ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΘΑΝΟ ΑΝΕΣΤΟΠΟΥΛΟ – “ΤΟ ΘΕΜΑ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΜΗ ΧΑΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟ ΜΑΣ”
Από τα Διάφανα Κρίνα ως την αιωνιότητα: Στη μνήμη του Θάνου Ανεστόπουλου το NEWS 24/7 επιστρέφει σε όσα είπε ο εκλιπών για τη ζωή και το έργο του στον Θεοδόση Μίχο, ένα καλοκαιρινό μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας.
Με την ανακοίνωση από τον ίδιο τον Θάνο Ανεστόπουλο για την κατάσταση της υγείας του να έχει προηγηθεί κατά πολύ («Η πρακτική της συγκάλυψης της ασθένειάς μου περισσότερο κακό μου κάνει ψυχολογικά, παρά καλό. Επιθυμώ να αρθρώσω αυτήν την ασθένεια και να το μοιραστώ μαζί σας, παρά να συνεχίσω να αποφεύγω την αλήθεια. Πάσχω από μεταστατικό Καρκίνο των Οστών. O οποίος στην διάγνωσή του είναι αρκετά επιθετικός»), ναι μεν αφορμή για τη συνάντησή μας στις 10/5/2016 τυπικά αποτέλεσε η επικείμενη συναυλία «Από τις ρίζες ως τα άνθη του καλού…» στο Παλλάς, η βαρύτητα της όμως προφανώς έγκειτο αλλού.
Σαν τώρα θυμάμαι να βγαίνω από το ασανσέρ, να βλέπω στο βάθος την μισάνοιχτη πόρτα του διαμερίσματός του, να μυρίζω από μακριά την τσιγαρίλα και να σκέφτομαι «μα καλά, καπνίζει ακόμα;».
Και μετά, με τον Ανδρέα Σιμόπουλο, να κλείνουμε την πόρτα πίσω μας και ο στιχουργός και μπροστάρης των Διάφανων Κρίνων, αδυνατισμένος και αδύναμος μεν, μειλίχιος και χαμογελαστός δε, να μας προτρέπει να φτιάξουμε μόνοι μας καφέ («συγχώρεσέ με, φίλε μου, που δεν μπορώ να σηκωθώ, δυσκολεύομαι λίγο, έλα, κάτσε, η κουζίνα είναι από εκεί»), να μου λέει -αμέσως πριν αρχίσω να τον ηχογραφώ, έχοντας, θαρρείς, διαβάσει την πρότερη σκέψη μου- «κάπνισε αν θέλεις, κι εγώ καπνίζω, γιατί να το κόψω, αυτό θα με σώσει;»- και τελικά, δύο περίπου ώρες αργότερα να μας αποχαιρετά με ακόμη μία προτροπή: «Να έρθετε ξανά, να πάμε να φάμε στα Εξάρχεια».
Τέσσερις μέρες αργότερα η συναυλία πραγματοποιήθηκε (μπορείτε να τη δείτε βιντεοσκοπημένη), κανείς δεν έμεινε ασυγκίνητος, και η επανάληψή της στη Θεσσαλονίκη (επίσης βιντεοσκοπημένη) έμελλε να είναι η τελευταία της ζωής του. Η είδηση του θανάτου του Θάνου Ανεστόπουλου θα γινόταν γνωστή το πρωί της 3ης Σεπτεμβρίου 2016.
Στη μνήμη του, δέκα χρόνια μετά, το NEWS 24/7 δημοσιεύει το ζουμί όσων μου είπε εκείνο το σχεδόν καλοκαιρινό μεσημέρι σε ένα φωτεινό διαμέρισμα επί της Καλλιδρομίου.
ΑΠΟ ΤΙΣ ΡΙΖΕΣ ΩΣ ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ
Ένιωσα ότι είναι ο καιρός να κάνω κάτι τέτοιο (σ.σ. την πολυσυζητημένη συναυλία στο Πέλλας). Το ήθελα χρόνια, από την εποχή των Κρίνων. Απλά τώρα ήρθαν έτσι τα πράγματα ώστε να βγει από μέσα μου αυτή η ιδέα. Χωρίς καμία πίεση. Μάζεψε κι ο χρόνος γύρω μου ένα κύκλο μουσικών, με τους οποίους πρώτα είμαστε φίλοι. Παλιότερα σκεφτόμουν να κάνω κάτι μόνο για τις δικές μου προσωπικές καταβολές αλλά κατ’ επέκταση και των Κρίνων. Λίγο πολύ έχουμε τις ίδιες επιρροές με τα παιδιά, από τη μικρή εφηβεία και καθώς μεγαλώναμε, στο διάβα μας στη ζωή.
Σκέφτηκα λοιπόν κάποια στιγμή όλους αυτούς τους ποιητές που έχουμε αγαπήσει, τους δικούς μας ήρωες, αυτούς με τους οποίους ο καθένας πέρασε το ταξίδι του και το περνάει ακόμη. Και όχι μόνο τους λεγόμενους καταραμένους ποιητές, αλλά και τη beat generation, το rock ‘n’ roll, το gothic -μην ξεχνάς ότι είμαι παιδί της δεκαετίας του ’80- όλα αυτά που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο περνάνε στη μουσική μου.
Με τους ανθρώπους που παίζουμε και κάνουμε μουσικές τα τελευταία χρόνια μαζί, έχουμε κοινά βιώματα, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι ο καθένας δεν κάνει την εντελώς δική του πορεία και προσωπική κατάθεση ψυχής. Και σκέφτηκα: Πώς μπορούμε να τα μπλέξουμε όλα αυτά, χωρίς όμως να τα «μπλέξουμε»; Είναι απλό. Φωνάζεις αγαπημένους σου μουσικούς και τους ζητάς να διασκευάσουν τραγούδια κάποιων άλλων «συναγαπημένων», τα φαντάσματα των οποίων θα είναι εκεί, επί σκηνής. Θα ακούσουμε, ας πούμε, να μελοποιείται ο Πόε. Ή ο (Μανώλης) Αγγελάκης θα διασκευάσει Tom Waits. Ο The Boy θα διασκευάσει Joy Division. Ο Lolek θα διασκευάσει Leonard Cohen. Θα τιμήσουμε δηλαδή αυτά με τα οποία μεγαλώσαμε.
Από εδώ και πέρα λέω να είμαι καλά και να κάνω κάθε φορά από ένα πρότζεκτ, να κάνω πραγματικότητα κάποια «ονειράκια» μου. Αυτή τη φορά το όνειρο έχει να κάνει με τις ρίζες μου. Γι’ αυτό και βάλαμε τον τίτλο «Από τις ρίζες ως τα άνθη του άαλού». Άνθη του καλού ονομάζω τα τραγούδια των Κρίνων. Το ενδιαφέρον είναι ότι έχω βρει μουσικούς που θα ξαναστήσουν αυτά τα επιλεγμένα κομμάτια των Κρίνων με άλλη δομή. Δε θα είναι δηλαδή μια μπάντα που απλά θα αναπαράγει τα τραγούδια, αλλά θα τα κάνει τελείως διαφορετικά. Αυτό φαίνεται και από τα όργανα που επέλεξα, δεν ήθελα να υπάρχουν απλά μπάσο, ντραμς και ηλεκτρισμός. Θέλω να κονιορτοποιηθεί το πράγμα, έχοντας στη μία γωνία ένα κλασικό πιάνο και στην άλλη ένα κοντραμπάσο, αυτά να είναι ο σκελετός και η μελωδική γραμμή να βγαίνει από μουσικά πριόνια και βιολοντσέλο, ενώ θα υπάρχει και ένας εξαιρετικός μουσικός, τρελός και παλαβός, που μαζεύει πολλά όργανα και τα παίζει, κάπως σαν τον Pascal Comelade ή τον Yann Tiersen. Όλο αυτό μένει να δούμε πώς θα βγει, πώς θα κοινωνήσουμε στον κόσμο τον φόρο τιμής, που λες, που είναι όντως τέτοιος, απέναντι σε ανθρώπους που μας μπόλιασαν, μας κέρασαν, μας δώρισαν τις ψυχές τους και τα τραγούδια τους κι εμείς προχωρήσαμε ανάλογα. Γιατί τίποτα δεν γεννιέται από το μηδέν.
ΡΟΜΑΝΤΙΣΜΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ…
Σκοτεινά; Μάλλον φωτεινά μου φαίνονται όλα αυτά (σ.σ. τα ποιήματα και τα τραγούδια των Ρεμπώ, Καρυωτάκη, Πόε, Μποντλέρ, Μπουκόσφσκι, Πολυδούρη, Nick Cave, Ίan Curtis και λοιπών που τον επηρέασαν) και αρκετά αισιόδοξα γιατί πηγάζουν από έναν άκρατο ρομαντισμό.
Πάντα μου άρεσαν οι τάσεις του ρομαντισμού, σε διάφορες εποχές. Κι επειδή ντρέπεται ο κόσμος να δηλώσει ρομαντικός, πάντα θα παραμένει κάτι επαναστατικό. Μπορεί βέβαια ο ρομαντισμός να γίνει ανάλαφρος και επιδερμικός, αλλά μπορεί να έχει και βάθος, να είναι πολύ δυνατός. Το θέμα, λοιπόν, είναι να μη χάσουμε το ρομαντισμό μας, την αθωότητά μας. Να μη σκληρύνουμε, να μη συνηθίσουμε τις εικόνες της καθημερινής βίας που βλέπουμε. Δε λέω να είμαστε απαθείς. Ξέρεις, έχει παρεξηγηθεί τελευταία η έννοια του ρομαντισμού. Αρκετοί το συνδέουν με μια σάχλα. Όχι, μερικοί είμαστε ευαίσθητοι και το διαφυλάσσουμε αυτό, το κρατάμε. Γιατί από εκεί γεννιούνται όλα, όχι μόνο η μουσική.
Θα συμφωνήσω με τον… «συνάρρωστό» μου, Morrissey, πρώτα έρχεται η θλίψη και μετά ο λόγος, ο τρόπος και τα μέσα για να μπορέσουμε να την απαλύνουμε. Όχι να τη διώξουμε. Την κρατάμε και προσπαθούμε να την απαλύνουμε, να μη μας βαραίνει. Γιατί το θέμα είναι να μη μας βαραίνουν αυτά τα πράγματα μέσα μας. Πρέπει να μπορούμε να συνυπάρχουμε και με τη θλίψη και με τη χαρά και με την αρρώστια και με τον πόνο. Να μην έχουμε δηλαδή τη… φαιδρά ουσία στο μυαλό ότι θα τα διώξουμε όλα αυτά κάνοντας πράγματα, παράγοντας τέχνη, δημιουργώντας τα μέσα για να τα εκφράσουμε.
Έχω περάσει σιγά σιγά σε ένα στάδιο που ανακαλύπτω τη διαφορά σώματος και νου. Αυτό είναι το υπερβατικό και δεν έχει να κάνει μόνο με τη θλίψη. Επειδή έχω μπει πια καθημερινά στο κεφάλαιο «κρεβάτι του πόνου», που λένε, προσπαθώ αυτό τον «ψυχοασκό», τον φορέα της ψυχής και του νου, το σώμα δηλαδή, να το δεχτώ έτσι όπως είναι, να το δω πεντακάθαρα και να αρχίσω να λέω «δεν έχω σώμα, είμαι σώμα». Προσπαθώ να το κάνω όλο αυτό ώστε να φτάσω σε ένα σημείο που θα μπορώ πια να καλοδεχτώ τον πόνο στη ζωή μου, στην καθημερινότητά μου.
Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΕ ΤΟΝ (ΑΓΝΩΣΤΟ) ΕΑΥΤΟ
Καλοδέχεσαι τον πόνο όταν είσαι αποφασισμένος όχι να τον πολεμάς καθημερινά -αυτό δεν βγάζει πουθενά, δε μπορείς να τον κοντράρεις με τίποτα- αλλά να τον παραδεχτείς, να τον κάνεις φίλο σου και να φτάσεις σε ένα υπερβατικό, θα έλεγα, σημείο και να μην το σκέφτεσαι. Να μάθεις να δουλεύεις με τη δύναμη του μυαλού και της ψυχής.
Καμιά φορά λέω ότι θα ήταν ωραία να έρθει κάποτε η στιγμή που οι άνθρωποι θα μπορέσουμε να μείνουμε μόνοι μας κάπου μακριά από την πόλη, δεν ξέρω πού, σε μια παραλία, σε ένα λόφο, δεν έχει σημασία. Να μπορέσεις να κάτσεις εκεί και να απεμπλακείς από διάφορα που έχει ανάγκη το σώμα, ώσπου να καταφέρεις να φύγεις από το σώμα, να το αφήσεις πίσω σου να νεκρώσει και να απελευθερώσεις την ψυχή σου, να φύγεις ελεύθερος.
Αυτός ο διάλογος με το σώμα, που αναγκαστικά έχω μπει αυτή την περίοδο με οδηγεί πραγματικά σε ανακάλυψη άλλων πραγμάτων, που νομίζω ότι τα περνάω σιγά σιγά στα τραγούδια που γράφω, γιατί συνεχίζω να γράφω, είναι κάτι που με κρατάει δυνατό. Έτσι λοιπόν καταλαβαίνω ότι για παράδειγμα σε ό,τι έχει να κάνει με το σαρκικό κομμάτι, αν φτάσεις σε ένα σημείο να το αφήσεις για λίγο στο πλάι, μπορεί να καταφέρεις να αντικρίσεις κάποιον και να πεις «σ’ αγαπώ βαθιά», γιατί με την ψυχή σου ανοίγουν κάτι πολύ μεγάλα μάτια και βλέπεις τον άλλο αληθινά, διαχέεται η αγάπη από μέσα σου και βλέπεις τι άνθρωπος είναι πραγματικά αυτός που έχεις απέναντί σου. Αυτό το πράγμα ένας άνθρωπος που τρέχει και παράγει και μετά θέλει να γυρίσει σπίτι για να γαμήσει τη γυναίκα του και να πιει τις μπύρες του, δεν είναι εύκολο να το καταφέρει. Γιατί όλοι φοβούνται να κάτσουν πρώτα και κύρια λίγο με τον εαυτό τους. Να δω πώς μπορώ να σε αγαπήσω πραγματικά όταν λέει ότι «σ’ αγαπώ». Να δω πώς μπορώ να νιώσω ένα τραγούδι ότι έχει αλήθεια, όταν λέω ότι είναι αληθινό. Πώς μπορώ να δημιουργώ με ειλικρίνεια κάτι, όταν λέω ότι είμαι δημιουργός.
Οτιδήποτε συμβαίνει στη ζωή του ανθρώπου, το ζήτημα είναι να το δεις σαν δώρο, όσο περίεργο κι αν ακούγεται αυτό, γιατί αλλιώς κάτσε και κλαίγε, τι να σου πω. Αλλά άμα το εκμεταλλευτείς και το δεις σαν δώρο προς τον εαυτό σου, τότε ακόμη κι αν δε γίνεις σοφότερος, κερδίζεις πράγματα που δεν είχες καν φανταστεί ότι μπορεί να υπάρξουν στη ζωή σου.
Σιγά σιγά γίνεται αυτό, δεν έχει να κάνει με επιφοίτηση. Έχει περάσει ένας χρόνος (σ.σ. από τη διάγνωσή του με καρκίνο των οστών) και τώρα νιώθω ότι μπορώ πραγματικά να συνομιλήσω με τον εαυτό μου γιατί πέρασα στο στάδιο της αποδοχής. Οι άνθρωποι δεν αποδεχόμαστε ότι μπορεί να μας συμβεί κάτι, νομίζουμε ότι είμαστε αθάνατοι. Προφανώς ζωντανεύει το συναίσθημα του φόβου. Αλλά πρέπει να τα βάλεις κάτω και καταρχήν να μην πεις «γιατί συνέβη σε μένα». Αν το πεις αυτό, πάει, το ‘χασες.
Εγώ είμαι άνθρωπος που δεν πιστεύει στο τέλος όπως το εννοούν οι περισσότεροι. Αυτό είναι κάτι που μου δίνει δύναμη. Όπως επίσης πιστεύω πως ό,τι δεν σκέφτεσαι, δεν υπάρχει, οπότε δεν σε οδηγεί. Δεν εννοώ να πεις ότι είναι μια γρίπη, να ψεύδεσαι στον εαυτό σου και στους άλλους. Εννοώ ότι δεν χρειάζεται να σε συμπαρασύρει μια τέτοια κατάσταση σε μια μίζερη καθημερινή πραγματικότητα και να σε κάνει σκλάβο της τελικά, να σε αφομοιώσει, ενώ μπορείς να συνεχίσεις να κάνεις πράγματα, με καινούριους όρους βέβαια. Φτιάχνεις τις προϋποθέσεις ώστε να τα καταφέρεις. Και αλήθεια σου λέω, είναι η πρώτη φορά που συναντιέσαι με τον εαυτό σου για τόσες πολλές ώρες, οπότε τον γνωρίζεις σιγά σιγά. Πώς αλλιώς θα τον γνωρίσεις; Στα καλά; Στις γιορτές και στα πανηγύρια; Κάπως έτσι νιώθω λοιπόν αυτό τον καιρό.
Ήταν ανάγκη, όπως το λες (σ.σ. το να μιλήσει δημόσια για την ασθένειά του). Πνιγόμουν. Ήθελα να το φωνάξω για να νιώσω πρώτα απ’ όλα εγώ δυνατός. Και μου έκανε καλό. Γιατί κατάλαβα ότι δεν πρέπει να μας φοβίζει τίποτα. Είτε κουτσός, είτε στραβός, είτε ανάποδος, πρέπει να βρίσκεις τη δύναμη να λες «αυτό είναι το νέο μου πρόσωπο» και να προχωράς.
Ναι, υπήρξε μία εποχή…all night long. Όσο μεγαλώνεις όμως -και δεν θέλω να ακουστώ συντηρητικός- οι ανάγκες σου αλλάζουν. Ο Cave δε θα μπορούσε σήμερα να κυλιέται με «ζαπρε» στα γυαλιά όπως έκανε με τους Birthday Party. Ξυπνάει, χαιρετάει τα παιδιά του, πάει στο γραφείο του, κάθεται στο πιάνο, γράφει, κάποιες φορές τον συνοδεύουν και οι άλλοι «αλήτες» που έχει παρέα. Καταλαβαίνεις ότι το φρούτο ωριμάζει κάποια στιγμή.
Ναι, έχει να κάνει με το ότι έχεις γεμίσει με δόσεις αδρεναλίνης, έχεις ζήσει πολλά πράγματα, έχεις υπάρξει δηλαδή λέγοντας «όλα ή τίποτα», ζώντας το rock ‘n’ roll. Νομίζω όμως ότι είναι πολύ όμορφο να οδηγούμαστε κάπου αλλού τελικά. Να προσπαθούμε για παράδειγμα να γίνουμε κάλοι πατεράδες. Εγώ και την υγεία μου να είχα αύριο, θα συνέχιζα την πορεία μου, όπως το έκανα και πριν μάθω ότι είμαι άρρωστος. Μου φαίνεται φυσιολογικό όλο αυτό. Ενώ δε μου φαίνεται καθόλου φυσιολογικό να είσαι εξηντάρης και να χτυπιέσαι λες και είσαι η Poison Ivy. Μπορείς λοιπόν να ακολουθήσεις τη φυσική ροή των πραγμάτων. Το θέμα είναι να μην κλειστείς στην τρυπούλα σου, στην πυτζαμούλα σου, να μην παροπλίζεσαι. Να συνεχίζεις όσο μπορείς να εκπέμπεις την αλήθεια σου και ό,τι πιάνεις να μην το καταστρέφεις πια. Όσο κατέστρεψες στο παρελθόν να μάθεις να τα πιάνεις πιο απαλά, πιο ώριμα, με ευγένεια.
Νομίζω πως είναι αναπόφευκτες οι συγκρούσεις. Γενικά. Είτε είναι δύο αδέρφια, είτε μια κοινότητα, μια φυλή, μια οικογένεια, ένα γκρουπ, είναι αναπόφευκτο ότι θα συγκρουστούν και νομίζω ότι επιβάλλεται κιόλας για να υπάρχει μια πορεία με αυθεντικότητα και ειλικρίνεια. Αρκεί να υπάρχει και μια διαχείριση. Το θέμα δηλαδή δεν είναι να μην τσακώνεσαι. Αλλά να μάθεις να τσακώνεσαι.
ΤΟ ROCK ’N’ ROLL ΟΧΙ ΑΠΛΑ ΩΣ ΤΡΟΠΟΣ ΕΚΤΟΝΩΣΗΣ
Προσπαθούν να το κάνουν επίπλαστα δικό τους βίωμα (σ.σ. οι νέες γενιές fans των Διάφανων Κρίνων), να το κατακτήσουν, να ζήσουν λίγο αυτό που δεν ζήσανε, έστω και στη συναυλία ενός σόλο τραγουδιστή -όπως έγινε πέρυσι στο Death Disco- που μεταφέρει τα κομμάτια μιας εποχής και εκφράζει αυτό που δεν πρόλαβαν. Θέλω να πω ότι κι εγώ αν ήμουν δεκαεξάρης σε μια τέτοια συναυλία και δεν το είχα ζήσει όλο αυτό και το άκουγα από τους μεγαλύτερους, μάλλον το ίδιο θα έκανα. Είναι μια έκφραση ίσως όχι απόλυτα αυθεντική, αλλά πηγάζει από μία εσωτερική ανάγκη να ζωντανέψεις αυτά που έχεις ακούσει ότι γίνονταν κάποτε.
Όχι, δεν νοσταλγώ. Κάποτε νοσταλγούσα. Στην πρώιμη εφηβεία μου. Νοσταλγούσα, δηλαδή, πριν δημιουργήσω αναμνήσεις. Νομίζω ότι είναι παγίδα η νοσταλγία. Πολλές φορές σε ακινητοποιεί. Δε σε αφήνει να προχωρήσεις, να δημιουργήσεις, να κάνεις καινούριες «γέννες». Το θέμα είναι να φτιάχνουμε παρελθόντα. Όχι να καθόμαστε και να αναπολούμε τα περασμένα. Μέσα στο πλαίσιο του δώρου που σου έλεγα πριν, είναι τόσο δυνατό το παρόν που ζω, στο μυαλό μου δεν περισσεύει χώρος. Ασχολούμαι πάρα πολύ με το τώρα, με το σήμερα. Είναι πολλά τα πράγματα που πρέπει να ζήσω αυτή τη στιγμή. Και προτιμώ να λέω ότι ζω κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία. Δεν ξέρω τι θα μου ξημερώσει αύριο. Τώρα όμως είμαι εδώ. Μιλάω μαζί σου. Μετά από δυο ώρες ούτε καν σκέφτομαι τι θα κάνω.
Αν υπάρχει αυτή η αίσθηση μέσα από την υπάρξη και τη δράση των Κρίνων, ότι δεν παίζαμε rock ‘n’ roll μόνο για να εκτονωνόμαστε, ίσως να έχει να κάνει με το ότι μερικοί θέλαμε να γράφουμε βιβλία όταν ήμασταν πιτσιρίκια. Θυμάμαι έντονα στα 16-17 εγώ και οι φίλοι μου να θέλουμε να γίνουμε συγγραφείς ή ποιητές. Όπως ένας άλλος μπορεί να γούσταρε να γίνει αεροπόρος, εμείς γουστάραμε το γράψιμο και το διάβασμα. Οπότε η μουσική έγινε ένα μέσο, μια πλατφόρμα. Χωρίς να ξέρουμε ούτε νότες ούτε τίποτα στην αρχή, με δυο κιθάρες αρχίσαμε να μελοποιούμε τα ίδια μας τα γραπτά. Έτσι ξεκινήσαμε με το ροκ, αλλά ποτέ δεν έφυγε η αγάπη μου για το διάβασμα και το γράψιμο. Πάντα ήταν ψηλά, στο ταβάνι.
Η ουσία ήταν να βγάλουμε προς τα έξω την ψυχή των κειμένων, των σκέψεών μας που ήταν αποτυπωμένες σε χαρτιά, μέσα σε ένα μουσικό πλαίσιο. Ήταν και η εποχή τότε με την έξαρση του punk στην Ελλάδα, του new wave, της dark σκηνής. Και βρέθηκε αυτό το μέσο. Εγώ πάντως θυμάμαι ότι δεν είπα ποτέ «πάμε να κάνουμε μια μπάντα». Έλεγα «πάμε να βάλουμε μουσική στα ποιήματα». Θυμάμαι στις πρόβες ότι αντί να κουρδίζουμε τα όργανα, καθόμασταν πολλές ώρες γύρω από ένα τραπέζι και αναλύαμε τον κάθε στίχο. Και μετά ξεκινούσαμε να παίζουμε, έτσι, για λίγο.
Η δική μου μεγάλη δυνατότητα ήταν να βρίσκω μελωδίες. Ξέρεις, πρώτα τις τραγουδάς και μετά τις μεταφράζεις με μια κιθάρα ή ένα πιάνο και εξελίσσεται η σύνθεση από τα μέλη της μπάντας. Αλλά, όπως σου είπα, ήταν απλά το μέσο. Γι’ αυτό και στα πρώτα άλμπουμ, τα κομμάτια των Κρίνων είναι πολύ απλά, με τέσσερα-πέντε ακόρντα, με μια punk αισθητική ακόμη και οι μπαλάντες. Αργότερα έγιναν πολυχρωματικά, γιατί και τα παιδιά ως μουσικοί είχαν τη διάθεση να αναπτυχθούν. Και φτιάχτηκε αυτό που λένε «ο προσωπικός ήχος των Κρίνων», εξαιτίας του συνδυασμού των ήχων, των στίχων, ίσως λόγω και της χροιάς της φωνής. Ποτέ όμως για μένα δεν ήταν ζητούμενο να δείξουμε πόσο καλοί μουσικοί είμαστε. Βεβαίως υπήρχαν άνθρωποι στη μπάντα που δεν γράφανε, οπότε ίσως ο δικός τους στόχος να ήταν να κάνουν καλή μουσική. Όμως η αρχή ήταν ο λόγος, η ποίηση. Κι έγινε αυτό που έγινε…
Η ΔΙΨΑ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ
Έλα μωρέ, δεν πιστεύω σε αγίες τριάδες, οσίες τετράδες ή ανίερες πεντάδες. Δεν έχει σημασία αν το συνειδητοποιούσα (σ.σ. ότι τα Διάφανα Κρίνα γρήγορα εξελίχθηκαν σε ένα από τα κορυφαία συγκροτήματα της γενιάς τους). Απλά δεν ασχολιόμουν καθόλου με αυτό το κομμάτι, πραγματικά. Όταν το ζεις από μέσα, είναι αλλιώς. Για παράδειγμα, ξεκινάς για περιοδεία με το βανάκι, λίγο έξω από τη Λαμία κάνεις στάση για να πιεις μια μπύρα, πετυχαίνεις τον Γιάννη (Αγγελάκα) με το δικό τους το βανάκι -τότε που τα βαν ήταν στους δρόμους- και σου λέει «ρε συ, στο διπλανό χωριό είναι ο Παύλος, δεν πάμε;». Δηλαδή υπήρχε μία οργανική κοινωνικοποίηση μεταξύ μας.
Σιγά μη με νοιάζει αν θα ακούγονται τα τραγούδια μου στους αιώνες των αιώνων αμήν. Εγώ γράφω με μόνο στόχο να εκφράσω κάτι που με πνίγει, που δεν μπορώ να το κρατήσω άλλο μέσα μου, που πρέπει να γεννηθεί. Για μένα είναι σαν ακανόνιστη ανάγκη έκφρασης ή αναπνοής. Μπορεί να περάσει ένας χρόνος για να γράψεις ένα μόνο τραγούδι. Και μπορεί σε μια βδομάδα να γράψεις έναν ολόκληρο δίσκο.
Υπάρχουν και τραγούδια μου που δεν «μιλάνε» σε κανένα. Το θέμα είναι το καθένα να απελευθερωθεί και να βρει το δρόμο του. Όση δύναμη και αλήθεια έχει μέσα του, τόση διαδρομή θα μπορέσει να κάνει.
Είναι κάποια τραγούδια μου, όχι πολλά, που μπορώ να σου πω ότι θα προτιμούσα να μην τα έχω δισκογραφημένα. Ότι θα προτιμούσα να είχα βάλει άλλα στη θέση τους. Αλλά όταν υπάρχει έντονη παραγωγικότητα, προκύπτουν τέτοια πράγματα, δεν ξέρεις τι να βάλεις και τι να αφήσεις απ’ έξω. Και πάλι όμως δεν πειράζει, γιατί ακόμη και να μην καταγραφεί κάπου ένα τραγούδι, από τη στιγμή που το έγραψες, ζωντάνεψε έστω και για λίγο. Υπήρξε.
Στη μουσική, σε όποια στιγμή της ιστορίας και να σταθείς, θα δεις ότι ο καθένας έχει ένα τρόπο για να εκφραστεί που κανείς δεν μπορεί να τον αντιγράψει απόλυτα. Εσύ που είσαι χρόνια βουτηγμένος στη μουσική, που είναι η αγάπη σου, μπορείς να δεις ότι ο κάθε δημιουργός έχει κάτι που διαφέρει. Μπορεί να είναι απλώς μια νότα που δεν μπορεί να την παίξει κανείς όπως την παίζει εκείνος. Αυτό είναι που δίνει και την προσωπική χροιά στα τραγούδια, στο έργο. Οι νότες ίδιες δεν είναι για όλους; Τα όργανα ίδια δεν είναι; Κι όμως, όλοι διαφέρουν. Είναι κάτι πολύ λεπτό που δεν μπορώ να σου το εκφράσω ακριβώς με λέξεις. Είναι κάτι μαγικό.
Είναι κάτι που επιδιώκω (σ.σ. η απομάκρυνση από την παγίδα των ευκολιών εξαιτίας της συσσωρευμένης εμπειρίας ως τραγουδοποιός), είναι η δίψα για τη ζωή, για τη συνέχεια. Πρέπει να δεχτείς ότι είμαστε μονογαμικοί, λένε κάποιοι. Εγώ δεν μπορώ να το δεχτώ. Όποιον μου λέει κάτι τέτοιο τον θεωρώ ανθρωπάκι. Το λέω αυτό για να σου τονίσω ότι ο Μεγάλος Άνθρωπος αφήνει τη ζωή να του ανοίγει τα παράθυρα και να του φέρνει οποιαδήποτε νέα εμπειρία. Πρέπει να αφήνεσαι, να είσαι εν αγνοία, να μη σε νοιάζει τι θα έρθει στην επόμενη στροφή. Να μην πεις «γέμισα ένα τσουβάλι με εμπειρίες, χόρτασα, δεν με νοιάζει τίποτα άλλο, είμαι εντάξει». Τότε είσαι νεκροζώντανος. Ο άνθρωπος πρέπει να παραμένει εν αγνοία μέχρι τον θάνατό του. Να επιτρέπει στη ζωή να τον εκπλήσσει.
Δεν μπορούμε να θεωρούμε ότι εμείς γράφουμε το σενάριο της ζωής. Να αναλωνόμαστε συσσωρεύοντας άγχος μέσα μας σε μια προσπάθεια να κατασκευάσουμε εμείς το τοπίο, να προβλέψουμε τι θα συμβεί. Νομίζω ότι είναι λίγο κούφιο, βαρετό αδιάφορο και επικίνδυνο.
Όταν βλέπεις έναν αλκοολικό να έχει φάει πέντε κόκκινες κάρτες από τη ζωή, να έχει φτάσει στον πάτο και να συνεχίζει να λέει «το ελέγχω, μη φοβάστε», αυτό δεν σου λέει κάτι; Πολλές φορές λοιπόν στη ζωή χρειάζεται να αποδέχεσαι και να παραδίδεις τον έλεγχο. Αν έχει ένα ρίσκο αυτό είναι ότι όλα μπορεί να πάνε καλύτερα.
Θα σου εξομολογηθώ κάτι: Μια ζωή έλεγα ότι έχω τον έλεγχο. Στην περίοδο της έξης, των παθών, ξέρεις τι εννοώ. Είναι πολύ λάθος αυτό. Δε μπορούμε να έχουμε τον έλεγχο. Γιατί λέγοντας ότι έχουμε τον έλεγχο, οι άνθρωποι εννοούμε ότι μπορούμε να ελέγξουμε το μέλλον. Και ξέρεις, αυτό το κάνουν κυρίως οι άνθρωποι που είναι πολύ βαριά αγκιστρωμένοι στο παρελθόν και δεν ζουν το παρόν. Λοιπόν, το επόμενο λεπτό εγώ μπορεί να πάθω καρδιακό επεισόδιο κι εσύ να κερδίσεις το τζόκερ. Ποιος ξέρει;
Φυσικά, αυτό που σου λέω δεν έχει να κάνει με τα όνειρα. Δεν θα χάσουμε το δικαίωμα να ονειρευόμαστε. Ή να έχουμε στόχους. Ή να ελπίζουμε. Πιστεύω στην ελπίδα. Πιστεύω στη δύναμη της πίστης. Πιστεύω και στην αποδοχή της αποτυχίας. Δεν πιστεύω όμως στο κουράγιο, να σου χτυπάνε φιλικά την πλάτη. Τέλος πάντων, αν έχω καταλάβει κάτι μέχρι τώρα είναι ότι αξιοπρέπεια σημαίνει να αποδέχεσαι ότι δεν είναι τόσο δυνατός όσο νομίζεις, να αφήνεσαι.
Τι σκέφτομαι για αύριο; Θέλω να ανέβω σε αερόστατο, γαμώτο, μια φορά στη ζωή μου. Μια βόλτα με αερόστατο!