Advertisement

“Συστοιχία” συστάσεων για προσωρινά μέτρα αντιμετώπισης των υψηλών τιμών ενέργειας

Διαβάζεται σε 6'
“Συστοιχία” συστάσεων για προσωρινά μέτρα αντιμετώπισης των υψηλών τιμών ενέργειας
EUROKINISSI

Τα στοχευμένα και προσωρινά μέτρα αναδεικνύονται ως η βασική κατεύθυνση για την προστασία νοικοκυριών και επιχειρήσεων, με την αποτελεσματικότητά τους να εξαρτάται από την ορθή στόχευση, τον συντονισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο και τη διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας.

Την ανάγκη λήψης στοχευμένων και προσωρινών μέτρων για την ανακούφιση νοικοκυριών και επιχειρήσεων από το αυξημένο ενεργειακό κόστος, χωρίς να διακυβεύεται η δημοσιονομική σταθερότητα και να ενθαρρύνεται αδιακρίτως η κατανάλωση καυσίμων, αναδεικνύουν οι προβληματισμοί του ΙΟΒΕ και οι κατευθύνσεις που συζητούνται σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στο επίκεντρο βρίσκεται η αναζήτηση αποτελεσματικών παρεμβάσεων που θα περιορίζουν τις οικονομικές επιπτώσεις των ανατιμήσεων, διατηρώντας παράλληλα τις προϋποθέσεις για ανταγωνιστική και βιώσιμη ανάπτυξη.

Συγκεκριμένα, στην τριμηνιαία έκθεσή του για την Ελληνική Οικονομία, η οποία παρουσιάστηκε στις 15 Οκτωβρίου 2026, το ΙΟΒΕ επισημαίνει ότι η στήριξη των πολιτών απέναντι στις αυξημένες ενεργειακές δαπάνες απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό και ορθολογική αξιοποίηση των διαθέσιμων δημοσιονομικών πόρων. Αντί μιας οριζόντιας μείωσης των φόρων στη βενζίνη και στο πετρέλαιο κίνησης, προκρίνεται η παροχή άμεσης οικονομικής ενίσχυσης στους πολίτες, με μέτρα που θα ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες τους.

Η προσέγγιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον διεθνών ενεργειακών αναταράξεων, όπου οι υψηλές τιμές επιβαρύνουν τόσο τον οικογενειακό προϋπολογισμό όσο και το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων. Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης (ΕΦΚ) επανέρχεται στο προσκήνιο, ενώ οι αυξημένες ονομαστικές τιμές ενισχύουν και τις εισπράξεις ΦΠΑ του Δημοσίου.

Ποια είναι η πιο κατάλληλη λύση;

Σύμφωνα, πάντως, με το σκεπτικό του ΙΟΒΕ, η ανάγκη παρέμβασης της Πολιτείας σε περιόδους έντονων ανατιμήσεων δεν σημαίνει ότι η οριζόντια επιδότηση της κατανάλωσης αποτελεί πάντοτε την καταλληλότερη λύση. Μια γενικευμένη φορολογική ελάφρυνση μπορεί να περιορίσει προσωρινά την επιβάρυνση στην αντλία, αλλά ταυτόχρονα μειώνει το κόστος κατανάλωσης για όλους, ανεξάρτητα από το εισόδημά τους ή την πραγματική ανάγκη τους για καύσιμα. Αντίθετα, οι άμεσες μεταβιβάσεις προς τα νοικοκυριά ή άλλες στοχευμένες ελαφρύνσεις, όπως η μείωση των τελών κυκλοφορίας υπό κατάλληλες προϋποθέσεις, μπορούν να προσφέρουν ουσιαστικότερη στήριξη χωρίς να αποδυναμώνουν τα μηνύματα που στέλνουν οι τιμές στην αγορά.

Παράλληλα, ο σχεδιασμός της πολιτικής, όπως αναφέρεται, οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις διαφορετικές ανάγκες ανά κατηγορία καυσίμου. Η θέρμανση, οι μετακινήσεις των νοικοκυριών και η χρήση καυσίμων από επαγγελματικά οχήματα δεν έχουν τις ίδιες οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Ειδικά για τις επιχειρήσεις και τους κλάδους στους οποίους τα καύσιμα αποτελούν βασικό συντελεστή παραγωγής, η αύξηση του ενεργειακού κόστους, όπως τονίζεται, μπορεί να μετακυλιστεί στις τελικές τιμές, επιτείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις και περιορίζοντας την ανταγωνιστικότητα.

Το ΙΟΒΕ προειδοποιεί, επίσης, για τους κινδύνους μιας προσέγγισης που αντιμετωπίζει τις αυξήσεις των τιμών ως πρόβλημα το οποίο μπορεί να επιλυθεί απλώς με πρόσθετες κρατικές δαπάνες. Η δημοσιονομική δυνατότητα χρηματοδότησης νέων παρεμβάσεων δεν είναι απεριόριστη, ιδιαίτερα σε συνθήκες αυξημένου κόστους δανεισμού και πιέσεων στους κρατικούς προϋπολογισμούς. Για τον λόγο αυτό, η ανακούφιση των πολιτών πρέπει να συνδυάζεται με τη διατήρηση δημοσιονομικών περιθωρίων, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αντιμετώπισης νέων κρίσεων.

Η ευρωπαϊκή διάσταση και η ανταγωνιστικότητα

Στο ίδιο πλαίσιο, το ενεργειακό κόστος βρέθηκε ψηλά στην ατζέντα της τελευταίας συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, στο πλαίσιο των συζητήσεων για την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες αναγνωρίζουν ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας επιβαρύνουν την παραγωγή και δυσχεραίνουν τη θέση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στον διεθνή ανταγωνισμό. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν διαφωνίες ως προς την έκταση των άμεσων παρεμβάσεων και τον τρόπο με τον οποίο αυτές θα συνδυαστούν με τους μακροπρόθεσμους στόχους της πράσινης μετάβασης.

Στα συμπεράσματα της συνόδου, οι ηγέτες καλούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να εξετάσει πρόσθετα μέτρα για τον περιορισμό των βραχυπρόθεσμων επιπτώσεων από τις αυξημένες τιμές ενέργειας. Ζητούν, παράλληλα, να ληφθούν υπόψη οι ιδιαιτερότητες κάθε κράτους-μέλους και οι σημαντικές διαφορές που καταγράφονται στις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, με στόχο την αποτελεσματικότερη στήριξη της οικονομίας.

Μεταξύ των πρωτοβουλιών που βρίσκονται στο τραπέζι περιλαμβάνονται η αναβολή συγκεκριμένων υποχρεώσεων που απορρέουν από τον κανονισμό για το μεθάνιο, η παράταση του προσωρινού πλαισίου κρατικών ενισχύσεων για τις βιομηχανίες που πλήττονται περισσότερο από το ενεργειακό κόστος, καθώς και η βελτίωση της δυναμικότητας και της αποδοτικότητας των ευρωπαϊκών διυλιστηρίων. Παράλληλα, εξετάζεται η δυνατότητα εθελοντικής συγκέντρωσης της ενεργειακής ζήτησης, με στόχο την καλύτερη οργάνωση της αγοράς.

Παρά τις επιμέρους πρωτοβουλίες, η διαμόρφωση μιας ενιαίας ευρωπαϊκής γραμμής παραμένει δύσκολη. Η ανάγκη άμεσης στήριξης πολιτών και επιχειρήσεων πρέπει να συμβαδίζει με τη δημοσιονομική υπευθυνότητα, αλλά και με τη συνέχιση της ενεργειακής μετάβασης. Η αναζήτηση κοινών λύσεων καθίσταται ακόμη πιο κρίσιμη σε μια περίοδο κατά την οποία οι ευρωπαϊκές οικονομίες καλούνται να ενισχύσουν την παραγωγικότητα και να περιορίσουν τις εξαρτήσεις τους.

Η πρόκληση για την ελληνική οικονομία

Η ενεργειακή κρίση συνδέεται, πάντως, ευρύτερα με το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της δυνατότητάς της να διατηρήσει ισχυρή παραγωγική βάση, χωρίς να υποχωρήσει η κοινωνική συνοχή. Η ανάγκη ενίσχυσης των επενδύσεων, του ανθρώπινου δυναμικού και των παραγωγικών υποδομών έχει αναδειχθεί και σε ευρωπαϊκές παρεμβάσεις, όπως η έκθεση Draghi. Ωστόσο, η μετάβαση από τη διαπίστωση των προβλημάτων στην υλοποίηση αποτελεσματικών πολιτικών εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική πρόκληση.

Κρίσιμο πεδίο αποτελεί και η διαμόρφωση του νέου ευρωπαϊκού προϋπολογισμού και του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου. Οι διαπραγματεύσεις αναμένεται να είναι σύνθετες, καθώς τα κράτη-μέλη έχουν διαφορετικές προτεραιότητες και διαφορετικές δυνατότητες συνεισφοράς. Την ίδια στιγμή, η ενδεχόμενη ενίσχυση των χρηματοδοτήσεων που θα κατανέμονται ανταγωνιστικά σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αντί να κατευθύνονται απευθείας στα κράτη, μπορεί να μεταβάλει τις προϋποθέσεις πρόσβασης σε σημαντικούς αναπτυξιακούς πόρους.

Για την Ελλάδα, η προσαρμογή σε αυτές τις εξελίξεις συνιστά σημαντικό στοίχημα. Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και η μετάβαση σε δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας θα απαιτήσουν επενδύσεις, αποτελεσματική αξιοποίηση των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων και σταθερό πλαίσιο οικονομικής πολιτικής.

Το βασικό ζητούμενο, επομένως, είναι η διαμόρφωση μιας πολιτικής που θα προσφέρει πραγματική ανακούφιση απέναντι στις υψηλές τιμές ενέργειας, χωρίς να δημιουργεί νέες δημοσιονομικές πιέσεις ή να υπονομεύει τους αναπτυξιακούς στόχους. Έτσι, τα στοχευμένα και προσωρινά μέτρα αναδεικνύονται ως η βασική κατεύθυνση για την προστασία των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων, με την αποτελεσματικότητά τους να εξαρτάται από την ορθή στόχευση, τον συντονισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο και τη διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα