Πώς αξιοποιήσαμε τα “ήρεμα νερά”;
Διαβάζεται σε 4'
Ποιος είχε μεγαλύτερο συμφέρον να αδράξει την ευκαιρία των «ήρεμων νερών» για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ενός πραγματικού ελληνοτουρκικού διαλόγου: εμείς ή ο προνομιακός συνομιλητής του Τραμπ στην περιοχή που δεν είναι άλλος από τον Πρόεδρο Ερντογάν;
- 25 Αυγούστου 2026 06:56
Η πρόσφατη περίοδος ηρεμίας στις σχέσεις μας με την Τουρκία, τα λεγόμενα και «ήρεμα νερά», προφανώς τελείωσε και είναι απορίας άξιο που συνεχίζουμε να το διαβάζουμε ως βαθυστόχαστη διαπίστωση σε διάφορες αναλύσεις.
Η ερώτηση «τι μέλλει γενέσθαι» δεν μπορεί να απαντηθεί χωρίς να προηγηθεί η αγαπημένη διαδικασία της κυβέρνησης, η αξιολόγηση, για να διαπιστώσουμε αν και πως αξιοποιήσαμε την περίοδο της ηρεμίας.
Πώς αξιοποιήσαμε τα «ήρεμα νερά», λοιπόν;
Την απάντηση την έδωσε στη φιλοκυβερνητική ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της περασμένης Κυριακής (23/08) ο καθ. Κωνσταντίνος Φίλης.
Αντιγράφω:
«Η υποβόσκουσα ένταση υφέρπει εδώ και καιρό, καθώς την περίοδο των «ήρεμων νερών» οι δύο χώρες την αξιοποίησαν περισσότερο για να ενισχυθούν σε διάφορα επίπεδα –ώς έναν βαθμό και η μία απέναντι στην άλλη– παρά για να διεξαγάγουν ουσιαστικές συζητήσεις για ενδεχόμενη διευθέτηση των διμερών διαφορών. Η έλλειψη προόδου και η αδυναμία ή απροθυμία εμπέδωσης μιας θεσμοθετημένης διαδικασίας διαλόγου συνετέλεσαν στην αμοιβαία καχυποψία».
Η πρώτη απορία που δημιουργείται σε όποιον διαβάζει την ανάλυση του κ.Φίλη είναι τούτη: Στη συγκυρία των τελευταίων δύο-τριών ετών, ποιος είχε μεγαλύτερο συμφέρον να αδράξει την ευκαιρία των «ήρεμων νερών» για να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις ενός πραγματικού ελληνοτουρκικού διαλόγου: εμείς ή ο προνομιακός συνομιλητής του Τραμπ στην περιοχή που δεν είναι άλλος από τον Πρόεδρο Ερντογάν;
Το πόσο σοβαρά παίρνουμε στην Ελλάδα την Εξωτερική Πολιτική φάνηκε, για πολλοστή φορά, στον τρόπο που αντέδρασαν Τύπος και πολιτικό σύστημα στις πρόσφατες εξελίξεις.
Αντί να συζητάμε αν και τι κάναμε λάθος και πως θα αντιμετωπίσουμε τη νέα απότομη στροφή, επιδοθήκαμε στην αγαπημένη μας ασχολία: την εκλογολογία. Αρχίσαμε τις ατέρμονες αναλύσεις για το αν οι εξελίξεις μπορούν να προκαλέσουν πρόωρες εκλογές.
Την ευθύνη γι’ αυτή την κατάσταση τη φέρει κυρίως η Νέα Δημοκρατία.
Η Νέα Δημοκρατία είναι που διαχειρίζεται τα θέματα αυτά ως εσωκομματικό ζήτημα και δη ως πρόβλημα που κάθε φορά, απειλεί, δήθεν, τη συνοχή της. Στην πραγματικότητα, τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας αντιλαμβάνονται την Εξωτερική Πολιτική και κυρίως τα Ελληνοτουρκικά ως αφορμή για να μας θυμίσουν πόσο δεξιοί πατριώτες είναι γι αυτό και οι δηλώσεις τους είναι πομπώδεις, προσχηματικές και κανείς δεν μπορεί να τις πάρει σοβαρά, με πρώτους τους γείτονες αλλά και τους εταίρους μας στην ΕΕ.
Σε αυτή τη στάση πρέπει να αποδώσουμε και την καθομολογούμενη έλλειψη στρατηγικής των τελευταίων επτά ετών και την ακινησία όχι μόνο στα Ελληνοτουρκικά αλλά ακόμα και στα ζητήματα που επί της ουσίας έκλεισαν, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το Μακεδονικό.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανήλθε στην εξουσία το 2019 κι ενώ τότε ήταν πανίσχυρος, δεν τόλμησε να φέρει στη Βουλή προς επικύρωση τα πρωτόκολλα της Συμφωνίας των Πρεσπών, για να μην στεναχωρήσει τη δεξιά πτέρυγα του κόμματός του.
Σήμερα, ο Πρωθυπουργός και οι συνεργάτες του αντί να εκπονήσουν, έστω και τώρα, μια στρατηγική απέναντι στην Τουρκία και μάλιστα σε συνεννόηση με τα υπόλοιπα κόμματα, συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν την Εξωτερική Πολιτική ως εσωκομματικό πρόβλημα γι αυτό και παράγουν μόνο ρητορική κι αυτή αποκλειστικά για εσωτερική κατανάλωση.
Θα ήταν αστεία όσα ζούμε αν δεν ήταν πολύ σοβαρά.
Παρ’όλα αυτά όμως, η Νέα Δημοκρατία και με εφαλτήριο τη ΔΕΘ, θα επιχειρήσει να μας πείσει ότι παραμένει η μόνη δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια της χώρας γι αυτό και πρέπει να συνεχίσει να κυβερνά αυτοδύναμη.
Ε, τουλάχιστον με αυτό, μπορούμε να γελάσουμε.