Πώς επηρεάζει την υγεία μας η μη συστηματική αφόδευση

Διαβάζεται σε 6'
Γυναίκα με χαρτί υγείας στην τουαλέτα
Γυναίκα με χαρτί υγείας στην τουαλέτα iStock

Νέα έρευνα δείχνει ότι ο χρόνος εντερικής διέλευσης επηρεάζει το μικροβίωμα και ενδέχεται να συνδέεται με σοβαρές παθήσεις εντός και εκτός εντέρου.

Μπορεί να μην το σκεφτόμαστε συχνά, όμως το πεπτικό μας σύστημα εργάζεται αδιάκοπα, επεξεργαζόμενο τις τροφές που έχουμε καταναλώσει.

Τα θρεπτικά συστατικά απορροφώνται και αξιοποιούνται από τον οργανισμό για την παραγωγή ενέργειας, ενώ ό,τι δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί μετατρέπεται σταδιακά σε κόπρανα και αποβάλλεται.

Ο χρόνος που απαιτείται για να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία διαφέρει σημαντικά από άνθρωπο σε άνθρωπο και, όπως δείχνουν νεότερα επιστημονικά δεδομένα, ενδέχεται να παίζει πολύ σημαντικότερο ρόλο στην υγεία μας απ’ όσο πιστεύαμε μέχρι σήμερα.

Ο λεγόμενος χρόνος εντερικής διέλευσης είναι το διάστημα που χρειάζεται η τροφή για να διασχίσει ολόκληρο το πεπτικό σύστημα. Σύμφωνα με έρευνες, η διάρκειά του μπορεί να επηρεάζει τη σύσταση και τη λειτουργία του εντερικού μικροβιώματος και, κατά συνέπεια, να συνδέεται με τον κίνδυνο εμφάνισης διαφόρων ασθενειών.

Σε ανασκόπηση που δημοσιεύθηκε το 2023 στο επιστημονικό περιοδικό Gut, ερευνητές από τη Δανία και το Βέλγιο μελέτησαν τη διαθέσιμη βιβλιογραφία γύρω από τον χρόνο εντερικής διέλευσης. Το συμπέρασμά τους ήταν ότι πρόκειται για έναν παράγοντα ο οποίος, παρότι επηρεάζει ουσιαστικά το μικροβίωμα του εντέρου, έχει έως σήμερα παραμεληθεί από την επιστημονική έρευνα.

«Τα δεδομένα που συγκεντρώνονται δείχνουν ότι ο χρόνος εντερικής διέλευσης αποτελεί βασικό παράγοντα για τη διαμόρφωση της σύνθεσης και της δραστηριότητας του εντερικού μικροβιώματος, στοιχεία που συνδέονται άμεσα με την ανθρώπινη υγεία», αναφέρουν οι επιστήμονες. Επικεφαλής της ομάδας ήταν ο ερευνητής του μικροβιώματος Henrik Roager, από το Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης.

Όπως επισημαίνουν, τόσο οι μεγάλες πληθυσμιακές έρευνες όσο και οι μικρότερες μελέτες έχουν δείξει ότι ο χρόνος εντερικής διέλευσης είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που εξηγούν τις διαφορές στη μικροβιακή σύσταση των κοπράνων από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Παρόλα αυτά, σπάνια λαμβάνεται υπόψη στις μελέτες για το ανθρώπινο εντερικό μικροβίωμα.

Τι επηρεάζει τον χρόνο εντερικής διέλευσης

Η ανασκόπηση δεκάδων επιστημονικών μελετών έδειξε ότι η ταχύτητα με την οποία οι τροφές διασχίζουν το πεπτικό σύστημα επηρεάζεται από πολλούς και διαφορετικούς παράγοντες.

Καθοριστικό ρόλο παίζουν η διατροφή και η σύσταση των τροφίμων, ενώ διαφορές παρατηρούνται και ανάλογα με το φύλο. Σε γενικές γραμμές, ο χρόνος εντερικής διέλευσης είναι μικρότερος στους άνδρες, ενώ αυξάνεται συνήθως με την ηλικία.

Παράλληλα, η σωματική δραστηριότητα, το άγχος, η λήψη φαρμάκων και η γενετική προδιάθεση μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία του εντέρου. Μάλιστα, ο χρόνος διέλευσης δεν διαφέρει μόνο μεταξύ των ανθρώπων, αλλά μπορεί να μεταβάλλεται ακόμη και στο ίδιο άτομο, ανάλογα με τις συνθήκες και τις καθημερινές του συνήθειες.

Οι διακυμάνσεις αυτές έχουν σημασία, επειδή τόσο η υπερβολικά αργή όσο και η υπερβολικά γρήγορη διέλευση μπορεί, όταν επιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα, να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις στον οργανισμό.

Η σχέση με τις παθήσεις του εντέρου και τον καρκίνο

Η αργή εντερική διέλευση μπορεί να ευνοήσει την υπερανάπτυξη βακτηρίων στο λεπτό έντερο. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται συχνά σε άτομα με σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου και, σύμφωνα με τους ερευνητές, ενδέχεται να συνδέεται άμεσα με τη διαταραχή της κινητικότητας του πεπτικού συστήματος.

Αντίστοιχη σχέση μπορεί να υπάρχει και με τις φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου, οι οποίες συχνά εκδηλώνονται με διάρροια, δυσκοιλιότητα ή εναλλαγή των δύο συμπτωμάτων.

«Τόσο η δυσκοιλιότητα όσο και οι φλεγμονώδεις νόσοι του εντέρου αποτελούν παράγοντες κινδύνου για την ανάπτυξη καρκίνου του παχέος εντέρου», γράφουν οι επιστήμονες.

Ο καρκίνος του παχέος εντέρου συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τον δυτικό τρόπο διατροφής και με τον παρατεταμένο χρόνο εντερικής διέλευσης. Και οι δύο παράγοντες μπορούν να μεταβάλουν τη σύνθεση των χολικών οξέων μέσα στο έντερο, δημιουργώντας ένα περιβάλλον που ενδέχεται να ευνοεί την εμφάνιση της νόσου.

Οι πιθανές επιπτώσεις, ωστόσο, δεν περιορίζονται αποκλειστικά στο πεπτικό σύστημα. Η δυσκοιλιότητα και οι μεταβολές στις συνήθειες του εντέρου έχουν συσχετιστεί και με νευρολογικές παθήσεις, όπως η νόσος Πάρκινσον, η νόσος Αλτσχάιμερ και η σκλήρυνση κατά πλάκας.

Αν και οι μηχανισμοί που κρύβονται πίσω από αυτές τις συσχετίσεις δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως, οι ερευνητές εκτιμούν ότι η αργή διέλευση μπορεί να στερήσει από τα μικρόβια του εντέρου τους υδατάνθρακες που χρησιμοποιούν ως πηγή ενέργειας.

Όταν οι ζυμώσιμοι υδατάνθρακες εξαντληθούν προτού τα κόπρανα φτάσουν στο τελικό τμήμα του παχέος εντέρου, τα βακτήρια στρέφονται στη διάσπαση πρωτεϊνών. Έτσι, μειώνεται η παραγωγή των ωφέλιμων λιπαρών οξέων βραχείας αλύσου και αυξάνεται η παραγωγή ουσιών που μπορεί να είναι επιβλαβείς για τον οργανισμό.

Ο χειρουργός παχέος εντέρου Ketan Thanki, από το Long Beach Medical Center στην Καλιφόρνια, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη, εξήγησε:

«Όταν η διέλευση επιβραδύνεται, οι ζυμώσιμοι υδατάνθρακες εξαντλούνται προτού τα κόπρανα φτάσουν στο τελικό τμήμα του παχέος εντέρου. Τότε τα βακτήρια σταματούν να ζυμώνουν υδατάνθρακες, διαδικασία που παράγει ωφέλιμα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου, και στρέφονται στη ζύμωση πρωτεϊνών».

Η διαδικασία αυτή οδηγεί στην παραγωγή μεταβολιτών, όπως αμμωνία, υδρόθειο, φαινόλες και ινδόλες. Οι ουσίες αυτές μπορεί να είναι τοξικές για τα κύτταρα του παχέος εντέρου, να προκαλέσουν βλάβες στο DNA, να ενισχύσουν την εμφάνιση μεταλλάξεων και να αποδυναμώσουν τον εντερικό φραγμό. Ως αποτέλεσμα, είναι πιθανό να διευκολύνεται η εκδήλωση συστηματικής φλεγμονής.

Ένα κρίσιμο πεδίο για τη μελλοντική έρευνα

Η ανασκόπηση δεν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ένας μεγάλος ή μικρός χρόνος εντερικής διέλευσης είναι από μόνος του καλός ή κακός. Αντίθετα, υπογραμμίζει ότι η επιστημονική κοινότητα δεν έχει ακόμη κατανοήσει πλήρως πόσο καθοριστικός μπορεί να είναι αυτός ο παράγοντας για την υγεία και την εμφάνιση ασθενειών.

«Εντάσσοντας τη μέτρηση του χρόνου εντερικής διέλευσης στις μελέτες για το μικροβίωμα, μπορούμε να κατανοήσουμε καλύτερα τις σχέσεις ανάμεσα στο εντερικό μικροβίωμα, τη διατροφή και τις ασθένειες», καταλήγουν οι ερευνητές.

Η γνώση αυτή θα μπορούσε στο μέλλον να αποδειχθεί ιδιαίτερα σημαντική για την πρόληψη, τη διάγνωση και τη θεραπεία παθήσεων τόσο του εντέρου όσο και άλλων οργάνων, σε όλα τα στάδια της ζωής.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα