ΔΕΗ
ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΣΕΖΟΝ ΣΤΗΝ ΙΣΛΑΝΔΙΑ: “ΕΔΩ ΣΕ ΘΕΩΡΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΚΥΛΙ”

Τρεις νέοι Έλληνες μιλούν για τη νέα τους ζωή στην Ισλανδία. Εκεί όπου αναζήτησαν αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και μια σεζόν που θα τους επιτρέπει να εργάζονται αλλά και να ζουν παράλληλα.

Έφυγαν από την Ελλάδα αναζητώντας μια διαφορετική «καλοκαιρινή» σεζόν.

Στην Ισλανδία βρήκαν μισθούς που μπορούν να ξεπεράσουν τα 3.500 ευρώ, πληρωμένες υπερωρίες και εργασιακούς κανόνες που εφαρμόζονται. 

Βρήκαν όμως και ένα πανάκριβο Ρέικιαβικ, ημέρες με μόλις λίγες ώρες ήλιο και μοναξιά. 

Ο Δωρόθεος Εμεξεζίδης είχε δουλέψει σεζόν στην Κω και στην Τούζλα. Στη Χαλκιδική, η τελευταία του απόπειρα κράτησε μόλις μία εβδομάδα.

«Στη Χαλκιδική πήγα μία εβδομάδα και έφυγα. Μου ζήτησαν να μείνω σε σκηνή για έξι μήνες. Αυτό το κατάπια. Αλλά όταν κατάλαβα ότι μιλούσαμε για δωδεκάωρα, έφυγα».

Εδώ και πέντε μήνες δουλεύει σε ένα μπιστρό λίγα λεπτά από το κέντρο του Ρέικιαβικ

Ο Θωμάς Παϊπούρογλου είχε επίσης προϋπηρεσία στην ελληνική εστίαση. Για περίπου τρία χρόνια άκουγε φίλους και γνωστούς να μιλούν για την Ισλανδία μέχρι που αποφάσισε να δοκιμάσει.

Ο Ορέστης Αποστόλου είχε κάνει σεζόν στην Κρήτη, ενώ είχε ήδη ζήσει στο εξωτερικό. Σήμερα εργάζεται ως σερβιτόρος σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στο Ρέικιαβικ, στο οποίο εγκαταστάθηκε πριν από έναν χρόνο. 

Όλοι έφτασαν στο εξωτικό νησί της Σκανδιναβίας στόμα με στόμα. 

Ολοι ανακάλυψαν μια διαφορετική ποιότητα ζωής, με μια πιο γεμάτη τσέπη. 

ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Reykjavik Iceland iStock

Για τον Δωρόθεο, μία από τις πρώτες μεγάλες διαφορές ήταν ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται ένας εργαζόμενος. Αρχικά είχε πάει στην Ισλανδία έχοντας στο μυαλό του σχεδόν αποκλειστικά τη δουλειά.

«Πίστευα ότι θα έρθω εδώ και θα θέλω μόνο να δουλεύω. Τελικά, μετά από τέσσερις μήνες, νιώθει καλύτερα με τον εαυτό του και κοιτάζει εισιτήρια για να πάει διακοπές».

Ο ίδιος είχε αποφασίσει να πάει στην Ισλανδία επειδή είχε ακούσει για το επίπεδο ζωής και τις εργασιακές συνθήκες.

«Εδώ, υπάρχουν νόμοι που λειτουργούν και εκπληρώνουν τον σκοπό τους. Δεν υπάρχουν νόμοι ούτε για το αφεντικό ούτε για μένα. Υπάρχουν γιατί αλλιώς θα ήμασταν ζούγκλα».

Η εμπειρία του Θωμά είναι πιο σύνθετη.

Σε σύγκριση με την Ελλάδα, θεωρεί ότι υπάρχει λιγότερη πίεση, αλλά η έλλειψη οργάνωσης δημιουργεί άλλα προβλήματα.

«Η μεγαλύτερη διαφορά είναι η πίεση και τα χρήματα. Στην Ελλάδα εγώ ήμουν τυχερός, ήμουν σε ένα ωραίο περιβάλλον. Υπήρχε πίεση, αλλά υπήρχε και στήριξη και συμπόνια. Ένιωθα ότι υπάρχει ομάδα. Εδώ είναι ο καθένας μόνος του».

Στη δική του δουλειά, λέει, τα καθήκοντα δεν είναι πάντοτε σαφώς καθορισμένα.

«Δεν υπάρχει καμία οργάνωση. Δεν έχεις συγκεκριμένο καθήκον, τα κάνεις όλα. Όλοι κάνουν τα πάντα. Αν δεν έχεις εμπειρία και έχει πολύ κόσμο, όλο αυτό βγαίνει σε πανικό».

ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

Ο Ορέστης προειδοποιεί ότι η Ισλανδία δεν είναι εργασιακή ουτοπία.

«Μπορεί να είσαι στην Ισλανδία και να σου μοιάζει ουτοπία, αλλά μπορεί να συναντήσεις ίδιες ή και χειρότερες συνθήκες. Στη διαχείριση υπάρχουν πολλοί υπεύθυνοι με ευρωπαϊκό υπόβαθρο και νοοτροπία. Λες, μεταναστεύσαμε τόσα χιλιόμετρα για να δεχόμαστε την ίδια καταπίεση; Γιατί δεν είναι απαραίτητα Σκανδιναβοί αυτοί που είναι υπεύθυνοί μας».

Έχει δουλέψει για διαφορετικούς εργοδότες και διαπίστωσε ότι οι συνθήκες αλλάζουν σημαντικά από επιχείρηση σε επιχείρηση.

«Η δική μου εταιρεία έχει HR. Είναι πολύ σωστοί και θα πληρωθείς μέχρι την τελευταία κορόνα. Η πρώτη μου δουλειά, όμως, ήταν σε ντόπιο εργοδότη και στο τέλος αισθανθήκαμε ότι μας έκλεψε κάποια χρήματα. Δεν δουλεύουν όλες οι επιχειρήσεις με τον ίδιο τρόπο».

Μια συζήτηση με έναν Πορτογάλο συνάδελφό του συμπυκνώνει, όπως λέει, ολόκληρη την πραγματικότητα της οικονομικής μετανάστευσης. Ο Πορτογάλος του είπε χαρακτηριστικά: 

«Σεζόν κάνεις και στις δύο χώρες και τρως ξύλο. Αν είναι να φας ξύλο, ας το φας στην Ισλανδία για να βγάλεις τετραπλάσιο μισθό».

Ο Δωρόθεος χρησιμοποιεί ακόμη πιο σκληρή γλώσσα όταν συγκρίνει τις εμπειρίες του.

«Εδώ σε θεωρούν άνθρωπο, ενώ στην Ελλάδα σκυλί. Δεν καταλαβαίνουν ότι μπορεί να αρρωστήσεις. Δεν δουλεύω με βενζίνη».

Θυμάται χαρακτηριστικά τις σεζόν του στην Ελλάδα.

«Στην Κω δεν υπήρχε διάλειμμα. Και γενικά στην εστίαση στην Ελλάδα νιώθω ότι δεν υπάρχει διάλειμμα. Λες και η εστίαση υπάγεται σε διαφορετικό υπουργείο, όχι στο Εργασίας αλλά στο “Υπουργείο Εστίασης”».

Στη σημερινή του δουλειά, το διάλειμμα δεν είναι ζήτημα καλής θέλησης του εργοδότη.

«Δικαιούσαι πέντε λεπτά διάλειμμα ανά ώρα εργασίας. Αυτό είναι δεδομένο. Δεν γίνεται να μην πας επειδή έχει δουλειά. Ακόμη προσπαθώ να συνηθίσω ότι μπορώ να φάω ήσυχος και κανείς δεν θα με ενοχλήσει».

Σπεύδει, όμως, να τονίσει ότι η δική του εμπειρία δεν είναι καθολική.

3.000, 4.000, ακόμη και 5.000 ευρώ τον μήνα

La vue sur la mer à travers une fenêtre en Islande iStock

Πίσω από την επιλογή της Ισλανδίας βρίσκεται αναπόφευκτα και το οικονομικό.

Ο Θωμάς υπολογίζει τις μηνιαίες αποδοχές του περίπου στα 3.000 ευρώ.

«Ακόμη δεν έχω πάρει ολόκληρο μισθό. Στόχος μου είναι να βάζω στην άκρη 2.000 κάθε μήνα».

Οι ώρες του δεν είναι σταθερές.

«Παίρνω όσες περισσότερες ώρες μπορώ. Μπορεί κάποια εβδομάδα να δουλέψεις τέσσερις μέρες και κάποια άλλη επτά στις επτά».

Ο Ορέστης που βρίσκεται ένα και πλέον χρόνο αμείβεται με ακόμη υψηλότερα ποσά.

«Οι μισθοί ξεκινούν από τα 3.500 ευρώ και μπορούν με τις υπερωρίες να φτάσουν τα 4.500 ή και 5.000 ευρώ. Υπήρχαν μήνες με έλλειψη προσωπικού που έκανα κι εγώ πολύ μεγάλους μισθούς».

Η σύγκριση με την Ελλάδα ήταν για εκείνον σοκαριστική.

«Για τις ίδιες ώρες θα έπαιρνα 1.000 ευρώ στην Ελλάδα».

Θυμάται ακόμη την ημέρα που μπήκε ο πρώτος του μισθός.

«Ήμουν πάρα πολύ χαρούμενος. Με κόπο λιγότερο από αυτόν που θα αφιέρωνα στην Ελλάδα, πήρα τετραπλάσιο μισθό».

Ο Δωρόθεος δουλεύει πενθήμερο οκτάωρο.

Η ωριαία αμοιβή του είναι περίπου 2.870 ισλανδικές κορώνες, ποσό που αντιστοιχεί, σύμφωνα με τον ίδιο, σε περίπου 18,5 ευρώ την ώρα. Με τις προσαυξήσεις για τις βραδινές βάρδιες, οι μηνιαίες αποδοχές του φτάνουν περίπου τα 3.700 ευρώ.

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑ ΣΤΗΝ ΙΣΛΑΝΔΙΑ

Colorful northern lights iStock

Η υψηλή αμοιβή δεν σημαίνει ότι η ζωή στην Ισλανδία είναι φθηνή.

Ο Θωμάς χρειάστηκε να βρει μόνος του κατοικία και σύντομα θα πρέπει να αλλάξει σπίτι. Ο Ορέστης μένει με τη σύντροφό του στο κέντρο του Ρέικιαβικ ο Δωρόθεος με άλλους δυο συγκατοίκους. 

«Έχουμε προσωπικό μπάνιο και μοιραζόμαστε μόνο την κουζίνα και το πλυντήριο. Είναι ακριβό, αλλά επειδή το διαιρούμε διά δύο βγαίνει», αφηγείται ο Ορέστης.

Ο ίδιος εξακολουθεί να μετατρέπει τις τιμές σε ευρώ, με τη φθηνότερη μπύρα να ανέρχεται στα 11-12 ευρώ. 

Οι επισκευές και οι υπηρεσίες μπορούν να είναι επίσης εξαιρετικά ακριβές.

«Για να μου φτιάξουν το λάστιχο στο ποδήλατο, μια δουλειά τριών λεπτών, πλήρωσα περίπου 60 ευρώ», σημειώνει ο Ορέστης. 

Ο Δωρόθεος συμφωνεί ότι σχεδόν τίποτα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί φθηνό.

«Αυτό που δεν περίμενα ήταν πόσο ακριβό είναι να πάρεις ένα ποτό ή μια μπίρα. Τα λαχανικά επίσης είναι πολύ ακριβά. Για ένα κιλό μελιτζάνες μπορεί να χρειαστεί να δώσεις 20 ευρώ».

Ωστόσο, άλλες βασικές δαπάνες τον εντυπωσίασαν προς την αντίθετη κατεύθυνση.

«Πλήρωσα ρεύμα 20 ευρώ. Η θέρμανση και το ζεστό νερό κοστίζουν ελάχιστα σε σχέση με όσα έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα. Εκμεταλλεύονται τη γεωθερμική ενέργεια και τη δίνουν απλόχερα στον κόσμο. Στην Ελλάδα θα το δίναμε σε μια ανώνυμη εταιρεία και οι τιμές θα πήγαιναν στα ύψη».

Η μέρα αλλάζει κάθε εποχή

Το μεγαλύτερο σοκ για τον Δωρόθεο ήταν το κλίμα. Έφτασε τον Μάρτιο.

«Μου έλεγαν ότι ο καιρός εκείνη την περίοδο είναι μια χαρά. Έφτασα και ανά δύο ώρες χιόνιζε. Τον κήπο του σπιτιού μας τον είδα τρεις εβδομάδες μετά αφού ήρθα, γιατί μέχρι τότε ήταν καλυμμένος με χιόνι».

Σύντομα κατάλαβε ότι οι Ισλανδοί έχουν προσαρμόσει ολόκληρη την καθημερινότητά τους σε αυτό.

«Έχουν ειδικά ρούχα, με πούπουλα και επένδυση. Προσπαθούν να κρατούν όσο πιο γεμάτη γίνεται την ημέρα τους, γιατί ξέρουν ότι υπάρχει περίοδος που ο καιρός μπορεί απλώς να σε αναγκάσει να κάτσεις σπίτι».

ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΕΜΕΞΕΖΙΔΗΣ

Ο Ορέστης, με πολύμηνη εμπειρία, έχει δει όλες τις εποχές του χρόνου. 

Τον Δεκέμβριο, η ημέρα είχε περίπου τεσσεράμισι ώρες φως.

«Ο χειμώνας σου ρουφάει όλη την ενέργεια. Τον Ιούλιο δεν είχαμε δει σχεδόν καθόλου ήλιο για έναν μήνα».

Ο Θωμάς, αντίθετα, έφτασε την περίοδο του ατελείωτου φωτός, καθώς όταν πρωτοήρθε πριν δύο μήνες είχε συνέχεια μέρα, γεγονός που συζητά ότι τον έκανε εξαιρετικά παραγωγικό.

Η μοναξιά και η νοσταλγία για την Ελλάδα

Κάποια στιγμή, όμως, το διαφορετικό παύει να είναι απλώς ενδιαφέρον. 

Έρχεται η νοσταλγία.

Ο Θωμάς, για παράδειγμα, περνάει πολλές ώρες μόνος.

«Μιλάω καθημερινά με τους φίλους μου, τους γονείς μου και την αδερφή μου. Είναι πολλές φορές που συγκινούμαι και στεναχωριέμαι που δεν είμαι εκεί. Θυμάμαι τον σκοπό για τον οποίο ήρθα. Θυμάμαι ότι ήρθα και για αυτούς τους ανθρώπους».

Ο Ορέστης θυμάται μια βιντεοκλήση την Πρωτοχρονιά.

«Ήταν το καθιερωμένο οικογενειακό τραπέζι και είχα στεναχωρηθεί που δεν ήμουν εκεί. Όταν δεν γυρίζεις ούτε για διακοπές, σου λείπουν όλα ακόμη περισσότερο».

ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ

Ο Δωρόθεος, μετά τους πρώτους πέντε μήνες άρχισε να ξυπνά διαφορετικά. 

«Καμιά φορά κοιμάμαι, βλέπω ένα όνειρο, ξυπνάω και για λίγο νομίζω ότι είμαι στην Ελλάδα. Μου λείπουν όλοι οι φίλοι μου, η οικογένειά μου. Τώρα αρχίζω να το καταλαβαίνω και μου είναι ακόμη πιο δύσκολο».

Την ίδια στιγμή, όμως, όταν σκέφτεται την επιστροφή, θυμάται την προηγούμενη καθημερινότητά του.

«Σκέφτομαι ότι θα ήθελα να είμαι πίσω και να κάνω πράγματα με τους φίλους μου. Μετά, όμως, σκέφτομαι ότι έτσι όπως δούλευα στην Ελλάδα δεν θα είχα χρόνο ούτε να τους δω. Ή μπορεί να μην είχα το ψυχικό κουράγιο».

Στην Ισλανδία έχει ξαναβρεί χρόνο πριν και μετά τη δουλειά.

«Εδώ πριν πάω στη δουλειά μαγειρεύω, πηγαίνω γυμναστήριο. Στη Θεσσαλονίκη, όταν γυρνούσα σπίτι, ήθελα δύο ώρες μόνο για να έρθω στα καλά μου. Ό,τι έκανα στην Ελλάδα το κάνω και εδώ. Το μόνο που δεν μπορώ να βρω είναι τσίπουρο και σκουμπρί».

«Δεν ήρθα εδώ επειδή ήταν όνειρό μου»

 

Ο Θωμάς δεν έχει εξιδανικεύσει την απόφασή του.

«Δεν ξέρω γιατί οι Έλληνες επιμένουν να έρχονται. Είναι μια μικρή χώρα, αλλά έχει πολλές ευκαιρίες. Αυτό ζητάει ο Έλληνας: να μην μπαίνει ο μισθός και να έχει τσεκουρωθεί στο ένα τρίτο τις πρώτες μέρες του μήνα».

Πίσω από την επιλογή του υπάρχει θυμός.

«Είναι πολύ δύσκολο το ότι αφήνω τους ανθρώπους μου. Έχω έναν θυμό μέσα μου για το πώς είναι τα πράγματα στην Ελλάδα και για το ότι αναγκάστηκα να έρθω εδώ. Είναι καλά από λεφτά. Αλλά από εκεί και πέρα δεν ξέρω πώς είναι να βγάζεις έναν χειμώνα μόνο με νύχτα. Δεν ξέρω αν θα έμενα μόνιμα».

Ο Ορέστης γνωρίζει ήδη την απάντηση.

«Αν ήταν καλύτερες οι συνθήκες στην Ελλάδα, θα γυρνούσα 100%. Ο δημόσιος βίος και οι παροχές εδώ είναι πολύ καλές, αλλά μόνιμα θα ήθελα να ζω στην Ελλάδα».

Και δεν θεωρεί την οικονομική μετανάστευση αυτοσκοπό.

«Εμένα με στεναχωρεί ότι, για να βγάλω χρήματα, έπρεπε να φύγω. Οι συνθήκες, όμως, το επιβάλλουν. Πρέπει να υπάρχει ισορροπία και να μην ξεχνάμε τι θέλουμε να κάνουμε στη ζωή μας».

«Για πρώτη φορά στα 30 μου με σέβονται σαν άνθρωπο»

Ο Δωρόθεος βρίσκεται στο αντίθετο άκρο.

Στην ερώτηση αν θα μπορούσε να μείνει μόνιμα στην Ισλανδία, απαντά χωρίς μεγάλη σκέψη:

«Πιστεύω ότι θα έμενα. Γιατί είναι η πρώτη φορά που με σέβονται σαν άνθρωπο στα 30 μου. Και ό,τι αυτό συνεπάγεται».

Θα συμβούλευε, μάλιστα, έναν νέο Έλληνα που σκέφτεται την ίδια διαδρομή να την επιχειρήσει και να μην το καθυστερήσει άλλο. 

Δεν υποστηρίζει ότι η Ισλανδία είναι στρωμένη με ροδοπέταλα. Απλά αναγνωρίζει οτι υπάρχει εξέλιξη, κανόνες και ευκαιρίες. 

«Δεν θα σου πει κάποιος να νοικιάσεις ένα ημιυπόγειο με 600 ευρώ. Δεν θα σου πει “είσαι από την Ελλάδα, άρα θα σου δώσουμε λιγότερα από όσα δικαιούσαι. Δεν έχω τις ίδιες ευκαιρίες για δουλειά με έναν Ισλανδό. Σε όλα τα άλλα, όμως, είμαστε ίσοι».

ΜΙΑ ΓΕΝΙΑ ΣΕ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

iStock

Οι Έλληνες που φτάνουν στην Ισλανδία εξακολουθούν να έρχονται κυρίως μέσω φίλων και γνωστών. Κάποιος πηγαίνει πρώτος, βρίσκει δουλειά, ενημερώνει την παρέα του. Ένας άλλος ακολουθεί. 

Κάποιοι επιστρέφουν στην Ελλάδα. Άλλοι επιστρέφουν στην Ισλανδία λίγους μήνες αργότερα.

Και έτσι μια προσωρινή επιλογή μπορεί εύκολα να γίνει μόνιμη.

Για τον Θωμά, όποιος φτάνει εκεί πρέπει να εγκαταλείψει από την αρχή την εικόνα του παραδείσου.

«Να μη θεωρήσει κανένας ότι είναι παραμύθι. Η προσαρμογή είναι δύσκολη. Αντιμετωπίζεις δυσκολίες καθημερινά, απλώς είναι διαφορετικές από αυτές της Ελλάδας. Δεν έχω καταλάβει αν η απόφαση που πήρα ήταν σωστή. Απλώς φαινόταν η μόνη επιλογή για να εξελιχθώ και να κάνω περισσότερα πράγματα, γιατί δεν είχα την οικονομική άνεση για το παραπάνω».

Ανάμεσα στον Θωμά που δεν γνωρίζει ακόμη αν θα αντέξει έναν ολόκληρο ισλανδικό χειμώνα, τον Ορέστη που θα γύριζε αύριο αν μπορούσε και τον Δωρόθεο που δηλώνει ότι στα 30 του αισθάνεται για πρώτη φορά ότι αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος, υπάρχει τελικά μια κοινή ιστορία.

Μια γενιά που έφτασε χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά για πράγματα που θα έπρεπε να θεωρούνται αυτονόητα. 

Να πληρώνεται για τις ώρες που εργάζεται, να μπορεί να αρρωστήσει χωρίς να απολογείται, να έχει χρόνο να φάει, να ξεκουραστεί και, όταν τελειώνει η βάρδια, να έχει ακόμη λίγη ζωή μπροστά της.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα