ΕΙΔΑΜΕ ΤΗΝ ΕΙΡΗΝΗ ΤΩΝ ΚΑΡΑΘΑΝΟΥ – ΔΕΛΗΒΟΡΙΑ : Ο ΓΟΡΙΛΑΣ ΚΑΙ Η ΠΙΟ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΗ ΕΙΡΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΠΟΣΤΟΛΗ
Η “Ειρήνη” μετατρέπεται στα χέρια του Νίκου Καραθάνου σε ένα ονειρικό, ξέφρενο και βαθιά συγκινητικό ταξίδι από το Μαρούσι στον Όλυμπο και από εκεί στον Κάτω Κόσμο, με έναν εξαιρετικό θίασο, έξοχη μουσική και έναν Πόλεμο που επιστρέφει ως γορίλας.
Κάθε παράσταση του Νίκου Καραθάνου είναι ένα ταξίδι σε έναν ιδιοσυγκρασιακό κόσμο στον οποίο η παιδικότητα συναντά το πένθος, το χυδαίο ακουμπά το ιερό και το γέλιο μπορεί, χωρίς καμία προειδοποίηση, να μετατραπεί σε βαθιά συγκίνηση.
Οι ήρωές του είναι συχνά πλάσματα αδέξια, ευάλωτα, υπερβολικά και μόνα. Περιπλανώνται μέσα σε τοπία που μοιάζουν να έχουν ξεπηδήσει από όνειρο, παραμύθι ή παλιά παιδική ανάμνηση, αναζητώντας κάποιον που χάθηκε, έναν Θεό που έχει αποχωρήσει ή έναν τρόπο να συνεχίσουν να ζουν.
Από αυτό το σύμπαν σχεδόν ποτέ οι νεκροί δεν παραμένουν σε ασφαλή απόσταση από τους ζωντανούς. Επιστρέφουν ως σκιές, φωνές, μνήμες και ανοιχτές πληγές. Δεν αποτελούν το τέλος της ιστορίας, εξακολουθούν να κατοικούν μέσα της.
Η «Ειρήνη» του Αριστοφάνη που είδαμε στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου, μοιάζει να συναντά ιδανικά το θέατρο που κάνει ο Νίκος Καραθάνος. Γιατί, μπορεί η τραγωδία να αναζητεί βασιλιάδες και μυθικούς οίκους, ο Αριστοφάνης ωστόσο παίρνει τον ασήμαντο άνθρωπο της καθημερινότητας και τον ανακηρύσσει σωτήρα. Έναν αγρότη, έναν άνθρωπο του κοτετσιού και του αμπελιού, κάποιον χωρίς εξουσία ή κύρος, που αποφασίζει να κάνει αυτό που οι θεοί και οι πολιτικοί δεν μπορούν. Αυτή η πίστη στον «μικρό» άνθρωπο βρίσκεται και στον πυρήνα της παράστασης.
Η «Ειρήνη» του 421 π.Χ. φτάνει στο σήμερα
Ο Αριστοφάνης παρουσίασε την «Ειρήνη» το 421 π.Χ., ενώ ο Πελοποννησιακός Πόλεμος είχε ήδη εξαντλήσει Αθήνα και Σπάρτη. Ο Αθηναίος αμπελουργός Τρυγαίος, απελπισμένος από τη συνεχιζόμενη αιματοχυσία, αποφασίζει να ανέβει στον Όλυμπο πάνω σε έναν γιγάντιο κοπροκάνθαρο και να ζητήσει από τον Δία να βάλει τέλος στον πόλεμο.
Όταν φτάνει εκεί, ανακαλύπτει ότι οι θεοί έχουν εγκαταλείψει τους ανθρώπους. Ο Πόλεμος έχει μείνει κυρίαρχος και κρατά την Ειρήνη φυλακισμένη. Εφόσον οι θεοί δεν πρόκειται να βοηθήσουν, οι άνθρωποι οφείλουν να την απελευθερώσουν μόνοι τους.
Η διασκευή του Φοίβου Δεληβοριά κρατά τον βασικό πυρήνα του έργου, αλλά δεν αρκείται σε μια σύγχρονη απόδοση της γλώσσας του. “Ανοίγει” το αριστοφανικό υλικό, το εμπλουτίζει με νέα πρόσωπα, μετατοπίζει τις ισορροπίες του και μετατρέπει τον Πελοποννησιακό Πόλεμο σε εικόνα κάθε πολέμου.
Ο πόλεμος δεν είναι πια ένα γεγονός περιορισμένο στην Αθήνα και στη Σπάρτη. Είναι μια διαρκής ανθρώπινη κατασκευή, η οποία αλλάζει μέσα, τεχνολογία και ρητορική, χωρίς να χάνει ποτέ τον ίδιο καταστροφικό πυρήνα. Από τους καταπέλτες και το υγρό πυρ φτάνει στα στρατόπεδα εξόντωσης, στην ατομική βόμβα, στα χημικά όπλα, στα drones, στις μηχανές προπαγάνδας, στα fake news, στους αποκλεισμούς πληθυσμών και στις γενοκτονίες.
Το αρχαίο κείμενο δεν αντιμετωπίζεται ως κειμήλιο που πρέπει να προστατευτεί, αλλά ως ζωντανή ύλη, προορισμένη να συνομιλεί με το παρόν. Ο ίδιος ο Αριστοφάνης έγραφε για την πολιτική επικαιρότητα, τα πρόσωπα, τις αντιφάσεις και τα σκάνδαλα της εποχής του. Αντίστοιχα, η διασκευή περνά μέσα από σύγχρονα πολιτικά υπονοούμενα, αναγνωρίσιμες ατάκες και νύξεις στην τρέχουσα δημόσια ζωή, χωρίς να παύει να διατηρεί τη βασική διαδρομή του έργου.
Από τον Τρυγαίο στην… Τρυγαία
Η πιο χαρακτηριστική ανατροπή της διασκευής είναι ότι ο Τρυγαίος γίνεται Τρυγαία, με τη Γαλήνη Χατζηπασχάλη στον κεντρικό ρόλο.
Η Τρυγαία είναι αγρότισσα, χήρα, μητέρα και εργαζόμενη. Δεν παρακολουθεί τον πόλεμο από απόσταση. Τον πληρώνει με το κατεστραμμένο αμπέλι της, τον κλειστό πάγκο στη λαϊκή, την πείνα των παιδιών της και τον θάνατο του συζύγου της. Η ειρήνη, επομένως, δεν είναι για εκείνη αφηρημένη πολιτική έννοια. Είναι η δυνατότητα να ξαναλειτουργήσει η καθημερινότητα, να τραφεί μια οικογένεια και να συνεχιστεί η ζωή.
Σε μια εποχή κατά την οποία η θέση των γυναικών, η ισότητα και η αόρατη εργασία της φροντίδας βρίσκονται στο κέντρο της δημόσιας συζήτησης, η επιλογή μετακινεί εύστοχα την οπτική του έργου. Η Τρυγαία, η Αθηνά, η Ειρήνη και η Οπώρα δεν είναι απλώς γυναικείες παρουσίες μέσα σε έναν ανδρικό μύθο. Γίνονται το όχημα για το αναποδογύρισμα του αριστοφανικού κόσμου.
Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη διαθέτει άφθονη κωμική αμεσότητα, τη σωματική ελευθερία και τη λαϊκή ενέργεια που απαιτεί ο ρόλος, χωρίς να χάνει τη μελαγχολία που υπάρχει πίσω από την υπερβολή. Η Τρυγαία της μπορεί να βρίζει, να φωνάζει, να μαλώνει με τα παιδιά της – έξοχη μεταφορά στο σήμερα, το γεγονός ότι τα παιδιά της την κατηγορούν ότι είναι απούσα, ότι δεν θυμάται τα ονόματά τους, ότι δεν τα βλέπει πραγματικά- και να αντιμετωπίζει τους θεούς σαν δύστροπους γείτονες, αλλά παραμένει μια γυναίκα εξαντλημένη από τη ζωή και αποφασισμένη να κάνει το αδιανόητο επειδή δεν της έχει απομείνει άλλη επιλογή.
Ευφυής και ξεκαρδιστική είναι η τηλεφωνική συνομιλία της με τη Λυσιστράτη. Οι δύο αριστοφανικές ηρωίδες εμφανίζονται σαν να ζουν την ίδια στιγμή και ανταγωνίζονται για το ποια θα καταφέρει να φέρει πρώτη την ειρήνη. Η μία προτείνει τη σεξουαλική αποχή, η άλλη την πτήση προς τον Όλυμπο.
Τα έργα επικοινωνούν μεταξύ τους και η αρχαιότητα παίρνει άλλες διαστάσεις. Συμβαίνει εδώ και τώρα, με κακό σήμα στο τηλέφωνο, λαϊκές αγορές, SUV και καθημερινές βρισιές.
Ένας κοπροπήγασος στο διάστημα
Το γιγάντιο σκαθάρι του Αριστοφάνη διατηρείται, αλλά μετατρέπεται σε καμπριόλα, SUV, σακαράκα και αυτοσχέδιο διαστημόπλοιο.
Η Τρυγαία δεν ανεβαίνει απλώς στον Όλυμπο. Περνά από πλανήτες, αστερισμούς και δορυφόρους, μέσα σε μια σκηνή που συνδυάζει την αρχαία μυθολογία με την επιστημονική φαντασία, τα παλιά κόμικς, τον Καραγκιόζη και την παιδική φαντασίωση μιας κατασκευής που μπορεί πράγματι να πετάξει.
Ο κοπροπήγασος γίνεται το απόλυτο σύμβολο του κόσμου της παράστασης. Είναι γελοίος και ταυτόχρονα θαυμαστός. Φτιαγμένος από το πιο ταπεινό υλικό, καταφέρνει να σηκωθεί στον ουρανό.
Η σύνδεση του υψηλού με το χαμηλό βρίσκεται ήδη στον Αριστοφάνη, αλλά εδώ αποκτά και μια σύγχρονη διάσταση. Η σωτηρία δεν έρχεται από τους ισχυρούς ούτε από μια τέλεια τεχνολογική μηχανή. Έρχεται από τη λαϊκή εφευρετικότητα, την παράγκα, την ανάγκη και την «μπάσταρδη σοφία» εκείνων που αναγκάζονται να δημιουργήσουν κάτι από τα απομεινάρια του κόσμου.
Από τον Ερμή στην Αθηνά
Η “μετατροπή” του Θεού Ερμή σε Αθηνά αποδεικνύεται απόλυτα λειτουργική. Η πολιούχος της Αθήνας έχει σαφώς ισχυρότερη σχέση με την πόλη, την ευθύνη της και την εγκατάλειψή της από τους θεούς.
Η Έμιλυ Κολιανδρή την υποδύεται έξοχα σαν μια θεότητα που θέλει να διατηρήσει το κύρος της, ενώ γύρω της έχει ήδη διαλυθεί ο κόσμος που το δικαιολογούσε. Είναι αυστηρή, κωμική, νευρική, συχνά αμήχανη και ταυτόχρονα βαθιά θλιμμένη.
Έχει μείνει μόνη στον Όλυμπο να φυλάει τα σερβίτσια των θεών και το ντουλάπι με τους κεραυνούς του Δία. Οι υπόλοιποι θεοί έχουν αποχωρήσει ακόμη ψηλότερα, για να μη βλέπουν πλέον τους ανθρώπους να σκοτώνονται.
Ο Πόλεμος είναι γορίλας
Μία από τις πιο εύστοχες σκηνικές επιλογές είναι η μετατροπή του Πολέμου σε γορίλα.
Ο Πόλεμος δεν χρειάζεται πλέον να μιλήσει. Βρυχάται, απειλεί και καταλαμβάνει τον χώρο με το βάρος του σώματός του. Είναι μια πρωτόγονη, ωμή δύναμη, πριν από κάθε πολιτική εξήγηση και κάθε ιδεολογικό άλλοθι.
Ο Τάραχος – που τον ερμηνεύει ο Πάνος Παπαδόπουλος με τη χαρακτηριστική του κωμική ακρίβεια και την αβίαστη σκηνική του ενέργεια – ο γιος του Πολέμου αναλαμβάνει δράση. Θεωρεί τον πατέρα του ξεπερασμένο, εγκλωβισμένο στην εποχή των δοράτων και των τριήρων. Του παρουσιάζει τις νέες δυνατότητες του πολέμου: τα χημικά, τα στρατόπεδα εξόντωσης, την πυρηνική βόμβα, τα drones, τα έξυπνα όπλα και την προπαγάνδα.
Ο Τάραχος σχεδιάζει ήδη και τον δικό του απόγονο: τον «Αλγόριθμο». Ο πόλεμος περνά από το πρωτόγονο σώμα του γορίλα στην οργανωμένη τεχνολογία του γιου και από εκεί στην αυτοματοποίηση. Η επόμενη γενιά δεν θα χρειάζεται ούτε θυμό ούτε ιδεολογία. Θα μπορεί να επιλέγει, να στοχοποιεί και να σκοτώνει μέσω συστημάτων.
Ο Γιάννης Κότσιφας, ως Δούλος, σαρώνει την αργολική ορχήστρα μέσα σε αυτή λαϊκή και σκατολογική κωμωδία, ενώ ο Θανάσης Αλευράς εντάσσεται με τρόπο απολαυστικό στο σύμπαν του Νίκου Καραθάνου. Η σκηνική του άνεση και η σωματική του ελευθερία τον καθιστούν οργανικό κομμάτι αυτού του κόσμου, όπου κάθε σοβαρότητα μπορεί ανά πάσα στιγμή να ανατραπεί από μια χειρονομία, μια γκριμάτσα ή μια ξαφνική αλλαγή τόνου.
Η Ειρήνη, η Οπώρα και ένας κόσμος που δεν ξέρει πώς να σωθεί
Επόμενοι σταθμοί περιοδείας προπώληση εισιτηρίων:
https://www.more.com/gr-el/