Ο Νταλάρας επιστρέφει στη Νίκαια με τα ρεμπέτικα που κουβαλά από παιδί

Διαβάζεται σε 8'
Ο Νταλάρας επιστρέφει στη Νίκαια με τα ρεμπέτικα που κουβαλά από παιδί

Ο Γιώργος Νταλάρας επιστρέφει στη Νίκαια με το «Ρεμπέτικο», κουβαλώντας μια μουσική που γνώρισε παιδί και εξακολουθεί να θεωρεί ζωντανή, ανήσυχη και ανοιχτή στις επόμενες γενιές.

«Το ρεμπέτικο είναι το πιο επαναστατικό και το πιο ζωντανό είδος της μουσικής μας». Με αυτή τη φράση έχει περιγράψει ο Γιώργος Νταλάρας τη σχέση του με το ρεμπέτικο. Σε περισσότερες από πέντε δεκαετίες μουσικής διαδρομής, δεν έπαψε να επιστρέφει σε αυτό το ρεπερτόριο. Για εκείνον, άλλωστε, το ρεμπέτικο δεν υπήρξε ποτέ ένα απλό κεφάλαιο της ελληνικής μουσικής που κάποια στιγμή αποφάσισε να μελετήσει. Προϋπήρχε σχεδόν της μνήμης του.

Στις 24 Σεπτεμβρίου αυτή η σχέση αποκτά και πάλι έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Μετά το Λονδίνο, το Παρίσι, τη Στοκχόλμη, το Αμβούργο και το Άμστερνταμ, όπου η παράσταση «Ρεμπέτικο» ταξίδεψε τα τελευταία δύο χρόνια, ο Γιώργος Νταλάρας επιστρέφει με αυτά τα τραγούδια στο Κατράκειο Θέατρο. Στη Νίκαια. Στον τόπο όπου γεννήθηκε.

Ο Γιώργος Νταλάρας γεννήθηκε το 1949 στην Κοκκινιά του Πειραιά, τη σημερινή Νίκαια. Πατέρας του ήταν ο Λουκάς Νταράλας, μουσικός και τραγουδιστής του ρεμπέτικου, και οι πρώτες του αναμνήσεις μοιάζουν σήμερα με ένα μικρό πορτρέτο ολόκληρης εποχής. «Οι ήχοι των μουσικών, των οργάνων και των φωνών, φωνών βγαλμένων από τα φυσικά πρόσωπα που με περιέβαλαν στο στενό οικογενειακό περιβάλλον μου, όταν ήμουν πολύ μικρό παιδί, με ταλανίζουν», έχει αναφέρει ο ίδιος.

Μπιθικώτσης, Στράτος Παγιουμτζής, Σωτηρία Μπέλλου, Μοσχονάς, Καίτη Γκρέυ, Άκης Πάνου και, φυσικά, ο πατέρας του ανήκουν σε εκείνον τον κόσμο των πρώτων χρόνων του. Γι’ αυτό και περιγράφει τη συναισθηματική του σχέση με το ρεμπέτικο με μία λέξη: «μοιραία».

Υπάρχει μάλιστα μια μικρή λεπτομέρεια που μοιάζει σχεδόν προφητική. Η πρώτη ερασιτεχνική ηχογράφηση της φωνής του, γύρω στο 1964-65, όταν ήταν περίπου 15 ετών, ήταν το τραγούδι «Πικρός καημός» του πατέρα του. Ο νεαρός Γιώργος τραγουδούσε και ο Λουκάς Νταράλας έπαιζε μπουζούκι. Πολύ πριν από την πρώτη δισκογραφική του επιτυχία, πατέρας και γιος είχαν ήδη συναντηθεί μέσα σε ένα τραγούδι.

Ο Γιώργος Νταλάρας
Ο Γιώργος Νταλάρας Μάριος Θεολόγης

Μια από τις πιο δυνατές παιδικές του μνήμες είναι και η πρώτη συνάντηση με τον Βασίλη Τσιτσάνη. Ήταν περίπου έξι ετών όταν πήγε μαζί με τη μητέρα του στο μαγαζί όπου εμφανιζόταν, για να παραλάβουν ένα γράμμα και λίγα δολάρια που είχε στείλει ο πατέρας του από την Αμερική.

«Να ’τος, αυτός στη μέση είναι ο Τσιτσάνης», του ψιθύρισε η μητέρα του. Στο πάλκο θυμάται τους μουσικούς κουστουμαρισμένους, με ανοιχτά χρώματα και δίχρωμα παπούτσια, και ανάμεσά τους τον Τσιτσάνη, τον μόνο χωρίς γραβάτα, πιο μαζεμένο απ’ όσο περίμενε. Χρόνια αργότερα, ο Νταλάρας θα θυμόταν ακόμη εκείνη την εικόνα και το χάδι του ανθρώπου που είχε ήδη περάσει στην παιδική του συνείδηση ως «ο ξεχωριστός, ο αγαπημένος, ο αρχηγός».

Οι νέοι ανακαλύπτουν το ρεμπέτικο

Η επιμονή του Νταλάρα να επιστρέφει σε αυτή τη μουσική έχει και μια άλλη διάσταση. Αρνείται να τη δει σαν απολίθωμα ενός κόσμου που χάθηκε.

«Θεωρώ ότι ποτέ δεν ήταν και ποτέ δεν θα γίνει μουσειακό ή γραφικό. Θα συγκινεί και θα εμπνέει πάντα τους πιο αξιόλογους, ταλαντούχους κι ευαίσθητους ανθρώπους κάθε γενιάς», έχει αναφέρει.

Τα μυστικά της αντοχής του βρίσκονται και μέσα στα ίδια τα τραγούδια. Το ρεμπέτικο μίλησε για τον έρωτα και την εγκατάλειψη, τη φτώχεια, την ξενιτιά, την αδικία, τη φυλακή, την επιθυμία, την καθημερινή επιβίωση. Η γλώσσα και οι εποχές μπορεί να αλλάζουν, όμως αυτά τα συναισθήματα έχουν μεγάλη αντοχή στον χρόνο.

Ο Νταλάρας έχει πει ότι κάθε φορά που επιστρέφει σε αυτά ανακαλύπτει κάτι που δεν είχε ακούσει προηγουμένως: στους μουσικούς δρόμους, στις ερμηνείες, στον τρόπο με τον οποίο οι στίχοι καταγράφουν συναισθήματα και γεγονότα και σχηματίζουν, όπως γράφει, μια «τοιχογραφία της συλλογικής κοινωνικής συνείδησης».

Κάπως έτσι αντιμετώπισε το ρεμπέτικο και όταν, το 1975, ηχογράφησε τον διπλό δίσκο «50 Χρόνια Ρεμπέτικο Τραγούδι». Ήταν μια εποχή κατά την οποία ένα μεγάλο μέρος του νεότερου κοινού ανακάλυπτε ξανά αυτό το ρεπερτόριο, και ο συγκεκριμένος δίσκος έγινε για πολλούς από αυτούς μια πρώτη είσοδος στον κόσμο του. Ο Νταλάρας ήταν τότε μόλις 26 ετών: αρκετά νέος ώστε να ανήκει στη γενιά που το ξαναανακάλυπτε και ταυτόχρονα αρκετά κοντά στους ανθρώπους που το είχαν δημιουργήσει ώστε να κουβαλά προσωπικές μνήμες τους.

Σήμερα η διαδρομή έχει ανοίξει ακόμη περισσότερο. Το ρεμπέτικο διδάσκεται σε μουσικές σχολές, ωδεία και πανεπιστήμια, μελετάται έξω από την Ελλάδα και προσελκύει μουσικούς πολύ νεότερων γενεών. Ο Νταλάρας έχει μιλήσει για τα νέα παιδιά που τον πλησιάζουν αναζητώντας τρόπους να γνωρίσουν τους δρόμους του ρεμπέτικου και να τους φέρουν σε επαφή με τη δική τους μουσική κουλτούρα.

Το 2017 το ρεμπέτικο εντάχθηκε στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας της UNESCO. Στο σκεπτικό της, η UNESCO επιμένει ακριβώς σε αυτή τη ζωντανή μετάδοση: από την προφορική μαθητεία δίπλα στους παλιότερους μουσικούς μέχρι τη σημερινή διδασκαλία του σε σχολές και πανεπιστήμια.

Ο Μάρκος που «κατοικεί εντός μας»

Ανάμεσα στους ανθρώπους στους οποίους ο Νταλάρας επιστρέφει διαρκώς βρίσκεται ο Μάρκος Βαμβακάρης. Τον γνώρισε νέος και θυμάται ακόμη έναν έπαινο που κουβαλά, όπως λέει, «ανάμεσα σε εκλεκτές μνήμες».

Έπειτα από μια εμφάνιση όπου είχε τραγουδήσει τον «Κάβουρα», ο ίδιος ο Βαμβακάρης τού είπε: «Μικρέ, πολύ ωραία τον είπες τον “Κάβουρα” και είναι δύσκολο τραγούδι, μπράβο σου!». Ελάχιστες λέξεις, που έμειναν όμως μαζί του για μια ολόκληρη ζωή.

Για τον Νταλάρα, ο Μάρκος εξακολουθεί να ταξιδεύει από γενιά σε γενιά: «Ενώ είναι χρέος μας –σαν μουσικοί– να ταξιδεύουμε τα τραγούδια του, μας ταξιδεύουν αυτά».

Και πράγματι, το «Ρεμπέτικο» έχει φτάσει σήμερα σε αίθουσες από το Λονδίνο μέχρι το Άμστερνταμ και σε ακροατές που μπορεί να μην έχουν καμία προσωπική μνήμη από την Κοκκινιά, τη Σύρο ή τον Πειραιά. Το ταξίδι του δεν στηρίζεται πια στη νοσταλγία. Τα τραγούδια έχουν προ πολλού ξεπεράσει τα όρια της εποχής και του τόπου όπου γράφτηκαν.

Από τη Νίκαια στην Ευρώπη – και ξανά πίσω

Στη Νίκαια, βέβαια, το ρεμπέτικο έχει αφήσει τα ίχνη του παντού. Στους προσφυγικούς συνοικισμούς, στα πρόσωπα των μουσικών, στα παλιά στέκια και στους χώρους διασκέδασης όπου παίχτηκε και άνθησε.

Αυτή τη μνήμη επιχειρεί να συγκεντρώσει σήμερα και το Εικονικό Μουσείο Ρεμπέτικου του Δήμου Νίκαιας – Αγίου Ιωάννη Ρέντη, με προσωπικές ιστορίες μουσικών, όργανα, ήχους και χώρους της πόλης που συνδέθηκαν με αυτή τη μουσική.

Η επιστροφή του «Ρεμπέτικου» στο Κατράκειο έχει έτσι μια δυνατή διαδρομή πίσω της. Από έναν δεκαπεντάχρονο που ηχογραφούσε ένα τραγούδι του πατέρα του με το μπουζούκι του Λουκά δίπλα του, στον 26χρονο που έφερνε τα παλιά ρεμπέτικα σε μια καινούργια γενιά και από εκεί στις σημερινές αίθουσες της Ευρώπης.

Στις 24 Σεπτεμβρίου, ο Γιώργος Νταλάρας θα βρίσκεται στη σκηνή μαζί με μια μεγάλη ομάδα μουσικών και τις φωνές της Ασπασίας Στρατηγού, της Μαριάνας Κατσιμίχα και του Βασίλη Κορακάκη, σε ένα πρόγραμμα που επιστρέφει στους δημιουργούς, στους δρόμους και στο ιδιαίτερο ηχόχρωμα του ρεμπέτικου.

Από την Κοκκινιά στην Ευρώπη και από την Ευρώπη πίσω στη Νίκαια, η διαδρομή είναι μεγάλη. Τα τραγούδια, όπως πίστευε πάντα ο Νταλάρας, φαίνεται πως έχουν ακόμη περισσότερο δρόμο μπροστά τους.

Παίζουν οι μουσικοί: 

  • Γιώργος Παπαχριστούδης, πιάνο
  • Βασίλης Κορακάκης, μπουζούκι
  • Γιάννης Σταματογιάννης, μπουζούκι
  • Δημήτρης Ρέππας, μπουζούκι
  • Αποστόλης Βαλαρούτσος, κιθάρα
  • Πέτρος Βαρθακούρης, μπάσο
  • Σωτήρης Μαργώνης, βιολί
  • Μάνος Γρυσμπολάκης, ακορντεόν
  • Ηλίας Μαντικός, κανονάκι
  • Στράτος Σαμιώτης, κρουστά
  • Τάκης Βασιλείου, κρουστά

Εισιτήρια: more.com

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα