Ο ΑΝΤΙ ΜΠΕΡΝΑΜ ΘΕΛΕΙ ΝΑ ΦΕΡΕΙ ΤΟ ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΠΙΣΩ ΣΤΗΝ ΕΕ. ΜΠΟΡΕΙ;
Το θεσμικό και πολιτικό πλαίσιο, τα «ναι μεν, αλλά» του Λονδίνου και η απειλή του Νάιτζελ Φάρατζ.
Η δημόσια παραδοχή του Βρετανού πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ ότι εμφανίζεται πλέον αποφασισμένος «να φτάσει μέχρι τέλους» αναφορικά με τη στρατηγική επαναπροσέγγιση του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) προκάλεσε ποικίλες αντιδράσεις τόσο εντός της χώρας του, όσο και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Αν και η σαφής δέσμευση του Μπέρναμ για το στόχο της επανένταξης του Ηνωμένου Βασιλείου στην ΕΕ δεν είναι βέβαιο ότι θα περιλαμβάνεται στο προσεχές εκλογικό μανιφέστο των Εργατικών, η δήλωσή του έρχεται να καταρρίψει ένα από τα μεγαλύτερα ταμπού στην μετα-Brexit εποχή. Από το 2016 και το δημοψήφισμα, η πολιτική ηγεσία των Εργατικών απέφευγε επιμελώς ακόμα και την αναφορά της λέξης «επανένταξη» υπό τον διαρκή φόβο της εκλογικής «τιμωρίας» στις παραδοσιακές βιομηχανικές περιφέρειες του βρετανικού βορρά που στήριξαν κατά πλειοψηφία την καμπάνια αποχώρησης από την ΕΕ.
Σήμερα, η ιδέα της ανατροπής του Brexit παύει να αποτελεί ένα περιθωριακό αίτημα των αμετανόητων υποστηρικτών της παραμονής στην ΕΕ και μετατρέπεται σε ζήτημα που έρχεται στον πυρήνα της πολιτικής ατζέντας.
Το επιτελείο του Βρετανού πρωθυπουργού αξιολογεί διαρκώς τα ποιοτικά δεδομένα των δημοσκοπήσεων, αναζητώντας εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που θα στήριζαν ένα τέτοιο εγχείρημα. Την ίδια στιγμή, οι Ευρωπαίοι εταίροι του Ηνωμένου Βασιλείου αντιμετωπίζουν την ιδέα με απροσδόκητη σοβαρότητα και σε αρκετές περιπτώσεις με επιφύλαξη.
Χαρακτηριστική υπήρξε η αντίδραση του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος διεμήνυσε ότι η Ευρώπη είναι έτοιμη να καλωσορίσει το Ηνωμένο Βασίλειο πίσω, εφόσον, όπως υπογράμμισε, υπάρξει «ειλικρινής πρόθεση».
Σε στρατηγικό επίπεδο, τα κίνητρα μιας τέτοιας «στροφής» είναι πρωτίστως οικονομικού ενδιαφέροντος.
Η βρετανική οικονομία συνεχίζει να αντιμετωπίζει ισχυρούς κλυδωνισμούς, ένα υψηλότατο ενεργειακό κόστος και τους ρυθμούς ανάπτυξης να παραμένουν υποτονικοί, δεχόμενη το ασφυκτικό βάρος ενός δημοσιονομικού κόστους που εκτιμάται στο 6% του ΑΕΠ ως συνέπεια της εξόδου από την ΕΕ. Το οξύμωρο είναι ότι το Λονδίνο εξακολουθεί στην πράξη να συμμορφώνεται με ένα ευρύ σύνολο κοινοτικών προτύπων, χωρίς όμως να απολαμβάνει την πρόσβαση στην ενιαία αγορά που κατοχυρώνει η ιδιότητα του κράτους-μέλους. Τα πολυδιαφημισμένα οφέλη του Brexit δεν έγιναν ποτέ πραγματικότητα, με τις μεγαλόσχημες διακηρύξεις περί «ανάκτησης του ελέγχου» και «τόνωσης της εθνικής αυτοπεποίθησης» του Ηνωμένου Βασιλείου να μην επαληθεύονται ούτε στο ελάχιστο.
Η χώρα, η οικονομία, η επιχειρηματικότητα, το κοινωνικό κράτος, όλοι οι τομείς της λειτουργίας του κράτους «έχασαν» από την έξοδο και αυτή είναι μια παραδοχή που αναγνωρίζεται από μεγάλα τμήματα του εκλογικού σώματος.
Παράλληλα, το διεθνές γεωπολιτικό περιβάλλον έχει επιδεινωθεί δραματικά. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία εκδηλώθηκε μόλις έναν χρόνο μετά τον τερματισμό της αμυντικής συνεργασίας Λονδίνου-Βρυξελλών, υπενθυμίζοντας τα κοινά στρατηγικά συμφέροντα της ευρωπαϊκής ηπείρου.
Ταυτόχρονα, η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο συνοδεύτηκε από μια απροκάλυπτη απαξίωση προς τους ιστορικούς συμμάχους του ΝΑΤΟ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, υποχρεώνοντας το Λονδίνο να αναζητήσει περιφερειακά στηρίγματα. Ακόμη, όμως, και οι παραδοσιακοί εταίροι της Κοινοπολιτείας, όπως ο Καναδάς, η Αυστραλία και η Νέα Ζηλανδία, επιλέγουν πλέον να προσεγγίζουν προνομιακά τις Βρυξέλλες παρά να αναπτύξουν ισχυρότερους δεσμούς με το Ηνωμένο Βασίλειο.
Το δύσκολο μονοπάτι της επιστροφής και τα σημεία τριβής
Η στροφή προς το σενάριο της επανένταξης αποτυπώνει με σαφήνεια τα όρια που συνάντησε η στρατηγική «επαναφοράς» (το λεγόμενο reset) των διμερών σχέσεων ΕΕ-Ηνωμένου Βασιλείου, την οποία είχε εγκαινιάσει ο προκάτοχος του Μπέρναμ, σερ Κιρ Στάρμερ.
Ήδη από το ιστορικό δημοψήφισμα του 2016, το θεμελιώδες πρόβλημα σε όλες τις διμερείς διαπραγματεύσεις παρέμενε η αδυναμία συμβιβασμού μεταξύ των αντικρουόμενων «κόκκινων γραμμών» των δύο πλευρών.
Για την ΕΕ, απόλυτη προτεραιότητα συνιστούσε η προστασία της ακεραιότητας της ενιαίας εσωτερικής αγοράς και η απαρέγκλιτη ισορροπία μεταξύ δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των κρατών-μελών. Κανένα κράτος-μέλος δεν μπορεί να απολαμβάνει τα οφέλη χωρίς να επωμίζεται το αντίστοιχο κόστος.
Στον αντίποδα, η βρετανική πολιτική ηγεσία, ήδη από την εποχή της Μάργκαρετ Θάτσερ, διατηρούσε μια βαθιά ριζωμένη αποστροφή προς την ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων, αγαθών και υπηρεσιών, καθώς και έντονη άρνηση να δεχθεί την απώλεια εθνικής κυριαρχίας που συνεπάγεται η δικαιοδοσία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Την ίδια στιγμή, το πολιτικό σύστημα στη χώρα διαχρονικά εκτιμούσε ότι το Ηνωμένο Βασίλειο περισσότερο προσέφερε παρά επωφελούταν από τη συμμετοχή στην ΕΕ, κυρίως στο ζήτημα της συμβολής στον κοινοτικό προϋπολογισμό.
Επίσης, όλες οι πλευρές φαίνεται να γνωρίζουν ότι αν το Ηνωμένο Βασίλειο προσέλθει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, θα βρεθεί πιθανότητα αν όχι σε μειονεκτική, τουλάχιστον σε πιο αδύναμη θέση. Οι εποχές των ειδικών προνομίων έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί, με τις Βρυξέλλες και τα κράτη-μέλη να συναινούν δύσκολα στην επαναφορά της εξαίρεσης από την ένταξη στην Ευρωζώνη ή στη διατήρηση των παλαιών δημοσιονομικών προνομίων.
Παράλληλα, το Λονδίνο θα κληθεί να υιοθετήσει αναδρομικά το σύνολο της κοινοτικής νομοθεσίας που θεσπίστηκε κατά την απουσία του, με δύο πεδία να αποτελούν δυνητικά σημεία τριβής:
Το πρώτο είναι ο νέος Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act), τον οποίο ο βρετανικός τεχνολογικός τομέας αντιμετωπίζει με έντονη δυσπιστία, φοβούμενος ότι θα «πνίξει» την καινοτομία.
Το δεύτερο πεδίο είναι ο κανόνας της ομοφωνίας στη λήψη αποφάσεων, με την είσοδο ενός νέου μέλους να απαιτεί την επικύρωση από τα κοινοβούλια και των είκοσι επτά κρατών-μελών, καθένα από τα οποία διαθέτει δικαίωμα αρνησικυρίας. Είναι βέβαιο ότι πολλές πρωτεύουσες θα αξιοποιήσουν τη συγκυρία για να αποσπάσουν παραχωρήσεις από το Λονδίνο, από τα δικαιώματα αλιείας στα βρετανικά ύδατα μέχρι ειδικές ρυθμίσεις για τις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες του City.
Ο ρόλος του Βερολίνου και ο παράγοντας Νάιτζελ Φάρατζ
Στο διπλωματικό πεδίο, η επιλογή του Μπέρναμ να επισκεφθεί το Βερολίνο πριν λίγες μέρες για το πρώτο του επίσημο ταξίδι σε κράτος-μέλος της ΕΕ αποτέλεσε μια κίνηση υψηλού συμβολισμού. Η συνάντηση λειτούργησε ευεργετικά και για τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτζ, ο οποίος δέχεται ισχυρές πιέσεις στο εσωτερικό μέτωπο έπειτα από διαδοχικές ήττες σε τοπικές εκλογές και δημοσκοπική κατάρρευση.
Ακόμη και αν τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης σχολίασαν δηκτικά τη συνάντηση μεταξύ «ενός ανερχόμενου και ενός παραπαίοντος πολιτικού», η παρουσία των δύο ηγετών ενώπιον μαθητών στο κτίριο της Καγκελαρίας επέτρεψε την προβολή ενός αφηγήματος σταθερότητας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης.
Κεντρικός άξονας των συνομιλιών υπήρξε η οριστική επικύρωση της Συνθήκης του Κένσινγκτον του 2025. Πρόκειται για το μοναδικό κείμενο διμερούς συνεργασίας με δεσμευτική ισχύ διεθνούς δικαίου που έχει συνάψει το Ηνωμένο Βασίλειο με ευρωπαϊκό κράτος μετά το Brexit.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Βρετανός πρωθυπουργός απηύθυνε επίσημη πρόσκληση στη Γερμανία να συμμετάσχει στο πρόγραμμα μαχητικών νέας γενιάς (Global Combat Air Programme) μαζί με τη Βρετανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία, θέτοντας παράλληλα τις βάσεις για έναν στενότερο συντονισμό απέναντι στις αυξανόμενες υβριδικές κυβερνοεπιθέσεις στον ευρωπαϊκό χώρο.
Σε κάθε περίπτωση, η όποια συζήτηση για επαναπροσέγγιση με την ΕΕ, ακόμη και αν η Γερμανία ή η Γαλλία «βάλουν πλάτη», δεν μπορεί να διεξαχθεί στο κενό, αγνοώντας τις ευαίσθητες ισορροπίες στο πολιτικό σκηνικό του Ηνωμένου Βασιλείου. Αν ο Μπέρναμ ευελπιστεί να κερδίσει τη συμπάθεια και στήριξη φιλοευρωπαίων ψηφοφόρων που μετακινήθηκαν προς τους Φιλελεύθερους Δημοκράτες ή τους Πράσινους -επικαλούμενος δημοσκοπήσεις που δείχνουν ότι το 57% των Βρετανών θεωρεί πλέον το Brexit ιστορικό σφάλμα– στο δεξιό και ακροδεξιό άκρο του πολιτικού φάσματος καραδοκεί μια υπολογίσιμη δύναμη ανατροπής με μακρά ιστορία αντι-ευρωπαϊσμού: Ο Νάιτζελ Φάρατζ.
Ο επικεφαλής του κόμματος Reform UK συνιστά τον πλέον αποσταθεροποιητικό παράγοντα για το παραδοσιακό δικομματικό σύστημα. Ο Φάρατζ διατηρεί μια μοναδική ικανότητα να αφουγκράζεται και να κινητοποιεί τα λαϊκά στρώματα, αντλώντας εκλογική ισχύ από τη διάχυτη οργή της εργατικής τάξης και των απογοητευμένων συντηρητικών ψηφοφόρων. Ο ίδιος έχει εστιάσει το αφήγημά του κατά των πολιτικών που σκοπεύουν να «προδώσουν το Brexit», υποστηρίζοντας ότι η ελίτ του Westminster, οι Εργατικοί και οι Τόρις, σαμποτάρουν συστηματικά τη βούληση του βρετανικού λαού.
Σε ένα κατακερματισμένο εκλογικά περιβάλλον, όπου το πλειοψηφικό σύστημα ενός γύρου παράγει συχνά ακραίες και απρόβλεπτες κοινοβουλευτικές στρεβλώσεις, η πιθανότητα εκλογικής επικράτησης του παλαίμαχου πολιτικού παύει να αποτελεί σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Τόσο ο ίδιος, όσο και στελέχη του κόμματός του «εργαλειοποιούν» τις εσωτερικές πολιτικές κρίσεις, εκμεταλλευόμενοι τη δυσφορία για τις εισροές μεταναστών, τις αδυναμίες του Εθνικού Συστήματος Υγείας (NHS) και το υψηλό κόστος ζωής, αποδίδοντας τα πάντα στην ανεπάρκεια των παραδοσιακών κομμάτων.
Διατηρούν την πόλωση γύρω από τις όποιες ενέργειες γεφύρωσης των σχέσεων με την ΕΕ, τονίζοντας ότι σε περίπτωση επικράτησης του Reform UK στις εθνικές εκλογές κάθε σκέψη για εξομάλυνση των σχέσεων με την ΕΕ θα απομακρυνθεί οριστικά. Ο Φάρατζ με κάθε ευκαιρία διατυπώνει την πρόθεσή του να οδηγήσει το Ηνωμένο Βασίλειο σε αποχώρηση από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υιοθετώντας πολιτικές επιθετικού προστατευτισμού στο εμπόριο και στη διακίνηση αγαθών και προσώπων.
Ο Μπέρναμ βρίσκεται συνεπώς ενώπιον ενός ισχυρού διλήμματος: Εάν διστάσει να προσεγγίσει πιο καθαρά και αποφασιστικά την ΕΕ, καθιστά ακόμη πιο ευάλωτη τη βρετανική οικονομία και οξύνει τα κοινωνικά αδιέξοδα· εάν, όμως, προχωρήσει αποφασιστικά, ίσως κινδυνεύει να πυροδοτήσει ένα νέο εκλογικό κύμα διαμαρτυρίας που θα φέρει τον Φάρατζ ένα βήμα πριν την ανάληψη της διακυβέρνησης.
Θα αντέξει την πλοήγηση σε ένα τέτοιο ευαίσθητο και νευρικό πολιτικό περιβάλλον ή θα έχει την τύχη των προκατόχων του; Θα τον στηρίξουν οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι ή θα τον παρασύρει το κύμα λαϊκισμού και τα «ναι μεν, αλλά» του βρετανικού πολιτικού συστήματος;