ισχύος, ενώ τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα θα χρειαστεί να αξιολογήσουν εάν η δική τους παραίτηση από τον εμπλουτισμό εξακολουθεί να ανταμείβεται πολιτικά. Έτσι, ακόμη και ένα απολύτως ειρηνικό σαουδαραβικό πρόγραμμα μπορεί να αλλάξει τα κίνητρα των υπολοίπων κρατών. Το πλέον σημαντικό ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος διαθέτει σήμερα πυρηνικά όπλα, αλλά ποιος αποκτά τις υποδομές, τη γνώση και το θεσμικό δικαίωμα να μειώσει την απόσταση από μία δυνητική στρατιωτική δυνατότητα. Εάν δημιουργηθούν διαφορετικά μέτρα και σταθμά, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι μία περιφερειακή αλυσιδωτή αντίδραση, στην οποία κάθε κράτος θα παρουσιάζει τη δική του πυρηνική φιλοδοξία ως αναγκαία απάντηση στις επιλογές των γειτόνων του.

Στη συμφωνία προστίθεται και το ζήτημα της εξομάλυνσης των σχέσεων της Σαουδικής Αραβίας με το Ισραήλ. Η δημόσια σύνδεση της πυρηνικής συνεργασίας με την ένταξη του Ριάντ στις Συμφωνίες του Αβραάμ δείχνει ότι, παρά την υπογραφή, το πολιτικό πακέτο παραμένει ατελές. Η σαουδαραβική ηγεσία δεν απορρίπτει καταρχήν την εξομάλυνση, αλλά έχει καταστήσει σαφές ότι απαιτείται μία αξιόπιστη πορεία προς την ίδρυση παλαιστινιακού κράτους. Μετά τον πόλεμο στη Γάζα, η ασυνέχεια υπεράσπισης του Παλαιστινιακού λαού θα είχε σημαντικό κόστος για ένα καθεστώς που διεκδικεί ηγετικό ρόλο στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο και φέρει τον τίτλο του Θεματοφύλακα των δύο Ιερών Τεμενών. Κατά συνέπεια, η πυρηνική συμφωνία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μοχλός πίεσης από την Ουάσινγκτον, αλλά και ως διαπραγματευτικό χαρτί από το Ριάντ, χωρίς να εγγυάται ότι το Παλαιστινιακό εμπόδιο έχει ξεπεραστεί.

Αγοράκι στη Γάζα (φωτογραφία αρχείου) Associated Press

Η συμφωνία, επομένως, δεν αναβιώνει το παλαιό δόγμα «πετρέλαιο έναντι ασφάλειας». Η Σαουδική Αραβία του 2026 δεν είναι η σχετικά αδύναμη και εξαρτημένη μοναρχία των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών. Διαθέτει μεγαλύτερη οικονομική ισχύ, περισσότερες διεθνείς επιλογές και μία ηγεσία που επιδιώκει να μετατρέψει το Βασίλειο σε τεχνολογικό, επενδυτικό και πολιτικό κέντρο. Παράλληλα, όμως, εξακολουθεί να χρειάζεται τις αμερικανικές εγγυήσεις, τα οπλικά συστήματα, τη διαλειτουργικότητα, την τεχνολογία και την πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την πλευρά τους, δεν εξαρτώνται από το σαουδαραβικό πετρέλαιο όπως στο παρελθόν, αλλά δεν μπορούν να αποδεχθούν εύκολα έναν Αραβοπερσικό Κόλπο στον οποίο η Κίνα θα αποτελεί τον κύριο τεχνολογικό και στρατηγικό εταίρο.

Το τελικό αποτέλεσμα θα κριθεί από τρεις παράγοντες: το πλήρες περιεχόμενο των διασφαλίσεων, την αντίδραση του Κογκρέσου και τον τρόπο με τον οποίο θα συνδεθεί η εφαρμογή της συμφωνίας με το Ιράν, το Ισραήλ και το Παλαιστινιακό. Εάν το καθεστώς ελέγχων είναι σαφές, αυστηρό και επαληθεύσιμο, η αμερικανική συμμετοχή μπορεί να εντάξει τη σαουδαραβική πυρηνική φιλοδοξία σε ένα πιο ελεγχόμενο πλαίσιο. Εάν, όμως, η εμπορική και γεωπολιτική σκοπιμότητα υπερισχύσει της διαφάνειας, η συμφωνία θα δημιουργήσει ένα επικίνδυνο προηγούμενο, ενθαρρύνοντας και άλλα κράτη της περιοχής να ζητήσουν αντίστοιχες δυνατότητες.

Η Ουάσινγκτον και το Ριάντ επιχειρούν να συνδυάσουν τρεις δύσκολα συμβατούς στόχους: τη σαουδαραβική στρατηγική αυτονομία, την αμερικανική τεχνολογική και γεωπολιτική πρωτοκαθεδρία και τη διατήρηση ενός αξιόπιστου καθεστώτος μη διάδοσης. Από το εάν θα πετύχουν αυτή την ισορροπία θα εξαρτηθεί αν η συμφωνία θα ενισχύσει την περιφερειακή σταθερότητα ή αν, αντιθέτως, θα εγκαινιάσει έναν νέο και περισσότερο επικίνδυνο πυρηνικό ανταγωνισμό στη Μέση Ανατολή.

* Ο Μηνάς Λυριστής είναι Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου Αιγαίου, με ειδίκευση στη Σαουδική Αραβία και την πολιτική του Κόλπου. Είναι Ερευνητής στο Κέντρο Μεσανατολικής Πολιτικής Ανάλυσης-ΚΕΑΜΕΠ και Junior Scholar (Gulf Affairs) στο Strategy International Think Tank.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα