Νέες ταινίες: Δεινόσαυροι στο “Τέλος της Οδού Όουκ”, σεξ και αίμα στο ανατρεπτικό “Καμπ Μίασμα”

Διαβάζεται σε 17'
Νέες ταινίες: Δεινόσαυροι στο “Τέλος της Οδού Όουκ”, σεξ και αίμα στο ανατρεπτικό “Καμπ Μίασμα”
24 Media Creative Team

Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.

Η πλήρως ασταμάτητη “Οδύσσεια” έχει στρογγυλοκαθίσει στο #1 του box office κάνοντας σταθερά νούμερα – άλλες 31.000 το περασμένο 4ήμερο, κι ένα σύνολο που είναι πια μια ανάσα από τις 900.000. Στις 25.000 ο Σπάιντερμαν με το δικό του, πολύ καλό, σύνολο στα 421.000 ως τώρα.

Δυνατά άνοιξε το νέο “Insidious” με 19.000 αλλά το εντυπωσιακό άνοιγμα ανήκει στο “Φιορδ” με συνδυασμό θερμής κριτικής υποδοχής και Χρυσού Φοίνικα να φέρνει 16.000 θεατές στις αίθουσες. Θα δούμε τι συνέχεια θα έχει.

Το “Σεξ και Αίμα στο Καμπ Μίασμα”, μια από τις πιο πολυσυζητημένες ταινίες των φετινών Καννών, κυκλοφορεί αυτή την εβδομάδα έχοντας μάλιστα κερδίσει τον Κουήρ Φοίνικα. Μαζί, ένα ωραίο δεινοσαυρο-μπλοκμπάστερ με Αν Χάθαγουεϊ και Γιούαν ΜακΓκρέγκορ κι ένας μελαγχολικός, μετα-αποκαλυπτικός Ρίντλεϊ Σκοτ με τον Τζέικομπ Ελόρντι και τον Τζος Μπρολίν.

Οι νέες ταινίες της εβδομάδας

Σεξ και Αίμα στο Καμπ Μίασμα

(“Teenage Sex and Death at Camp Miasma”, Τζέιν Σένμπρουν, 1ω52λ)

★★★★

Μια κουήρ σκηνοθέτρια αναλαμβάνει να σκηνοθετήσει το σίκουελ ενός παρηκμασμένου franchise τρόμου, και θέλει εμμονικά να βάλει στον κεντρικό ρόλο την πρωταγωνίστρια της ορίτζιναλ ταινίας, από δεκαετίες πριν. Εκείνη όμως είναι πλέον απομονωμένη στην έπαυλή της, κι όταν η νεαρή δημιουργός την προσεγγίσει για να την πείσει να παίξει στην ταινία της, οι δύο γυναίκες θα χαθούν σε μια ψυχολογική και σεξουαλική δίνη.

Σε 25 λέξεις: Οργασμική αποδόμηση του κινηματογραφικού slasher σε αναζήτηση μιας βαθιάς προσωπικής αλήθειας και βιωματικής εξερεύνησης πάνω στο φύλο, το σώμα, την επιθυμία. Εντυπωσιακή γνώση του είδους, άμεσα iconic κινηματογραφικό δίδυμο οι Χάνα Αϊνμπάιντερ και Τζίλιαν Άντερσον.

Κριτική

Όλοι μας έχουμε έρθει σε στιγμές αντιμέτωποι με κάποιο κομμάτι σινεμά ή τηλεόρασης ή λογοτεχνίας ή μουσικής που σήμαινε τα πάντα όταν ήμασταν μικρότεροι. Κάτι που σημαίνει ολόκληρο τον κόσμο για εμάς ακόμα κι αν δεν αναγνωρίζεται ως πρεστίζ ογκόλιθος.

Μπορεί να θυμόμαστε μια σκηνή. Έναν διάλογο. Ένα βλέμμα. Και να μας έχει σημαδέψει. Όταν βλέπεις κάτι σε μια συγκεκριμένη ηλικία, καταλήγει να σε καθορίζει – ακόμα και να σε σχηματίζει. Με έναν τρόπο που φυσικά ξεφεύγει από τις προθέσεις των ανθρώπων που το έφτιαξαν. Μια σκηνή κάθεται μέσα μας και γίνεται δομικός τρόπος για το πώς κοιτάζουμε τον κόσμο.

Στο “Σεξ και Αίμα στο Καμπ Μίασμα”, η Χάνα Αϊνμπάιντερ (η φοβερή ηθοποιός και κωμικός που έχει βραβευτεί για τη σειρά “Hacks”) παίζει μια νεαρή κουήρ σκηνοθέτρια η οποία μετά από ένα ανεξάρτητο σκηνοθετικό ντεμπούτο που παραξένεψε όσους λιγοστούς το είδαν αλλά “άρεσε σε λίγους κριτικούς” (σα να λέμε: το ίδιο το Τζέιν Σένμπρουν, που γύρισε την ταινία, που προηγουμένως είχε γυρίσει το σπουδαίο “I Saw the TV Glow”), είναι τώρα έτοιμη για το μεγάλο της βήμα: Θα αναλάβει τη σύγχρονη αναβίωση ενός παλιού slasher franchise με τίτλο “Camp Miasma”.

Στη διάρκεια των φανταστικών τίτλων αρχής βλέπουμε να ξετυλίγεται μια σύντομη ιστορία του franchise, από την πρώτη ταινία-φαινόμενο που “εκτόπισε τον Τζέισον και τον Φρέντι από τον θρόνο του είδους”. Μέχρι την αναπόφευκτη κατρακύλα με τα επακόλουθα φτηνιάρικα σίκουελ και τον κορεσμό της κεντρικής φιγούρας του δολοφόνου, τον επονομαζόμενο “Μικρό Θάνατο” – ένα εκδικητικό φάντασμα που τρομοκρατεί μια κατασκήνωση κραδαίνοντας μια φονική λόγχη, με το πρόσωπό του καλυμμένο με ένα κυβικό σχήμα υπνωτιστικής συμμετρίας, σαν κεφάλι-αεραγωγός.

Η Κρις, η νεαρή σκηνοθέτρια, δεν θέλει να αντιμετωπίσει αυτή την ευκαιρία κυνικά, ξεπετώντας απλώς ένα ασήμαντο σίκουελ γεμάτο αναφορές. Θέλει να δημιουργήσει κάτι σημαντικό, θέλει να πει κάτι ειλικρινές, θέλει να αφήσει το Έργο να την οδηγήσει. Εξάλλου θυμάται πολύ καλά αυτό που λέγαμε παραπάνω, για τις ταινίες που τρυπώνουν μέσα σου και σε καθορίζουν, πέρα από τις προθέσεις των δημιουργών τους.

Είχε δει το πρώτο “Camp Miasma” όταν ήταν ακόμα μικρή, και υπάρχει μια στιγμή – ένα βλέμμα για την ακρίβεια – που δεν έχει σταματήσει να σκέφτεται από τότε. Το βλέμμα της Μπίλι, της τότε νεαρής πρωταγωνίστριας, σε μια σκηνή σεξ αλλά και θανάτου, το οποίο κρύβει μέσα του κάτι το μυστηριώδες. Γιατί στοιχειώνει αυτό το βλέμμα την Κρις; Είναι η επιθυμία που βλέπει σε αυτό; Είναι ο φόβος; Είναι κάτι διαφορετικό, που ακόμα δεν έχει ερμηνεύσει;

Δεκαετίες μετά, η Κρις θέλει να αναβιώσει το “Camp Miasma” για μια νέα γενιά: Να είναι πιο woke φυσικά και όχι μισογύνικο όπως το ορίτζιναλ. Θέλει να λέει κάτι για το τραύμα και για το φύλο και γενικώς να Σημαίνει Πράγματα. Αλλά πάνω απ’όλα, θέλει σε αυτό το νέο σίκουελ να φέρει πίσω την ορίτζιναλ πρωταγωνίστρια, την Μπίλι Πρέσλι (Τζίλιαν Άντερσον), που για δεκαετίες είναι εξαφανισμένη στην απομονωμένη της έπαυλη.

Οι δυο γυναίκες θα περάσουν μερικές μέρες μαζί – η Κρις προσπαθεί να πείσει τη Μπίλι να παίξει στην ταινία της, η Μπίλι προσπαθεί να κάνει την Κρις να καταλάβει αυτό που τόσα χρόνια της διαφεύγει.

Στην πορεία του φιλμ μάλιστα παρακολουθούμε εκτεταμένα αποσπάσματα και από το υποτιθέμενο ορίτζιναλ “Camp Miasma”, με πολλούς από τους φόνους, και πολλά από τα κλισέ του είδους γυρισμένα με κέφι και τρυφερότητα από το Σένμπρουν, που όμως σε πολλά σημεία σπάει το φράγμα ανάμεσα στην παρελθοντική ανασύσταση και στο “τώρα”.

Σε μια σκηνή, η κλασική παρέα ετοιμοθάνατων εφήβων της ταινίας, διηγούνται την ιστορία του τρομακτικού Μικρού Θανάτου. «Αυτό το σημείο είναι εντελώς τρανσφοβικό», σχολιάζει η Κρις, την ώρα που η Μπίλι, κολλημένη στην οθόνη προβολής, της κάνει νόημα για ησυχία. Η προέλευση αυτού του μπαμπούλα –πιστή στις τάσεις εκείνης της εποχής– πράγματι πατά σε παρωχημένα κλισέ πάνω στη δυσφορία φύλου και το πώς οδηγεί ένα άτομο στο να γίνει τέρας.

Είναι 100% κάτι που θα βλέπαμε σε μια παλιά ταινία τρόμου, και που το Σένμπρουν δεν έρχεται να “διορθώσει” ως πεφωτισμένο άτομο του σήμερα, κρίνοντας αφ’υψηλού το παρελθόν δεκαετιών. Παρά το αναγνωρίζει ως δομικό στοιχείο ενός είδους που αγαπά, προχωρώντας με αυτό το δεδομένο στο σήμερα – καθόλου τυχαία, βάζει στο ρόλο το Τζακ Χέιβεν (της σειράς “Atypical” του Netflix), ένα non-binary άτομο με το οποίο είχε συνεργαστεί και στο “I Saw the TV Glow”.

Η ταινία είναι αναπολογητικά meta, για τους τρόπους με τους οποίους το σήμερα εφορμά δίχως σκέψη ή στοργή στο παρελθόν για να εξορύξει πρώτη ύλη από αυτό. Υπάρχει μια πολύ αστεία σκηνή zoom meeting της Κρις με το στούντιο ώστε να τους pitchάρει την ιδέα της για αυτή την αναβίωση. Οι πάντες αντιδρούν σαν από σενάριο, κανείς δεν θέλει να είναι εκεί. Όμως η διαφορά, για την Κρις αλλά και για το Σένμπρουν, είναι το νοιάξιμο.

Υπάρχει αληθινό πάθος και έγνοια για αυτό το υλικό, όχι μόνο ως μια σπουδαγμένη αποσύνθεση του slasher είδους. Αν μη τι άλλο, το είδος αυτό χρησιμοποιείται ως οδός εξερεύνησης μιας ευρύτερης σχέσης μας με το παρελθόν, με την ποπ κουλτούρα, και με αυτά που μας σχηματίζουν. Και, ακόμα σημαντικότερα, που σχηματίζουν το τι (και το πώς) επιθυμούμε.

Είναι μια ταινία που μιλά πολύ ανοιχτά για την επιθυμία – γυναικεία, κουήρ, αλλά πάνω απ’όλα ανθρώπινη, και το πώς πηγάζει από τα βαθιά μας βιώματα. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από το πώς βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα από τα πράγματα που ο εαυτός μας βλέπει, αν αυτό βγάζει νόημα. Ακόμα κι η ίδια η ύπαρξη αυτού του φονικού μπαμπούλα, του Little Death – Μικρού Θανάτου, συνδέεται με το σεξ, την επικινδυνότητα του να καταλαβαίνεις τι σε εξιτάρει και τι σε έχει σχηματίσει. (“Μικρός θάνατος” εξάλλου είναι μια φράση που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον οργασμό.)

Αν σε σημεία όλα αυτά φλερτάρουν με το να γίνουν πολύ εγκεφαλικά ή ακαδημαϊκά, η ταινία το ξέρει. Η ίδια η Κρις διαρκώς αναλύει ακαδημαϊκά τις ιδέες της, σα να κοιτάζει απόσταση τον ίδιο της τον εαυτό – πόσοι άνθρωποι δεν έχουν αυτή την τάση; Η Μπίλι την κόβει απότομα, σχεδόν θυμωμένα: «Δεν σε ρώτησα για τη δουλειά σου», της λέει. «Σε ρώτησα για σένα».

Η ταινία, κυνηγώντας μια έκσταση, ένα κρεσέντο προς το φινάλε της, μοιάζει να εκπροσωπεί αυτή την προσπάθεια να φτάσουμε σε κάτι πιο πηγαίο, ενστικτώδες, ελεύθερο. Είναι σαν ένα φιλμ που ακόμα και το ίδιο προσπαθεί να αφεθεί – να φτάσει τον δικό του οργασμό.

Τελικά, τα πάντα έρχονται και γίνονται ένα. Στα κινηματογραφικά σύμπαντα τ@ Τζέιν Σένμπρουν, οι ταινίες κι οι σειρές είναι εξίσου (αν όχι περισσότερο) αληθινές από την ίδια την πραγματικότητα, και η πλήρωση επιτυγχάνεται μόνο όταν τα πάντα φτάσουν σε μια συνθήκη αρμονίας – ανάμεσα στο βλέμμα και στο παρατηρούμενο άτομο, ανάμεσα στο φιξιόν και στην πραγματικότητα.

(Υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα σκηνή όταν παρακολουθούμε την “ταινία μες στην ταινία” όπου ο Μικρός Θάνατος ξεκινά ένα ξέσπασμα θανάτου όπου καθαρίζει τους πάντες. Το κινηματογραφικό στυλ με το οποίο είναι γυρισμένη η σκηνή ξαφνικά μετατοπίζεται τόσο μακριά από το ρετρό στυλ της υπόλοιπης ταινίας. Είναι σαν ο Μικρός Θάνατος να έχει γίνει πραγματικός, να έχει ξεφύγει από το φιξιόν. Η κάμερα περνά πίσω από το βλέμμα του – ο Μικρός Θάνατος είμαστε εμείς!)

Για να συνθέσει αυτή την τόσο διαβασμένη αλλά και τόσο οργασμική ταινία, το Σένμπρουν χρησιμοποιεί όπως είναι λογικό, επιμέρους στοιχεία του δικού του κινηματογραφικού βιώματος. Οι βιντεοκασέτες που μπαίνουν στη σάρκα α λα Κρόνενμπεργκ. Τα πρόσωπα-φιγούρες που τοποθετούνται σαν απόσκομο εφέ πάνω σε άλλα αλλόκοτα σχήματα στον χώρο, σαν κάτι που θα ονειρευόταν ο Ντέιβιντ Λιντς. (Το “I Saw the TV Glow” είναι έτσι κι αλλιώς ένας από τους σημαντικότερους λιντσεϊκούς απογόνους του σύγχρονου σινεμά.)

Η δε Μπίλι Πρέσλι είναι μια προφανής φιγούρα α λα Νόρμα Ντέσμοντ, κάτι που κι η ίδια η ταινία αναφέρει. Και την ερμηνεύει με ταιριαστά γκράντε τρόπο η Τζίλιαν Άντερσον, που ως πρόσωπο των “X-Files” εξερεύνησε το μεταφυσικό κι έγινε βίωμα για πολλά άτομα που είχαν την αφύπνισή τους (δημιουργική, ερευνητική, σεξουαλική) στη διάρκεια των ‘90s.

Κάθε στοιχείο της ταινίας είναι σα να είναι κομμάτι ενός βιωματικού scrapbook με αναφορές, πρόσωπα, ιδιώματα που ζωντανεύουν κάτι πάρα πολύ προσωπικό. Αυτό κάνει το “Σεξ και Θάνατος στο Καμπ Μίασμα” κάτι πολύ περισσότερο από μια αναδόμηση του slasher είδους: Είναι ταυτόχρονα μια κατάδυση στα ενδότερα και μια ανάδυση στην επιφάνεια. Αναλόγως ποιος κοιτάει ποιον. Είναι ζήτημα οπτικής. Και είναι ζήτημα, φυσικά, μεταμόρφωσης.

Το Τέλος της Οδού Όουκ

(“The End of Oak Street”, Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ, 1ω40λ)

★★★

Όταν ένα μυστηριώδες κοσμικό συμβάν στέλνει την οδό Όουκ, από τη ειρηνική της προαστική γειτονιά, σε ένα άγνωστο μέρος, η οικογένεια Πλατ θα πρέπει να επιβιώσει μέσα από απρόβλεπτους –και συχνά αδινόητους– κινδύνους.

Σε 25 λέξεις: Ενδιαφέρουσα προσέγγιση πάνω στο πατρόν του σπιλμπεργκικού μπλοκμπάστερ από τον σκηνοθέτη του “It Follows”. ‘80s αλλά καθόλου νοσταλγικό, έχει ιδέες πάνω στο χρόνο και την οικογένεια, διαθέτει μερικές ωραίες, αγωνιώδεις σκηνές δράσης.

Κριτική

Έχουμε αρκετό καιρό να δούμε μια καλή περιπέτεια με δεινόσαυρους, κάτι που στα χαρτιά πάντα ακούγεται σιγουράκι και πολύ κουλ, μα στην πράξη συχνά σκοντάφτει σε μια αμηχανία ανάμεσα στο συμβατικό monster movie και στην σπιλμπεργκική απόπειρα παραμυθιού και δέους. Ο Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ, ο θαυμάσιος σκηνοθέτης του “It Follows” και του μπροστά-από-την-εποχή-του “Under the Silver Lake”, αντιμετωπίζει το πρόβλημα αποτελεσματικά καθώς για αυτόν το όλο ‘80s ντύσιμο και οι σπιλμπεργκικές νότες δεν στοχεύουν σε παστίς.

Η ταινία τοποθετείται στα ‘80s αλλά μην περιμένετε να δείτε ένα μπαράζ αναφορών α λα “Stranger Things” ή κάτι που μοιάζει να ξέφυγε από το χέρι του Τζ. Τζ. Έιμπραμς (που εδώ είναι παραγωγός). Ο Μίτσελ, όπως και στο “Silver Lake”, έχει και πάλι ενδιαφέρουσες σκέψεις πάνω στη σχέση μας με τη νοσταλγία, το παρελθόν, και το πως μια εποχή αναπόφευκτα κανιβαλίζει την άλλη – κάτι που εδώ έρχεται σε απολαυστικά κυριολεκτική αποτύπωση, ενός δρόμου που μετατοπίζεται στο παρελθόν, με τους κατοίκους να ενισχύουν τις άμυνές τους απέναντι σε μια απειλή βαρβαρική, ασταμάτητη.

Ο Μίτσελ είναι εξαιρετικός τεχνίτης, όπως θυμόμαστε τόσο από το παιχνίδισμα με τα είδη στο “Silver Lake” όσο κι από τον έλεγχο της έντασης και του κάδρου στο “It Follows”. Η αόρατη απειλή που “καδράριζε” στο αριστούργημα τρόμου του, επανέρχεται εδώ ειδικά στο πρώτο μισό του φιλμ, όπου ακόμα ο εχθρός είναι κρυμμένος κι ο Μίτσελ καδράρει κυνηγητά όπου ο κυνηγός είτε δεν φαίνεται, είτε ακολουθούμε την κίνηση νοητά.

Στήνει μπόλικες αξιομνημόνευτες σκηνές δράσης, χαρτογραφώντας την περικυκλωμένη περιοχή αργά αλλά αποτελεσματικά. Κάνει έξυπνη χρήση του split diopter δημιουργώντας τεχνητά απόσταση και αγωνία στη διάρκεια ενός στατικού διαλόγου 4 ατόμων σε έναν κλειστό χώρο – μια πυρηνική οικογένεια σε ρήξη, και σε απόσταση ακόμα κι όταν κάθονται το ένα άτομο δίπλα στο άλλο. Και καταφέρνει με την κάμερά του να δημιουργεί διαρκώς νοητές γραμμές κίνησης τις οποίες σπάει εξιτάροντας τον θεατή.

Σε κάποια σημεία μοιάζει κι ο ίδιος παγιδευμένος στην χωροχρονική παγίδα που έχει στήσει. Δραματουργικά είναι όλα κάπως προκαθορισμένα, η ταινία μοιάζει ελαφρώς ισχνή σε σημεία, και 2-3 στιγμές είναι εμφανές αποτέλεσμα κοπτοραπτικής σε δεύτερο χρόνο (η σκηνή με τη φωτογραφία), και οι μηχανισμοί της πλοκής μοιάζει ίσως υπερβολικά παρατημένοι στην αοριστία τους (οι «κανόνες» της εμφάνισης και της λειτουργίας του φωτός… έχω απορίες).

Αλλά ακόμα κι έτσι, η δυναμική της οικογένειας έχει ενδιαφέρον, στο πλαίσιο που παρουσιάζεται: Μια σύζυγος με πνιγμένα όνειρα, ένας σύζυγος που νιώθει πως δεν είναι αρκετός, γιος που δεν ανήκει στον αγορίστικο περίγυρο, κόρη με κουήρ σκιρτίματα. Είναι μικρά αγγίγματα αποδόμησης της συμβατικής οικογένειας των κενών ‘80s νοσταλγημάτων. Όχι εκκωφαντικά ώστε να νιώθεις πως ο Μίτσελ κάνει εναλλακτική πραγματικότητα, αλλά αρκετά και σαφή, ώστε να αφήνει ερωτήματα να φωλιάσουν: «Κι αν ήταν τελικά όντως κάπως έτσι;»

Η Αν Χάθαγουεϊ είναι και πάλι δυναμίτης, αυτή τη φορά ως ηγετική φυσιογνωμία της οικογενειακής δυναμικής, ενώ ο Γιούαν ΜακΓκρέγκορ δίνει μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία αφήνοντας στον χαρακτήρα του τον χώρο όχι μόνο για αδυναμίες αλλά και για άγνοιά τους. Το σύνολο είναι απολαυστικό, επιτρέποντας στον Μίτσελ να εφαρμόσει ιδέες πάνω στον χρόνο, στη σύγκρουση, και στις θεμελιώδεις δυναμικές που μόνο ο χρόνος (και η σύγκρουση με αυτόν) αποκαλύπτει, μέσα από ένα διασκεδαστικό (έστω κι αν όχι εκστατικό), αγνό μπλοκμπάστερ.

Το θρυλικό γαλλικό περιοδικό Cahiers du Cinema έγραψε πρόσφατα για την ταινία τοποθετώντας την δίπλα σε δύο ακόμα αμφιλεγόμενες / παρεξηγημένες / αδικημένες ταινίες του αμερικάνικου mainstream που διαχειρίζεται ιδέες πάνω «στον ίλιγγο του Χρόνου», όπως εντυπωσιακά το θέτουν: Το “Εδώ” του Ρόμπερτ Ζεμέκις και την “Ζωή του Τσακ” του Μάικ Φλάναγκαν.

Έχω υπερασπιστεί παθιασμένα και τα δύο αυτά φιλμ, κι ενώ η “Οδός Όουκ” δεν διαθέτει τον μεγαλειώδη φορμαλισμό του Ζεμέκις ή τον μεγαλειώδη συναισθηματισμό του Φλάναγκαν, υπάρχει όντως κάτι έγκυρο στο να στέκεται εκεί δίπλα τους. Κι εξάλλου, σε καθαρό μέτρο διασκέδασης, τα κάνει μια χαψιά. Σαν πεινασμένος δεινόσαυρος που ξαφνικά προσγειώνονται στα πόδια του ένα μάτσο οικογενειάρχες των προαστίων.

Ο Αστερισμός του Σκύλου

(“The Dog Stars”, Ρίντλεϊ Σκοτ, 1ω58λ)

★★★

Με τον παγκόσμιο πληθυσμό να έχει αφανιστεί ύστερα από μια πανδημία, ένας μοναδικός άνδρας με ένα αεροπλάνο και με συντροφιά τον σκύλο του, αναζητά την προέλευσης μιας μυστηριώδους εκπομπής – που του δίνει ελπίδα πως κάπου μέσα στην ερημιά, μπορεί να υπάρχει ελπίδα για το αύριο.

Σε 25 λέξεις: Γλυκός Ρίντλεϊ Σκοτ σε μια επεισοδιακού τύπου μετα-αποκαλυπτική αφήγηση. Αλλού γνώριμο, αλλού μερακλίδικο και διασκεδαστικό, πάντα με καρδιά. Ο Τζος Μπρολίν ως σκυθρωπός νιχιλιστής κλέβει την ταινία.

Κριτική

Ο Ρίντλεϊ Σκοτ συνεχίζει ασταμάτητος να παραδίδει ταινίες διαφορετικού μεγέθους, ύφους και διάθεσης, αυτή τη φορά μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη το βιβλίο του 2012, σε σενάριο Μαρκ Λ. Σμιθ (“Η Επιστροφή”) και Κρίστοφερ Γουίλκινσον (“Νίξον”). Υπάρχει προφανώς και μια επίκαιρη έγνοια, καθώς ακολουθούμε τις σχεδόν μοναχικές περιπέτειες ενός άντρα σε μια αραιοκατοικημένη, μετα-αποκαλυπτική Αμερική, αποδεκατισμένη ύστερα από τη διάδοση μιας θανατηφόρας ασθένειας.

Το ζήτημα όμως δεν είναι καμία σωτηρία του κόσμου ή τίποτα αντίστοιχα μεγαλεπήβολο. Μια μικρού βεληνεκούς αφήγηση, ακολουθεί τον Χιγκ (Τζέικομπ Ελόρντι, λυπημένος) και σκύλο του, Τζάσπερ, καθώς καβαλάνε ένα αεροπλανάκι κάνοντας βόλτες ανάμεσα στο οχυρό (που ο Ελόρντι συντηρεί μαζί με τον μπαρουτοκαπνισμένο χαρακτήρα του Τζος Μπρολίν) και σε μια κοντινή πόλη για ανεφοδιασμούς.

Η αφήγηση παρατίθεται σε επεισόδια, κάποια πιο διασκεδαστικά από τα άλλα (γενικά ό,τι περιλαμβάνει τον Μπρολίν είναι χρυσός), και χωρίς μεγάλες κορυφώσεις, όμως αυτό για το οποίο αξίζει είναι ο τρόπος με τον οποίο παρατηρεί τον κόσμο. Υπάρχει μια νηφαλιότητα – όχι κυνισμός – και μια ειρηνικότητα στο βλέμμα της ταινίας. Έχει ενδιαφέρον να διαβαστεί μέσα από την οπτική ενός Ρίντλεϊ Σκοτ ο οποίος τα τελευταία χρόνια φαίνεται σταθερά να παράγει ταινίες που αν έχουν κοινό άξονα, είναι ο θυμός τους: Με διαφορετικούς τρόπους, τα πάντα από το “Alien: Covenant” μέχρι τον “Μονομάχο 2” είναι θυμωμένα με τον κόσμο, ακόμα και με την ίδια την ύπαρξη.

Αν μη τι άλλο, ο Σκοτ μου φαίνεται περισσότερο κοντά με τον χαρακτήρα του Μπρολίν, ο οποίος στέκεται και κρατά το οχυρό μασουλώντας καπνό (ή αυτό είναι το vibe του τελοσπάντων) και μην έχοντας πολλές βλέψεις για τον κόσμο πέραν αυτού. Η ταινία θα ήταν πιο ενδιαφέρουσα αν ακολουθούσε την οπτική εκείνου, αλλά ακόμα κι έτσι η μετάβαση και το σταδιακό νοιάξιμο για έναν κόσμο που δε θα είναι ποτέ όπως ήταν, δίνει στην ιστορία την ψυχή της.

Μυστικά και Ψέματα

(“Secrets & Lies”, Μάικ Λι, 2ω22λ)

★★★★½

Μια επαγγελματικά πετυχημένη νεαρή μαύρη οπτικός, ο Ορτάνς, αποφασίζει να αναζητήσει τη βιολογική της μητέρα. Σοκαρισμένη, θα ανακαλύψει πως η έρευνά της την οδηγεί στη Σύνθια, μια λευκή γυναίκα της εργατικής τάξης.

Σε 25 λέξεις: Θρυλική κοινωνική δραμεντί με φόντο την εργατική τάξη και χειρουργικής ακρίβειας εξερεύνηση των ανθρώπινων παθών, δεσμών και συναισθημάτων. Χρυσός Φοίνικας για τη διασημότερη ίσως ταινία του σπουδαίου Μάικ Λι, καθηλωτικές ερμηνείες από Μπρέντα Μπλέθιν και Μαριάν Ζαν-Μπατίστ. Κι οι τρεις τους, υποψήφιοι για Όσκαρ.

Πού Είναι το Σπίτι του Φίλου Μου;

(“Where Is the Friend’s House / Khane-ye Doust Kodjast?”, Αμπάς Κιαροστάμι, 1ω23λ)

★★★★★

Ένας μαθητής, παρά την απαγόρευση από τη μητέρα του, ξεκινάει μόνος του ένα ταξίδι αναζήτησης του σπιτιού ενός συμμαθητή του, για να του επιστρέψει το τετράδιό του και να αποφύγει την αποβολή, την επόμενη μέρα. Στο δρόμο του, ο μικρός θα συναντήσει κάθε λογής ανθρώπους, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν ξέρουν πώς να τον βοηθήσουν.

Σε 25 λέξεις: Η πρώτη ταινία της ιστορικής σημασίας “τριλογία του Κόκερ” του Αμπάς Κιαροστάμι. Με φαινομενική απλότητα αλλά μια κυκλική αφήγηση που διαρκώς επιστρέφει σε τοπόσημα, καθώς αφουγκραζόμαστε το χρόνο και τη διαδρομή, ο αξεπέραστος auteur χαρτογραφεί (όπως πάντα έκανε στο μεγαλύτερο μέρος της φιλμογραφίας του έκτοτε) χώρους και τοπία, καθώς και τον τρόπο που οι άνθρωποι υπάρχουν και κινούνται μέσα σε αυτά. Ταυτόχρονα, ένα σινεμά αφοπλιστικά ανθρώπινο, δραματουργικά αποτελεσματικό, και πλούσιο δίχως να μοιάζει καν να προσπαθεί.

Κυκλοφορεί επίσης

Γράμματα Αγάπης: Η Σελίν περιμένει το πρωτότοκο παιδί της. Αλλά δεν είναι αυτή που είναι έγκυος. Σε τρεις μήνες, η σύζυγός της Νάντια θα γεννήσει την κόρη τους. Για να μπορέσει να αναγνωριστεί από τις αρχές ως γονιός αυτού του παιδιού, η Σελίν πρέπει να συγκεντρώσει συστατικές επιστολές από 15 ανθρώπους του κοντινού και του ευρύτερου περιβάλλοντός της. Θα τα καταφέρει;

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα