“ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ”: ΕΝΑ ΕΡΩΤΙΚΟ ΘΡΙΛΕΡ ΜΕ ΦΟΝΤΟ ΤΗ ΡΩΣΙΑ ΤΟΥ ΠΟΥΤΙΝ ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Η “Άπιστη” μεταφέρεται στη Ρωσία κατά την εισβολή στην Ουκρανία. Τι μας είπε ο ρώσος σκηνοθέτης Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ λίγο πριν κερδίσει το Μεγάλο Βραβείο στις Κάννες. Όσα ειπώθηκαν (και τραγουδήθηκαν) στην έναρξη του 67ου φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.
Η έναρξη του 67ου φεστιβάλ Θεσσαλονίκης έγινε με τον “Μινώταυρο” του Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ, του ρώσου σκηνοθέτη που διαχρονικά υπήρξε επικριτικός απέναντι στην κοινωνική και θεσμική διάβρωση της ρωσικής κοινωνίας και που πλέον ζει στο Παρίσι.
Μια ταινία σαφούς πολιτικής διάστασης η οποία ταυτόχρονα ικανοποιεί και σε πρώτο επίπεδο, ως ένα καθηλωτικό θρίλερ: Συναισθήματα που καταπιέζονται εν τέλει εκρήγνυνται με τον πιο αρρωστημένο τρόπο, σε ένα πλαίσιο βουβής αδιαφορίας.
Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία και ως επιλογή για έναρξη ενός φεστιβάλ κινηματογράφου, μια σαφής αν μη τι άλλο πολιτική θέση, αλλά και εορτασμός για έναν από τους πιο αναγνωρισμένους auteurs της τελευταίας 20ετίας στην Ευρώπη.
Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΪ ΖΒΙΑΓΚΙΝΤΣΕΦ
Ο σημαντικότερος σύγχρονος Ρώσος σκηνοθέτης επιστρέφει φέτος 9 χρόνια μετά την τελευταία του ταινία, το “Loveless”, αλλά για τον κόσμο (και για τον ίδιο) τίποτα δεν είναι ίδιο με τότε.
Αρχικά, ο Ζβιάγκιντσεφ αρρώστησε πολύ βαριά πριν κάποια χρόνια με Covid, περνώντας ένα χρόνο σε νοσοκομείο, με τους πνεύμονές του να έχουν καταρρεύσει σε σχεδόν ολοκληρωτικό ποσοστό (τα ρεπορτάζ αναφέρουν 90% κατάρρευση), και να μεταφέρεται σε νοσοκομείο εκτός Ρωσίας όπου και μπήκε σε τεχνητό κώμα και εξωσωματική υποστήριξη ζωής.
Για σημαντικό διάστημα, βασικά θεωρούσαμε πως δεν υπάρχει επιστροφή.
Ήταν σε αυτή την κατάσταση όταν έμαθε για την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, κάτι που για τον ίδιο σήμανε ουσιαστικά αυτο-εξορία καθώς δεν ήθελε να σχετίζεται με τις πράξεις της χώρας του.
Είναι σημαντικό μάλιστα να τονίσουμε πως αυτή η στάση δεν ήρθε από το πουθενά: Διαμέσου της φιλμογραφίας του – και με αποκορύφωμα το συγκλονιστικό “Leviathan” – ο Ζβιάγκιντσεφ έλεγε ιστορίες ηθικής και διαφθοράς (κοινωνικής και προσωπικής) μέσα από έντονα συμβολικά έργα που εστίαζαν στην απαθή στάση του πληθυσμού απέναντι σε ένα αμοραλιστικό, διεφθαρμένο καθεστώς.
Ο “Μινώταυρος”, πλέον, είναι μια διεθνής συμπαραγωγή, χωρίς ρωσικά κεφάλαια, γυρισμένος στη Λετονία, και αποτελεί την δημιουργική επιστροφή ενός σημαντικού δημιουργού που έφτασε κοντά στον θάνατο, και που τώρα κοιτάζει πια την χώρα του απ’έξω. Και το αποτέλεσμα είναι, αναμφίβολα, μια από τις ταινίες της χρονιάς.
ΕΝΑ ΚΛΑΣΙΚΟ ΕΡΩΤΙΚΟ ΘΡΙΛΕΡ ΑΠΟΚΤΑ ΜΙΑ ΝΕΑ ΤΡΑΓΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα πρόσφατη τάση με ριμέικ σημαντικών φεστιβαλικών ταινιών, που θα εξετάσουμε κάποια στιγμή σε άλλο άρθρο – από τον κισλοφσκικό “Δεκάλογο” που γύρισε ο Ασγκάρ Φαραντί στις “Παράλληλες Ιστορίες” στις φετινές Κάννες, μέχρι το επερχόμενο ριμέικ της “Γεύσης του Κερασιού”(!) του Κιαροστάμι, με τον Βάγκνερ Μόουρα.
Μια πολύ πετυχημένη τέτοια περίπτωση πάντως είναι ο “Μινώταυρος” του Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ, το οποίο επαναδιατυπώνει την “Άπιστη Γυναίκα” του Κλοντ Σαμπρόλ στη σύγχρονη Ρωσία. Την ταινία του Σαμπρόλ έχουμε ξαναδεί σε (ωραιότατο) ριμέικ και πριν 24 χρόνια, στην χολιγουντιανή “Άπιστη” με τον Ρίτσαρντ Γκιρ και τη Νταϊάν Λέιν, όμως ο Ζβιάγκιντσεφ κάνει κάτι νέο και πολύ καίριο με το ίδιο υλικό.
Η ιστορία επικεντρώνεται σε έναν μικρο-ολιγάρχη σε μια τοπική ρωσική κοινωνία ο οποίος υποψιάζεται πως η σύζυγός του τον απατά και βάζει έναν ντετέκτιβ να το διαλευκάνει. Οι δυο τους ζουν σε ένα σπίτι-μοντέρνα έπαυλη: Απομονωμένο, ένα σπίτι με τεράστιους, άδειους χώρους, μεγάλα τζάμια μέσα από τα οποία το μουντό τοπίο που υπάρχει στο φόντο μοιάζει με ζωγραφική νεκρής φύσης.
Εκεί μέσα κυριαρχεί η σιωπή, η απουσία συναισθήματος, και φυσικά η απουσία οποιασδήποτε σύνδεσης ή ηθικής. Η σύζυγος μοιάζει απλώς να κινείται μηχανικά και δίχως συναίσθημα σε έναν χώρο που δεν της ανήκει, απλά την περικυκλώνει. Όταν ο γιος λέει στον πατέρα του πως στο σχολείο έπεσε θύμα bullying, η συμβουλή εκείνου δεν είναι η προστασία, αλλά η βίαιη αντιπαράθεση: Πιάστου το κεφάλι, λέει.
Την ίδια στιγμή, ο Γκλεμπ έχει κι ένα πρακτικό ζήτημα στο εργοστάσιό του. Καθώς η ιστορία διαδραματίζεται λίγο μετά την έναρξη της εισβολής στην Ουκρανία, καταφθάνει σε όλους τους τοπικούς επιχειρηματίες μια εντολή επιστράτευσης – να δοθούν δηλαδή ονόματα στον δήμαρχο, των υπαλλήλων της κάθε επιχείρησης που θα σταλούν στον πόλεμο.
Η οδηγία είναι να επιστρατευτούν εργαζόμενοι που θεωρούνται αναλώσιμοι, το οποίο επιτρέπει στον Γκλεμπ να στήσει ένα απάνθρωπο σχέδιο γύρω από τους ποιους θα “θυσιάσει” και με τι τρόπο. Το αληθινά σοκαριστικό είναι το πώς όλο αυτό, που συμβαίνει κατά κύριο λόγο στο περιθώριο της κεντρικής ιστορίας, καταλήγει να συνδέεται με αυτήν.
Δε θα επεκταθούμε στο τι συμβαίνει, σε οποιοδήποτε από τα δύο σκέλη του φιλμ, αλλά αξίζει να υπογραμμίσουμε το ότι το αποτέλεσμα λειτουργεί με βουβά σαρωτικό τρόπο. Πολύ πιο πικρό και δυσάρεστο από την αντίστοιχη εκδοχή του Σαμπρόλ, και απείρως πιο αποσυναισθηματικοποιημένη από την χολιγουντιανή της εκδοχή, η ιστορία στα χέρια του Ζβιάγκιντσεφ γίνεται μια ψυχρή αποτύπωση μιας ρωσικής τάξης προνομίου πλήρως απονεκρωμένη απέναντι σε μια φρίκη που αφήνει στο περιθώριο.
Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε τι που συμβαίνει στην οικογενειακή ζωή του Γκλεμπ δε μπορεί παρά να διαβαστεί ως χτισμένο πάνω σε μια βάση σαθρή και ανήθικη. Στην κατά Ζβιάγκιντσεφ Ρωσία, έχουμε μια κοινωνία τερματικά άρρωστη, όπου οι πάντες κρύβουν πίσω τους συνενοχή, και απόλυτη ετοιμότητα (και αποτελεσματικότητα) σε βία και συγκάλυψη.
Το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας ασχολείται μάλιστα με μια κατά βάση σιωπηλή διαδικασία, που εκτελείται σα να ήταν προβαρισμένη από καιρό. Όλοι οι εσωτερικοί χώροι καδράρονται από τον σκηνοθέτη με ατελείωτους καθρέφτες απέναντι σε καθρέφτες, σαν οι ήρωες αυτοί να είναι πλήρως αποκομμένοι από την ορίτζιναλ, κάποτε πιθανώς ανθρώπινη υπόστασή τους. Στους δε εξωτερικούς χώρους κυριαρχεί η σιωπή. Ποτέ κανείς δεν κινείται, ποτέ κανείς δεν παρατηρεί. Είναι ένας κόσμος κενός από ανθρωπιά, συλλογικότητα, και τελικά ζωή.
Σαν ταινία, ομολογουμένως είναι ένας έξυπνος τρόπος για τον σκηνοθέτη να περάσει μια αντι-ρωσική ματιά στη Δύση, χωρίς να φέρει τον ίδιο τον πόλεμο σε πρώτο πλάνο. Όμως όπως συχνά συμβαίνει, μέσα στα όρια του σινεμά είδους (όπως είναι εδώ το ερωτικό θρίλερ – αν και δεν υπάρχει ίχνος έρωτα) ένας τόσο ικανός τεχνικός του σινεμά όπως Ζβιάγκιντσεφ, και τόσο επίμονος στην παρατήρησή του μιας συνενοχικής, ηθικά νεκρής κοινωνίας, μπορεί να φτιάξει κάτι που σκάει σαν σιωπηλή βόμβα.
ΖΒΙΑΓΚΙΝΤΣΕΦ ΣΤΟ NEWS24/7: «ΩΣ ΡΩΣΟΣ, ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΑΝΑΦΕΡΘΩ ΣΕ ΟΣΑ ΚΑΝΕΙ ΣΗΜΕΡΑ Η ΡΩΣΙΑ»
«Μετά το Χωρίς Αγάπη (Loveless), μετά την ασθένειά μου και μετά την έναρξη του πολέμου, ήξερα ότι η πρώτη ταινία που θα γύριζα έπρεπε να μιλάει για τη Ρωσία, για τη σύγχρονη πραγματικότητά της και για όσα συμβαίνουν εκεί αυτή τη στιγμή, μας είπε ο Ζβιάγκιντσεφ σε μια συνέντευξη με το NEWS24/7 στη διάρκεια του φετινού φεστιβάλ Καννών.
«Ως Ρώσος σκηνοθέτης που γυρίζει μια ταινία στη ρωσική γλώσσα, αν επιχειρούσα να κάνω πρώτα κάτι διαφορετικό, θα ήταν σαν να απέφευγα την πραγματικότητα. Έπρεπε, λοιπόν, η ταινία να εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο. Έπρεπε να αναφερθεί σε όσα κάνει σήμερα η Ρωσία, τόσο στην Ουκρανία όσο και στο εσωτερικό της», ξεκαθαρίζει.
«Νομίζω ότι θα ήταν εξαιρετικά παράξενο να μην το κάνουμε. Πιστεύω, λοιπόν, ότι όλοι στο συνεργείο αισθανθήκαμε αυτή την ανάγκη να ασχοληθούμε με αυτά τα ζητήματα», παραδέχεται.
Τον Ζβιάγκιντσεφ τον συναντήσαμε στις Κάννες, λίγες μέρες πριν η ταινία Μινώταυρος τιμηθεί με το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής. Ο ίδιος, εξαιρετικά σεμνός και μιλώντας με μετρημένο λόγο και με ηρεμία στο παρουσιαστικό του, μίλησε στο NEWS24/7 για το τι άλλαξε από την ταινία του Σαμπρόλ, για το πώς βλέπει τη ρωσική κοινωνία σήμερα, και για τη θέση του απέναντι στην ίδια του τη χώρα.
Και για το μέλλον του;
«Όσο για την επόμενη ταινία μου, νομίζω ότι το ένα της πόδι θα παραμένει ακόμη στο ρωσικό πλαίσιο, ενώ το άλλο θα βρίσκεται κάπου ενδιάμεσα. Θα είναι μια δίγλωσση ταινία, επομένως δεν θα είναι εξ ολοκλήρου βυθισμένη στη ρωσική κουλτούρα», αποκαλύπτει.
«Από εκεί και πέρα, θα δείξει η ζωή τι θα κάνουμε. Σκέφτομαι, πάντως, και σχέδια στην αγγλική γλώσσα». Ή στη γαλλική, μιας και μένει τώρα στη Γαλλία; «Ή στη γαλλική. Αν και, στην πραγματικότητα, η Γαλλία δεν με χρειάζεται», λέει γελώντας.
Όλη η συνέντευξη με τον Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ θα δημοσιευθεί σύντομα στο NEWS24/7, κατά την κυκλοφορία του Μινώταυρου στις ελληνικές αίθουσες από το Cinobo.
ΕΝΑΡΞΗ ΜΕ ΠΑΥΛΙΔΗ, ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ ΚΑΙ ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
Το κοινό στην πρεμιέρα καλωσόρισε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ Ορέστης Ανδρεαδάκης και κάλεσε στη σκηνή τους παρουσιαστές της τελετής, την Τόνια Σωτηροπούλου και τον Κωστή Μαραβέγια. «Είναι αλήθεια, χωρίς το σινεμά, η ζωή μας τι θα ήταν; Μια έρημος», είπε ο Κωστής Μαραβέγιας, αναφερόμενος έτσι και στο κεντρικό αφιέρωμα της φετινής διοργάνωσης.
Αξίζει να αναφέρουμε πως στη συνέχεια της εκδήλωσης, το λόγο πήρε ο Αντιπεριφερειάρχης Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, Κωνσταντίνος Γιουτίκας, ο οποίος έκανε μια όντως αξιοσημείωτη τοποθέτηση πάνω στην διαρκή εξαφάνιση κινηματογραφικών αιθουσών και την αναγκαιότητα της ύπαρξής τους. «Νιώθω πραγματική απογοήτευση βλέποντας τους παλιούς, ιστορικούς, κλασικούς, συχνά συνοικιακούς κινηματογράφους, να κλείνουν ή να αλλάζουν χρήση και να μετατρέπονται σε χώρους στάθμευσης, σούπερ μάρκετ ή οτιδήποτε άλλο», είπε.
«Και όμως, αυτοί οι κινηματογράφοι, δεν ήταν απλώς αίθουσες προβολής. Ήταν χώροι πολιτισμού, κοινωνικής συνάντησης, αλλά και συλλογικής μνήμης. Ήταν χώροι όπου μπορούσαμε να ξαναδούμε σπουδαίες, παλαιότερες ταινίες, να ανακαλύψουμε τον κλασικό κινηματογράφο και να απολαύσουμε μια ταινία όπως πραγματικά της αξίζει στη μεγάλη οθόνη», ανέφερε αρχικά.
«Από τους 99 ιδιωτικούς, ανεξάρτητους και θερινούς κινηματογράφους που λειτουργούσαν στη Θεσσαλονίκη κατά τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, σήμερα έχουν απομείνει μόλις τέσσερις. Ακόμη μεγαλύτερος όμως είναι ο κίνδυνος για τα θερινά μας σινεμά. Μια μοναδική παράδοση, μια πρωτοπορία του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού. Θυμίζω πως στην Αθήνα το 1997 με πρωτοβουλία της Μελίνας Μερκούρη, διασώθηκαν 47 κινηματογράφοι, καθώς χαρακτηρίστηκαν διατηρητέοι ως προς τη χρήση και συνέχισαν να έχουν ζωή», τόνισε.
«Οι κινηματογράφοι που έχουν απομείνει στη Θεσσαλονίκη, έχουν ζωή. Και αυτό μάλιστα συμβαίνει σε μια εποχή που η μεγάλη οθόνη αποκτά ξανά ξεχωριστή αξία. Με αυτές λοιπόν τις σκέψεις, θέλω να ανακοινώσω σήμερα ότι ξεκινώ επαφές με τα αρμόδια υπουργεία, αλλά και με όλους τους αρμόδιους φορείς, με στόχο να διασώσουμε τους λιγοστούς, ιστορικούς κινηματογράφους οι οποίοι μας έχουν απομείνει. Όχι μόνο στην Θεσσαλονίκη, αλλά και σε ολόκληρη την κεντρική Μακεδονία», ανέφερε, σε μια όντως σημαντική τοποθέτηση αντί των γενικοτήτων που συχνά ακούμε από την πολιτική ηγεσία σε αντίστοιχα events.
Στο τέλος της τελετής έναρξης, μια ομάδα φοιτητριών κινηματογράφου πραγματοποίησε παρέμβαση και διάβασε ένα κείμενο σε σχέση με τη βιομηχανία του θεάματος, το ρόλο του φεστιβάλ, αλλά και τη σχέση με ένα ελληνικό κράτος που συνεχίζει να χρηματοδοτεί τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη. Μπορείτε να δείτε όλη την παρέμβαση στο παραπάνω βίντεο.
Η Παλαιστίνη βρέθηκε στα χείλη και του Παύλου Παυλίδη, αργότερα την ίδια βραδιά. Όταν σε μια γεμάτη Αποθήκη Γ’, ολοκλήρωσε την ημέρα έναρξης του φεστιβάλ με ένα λάιβ που ξεσήκωσε το κόσμο, με ηλεκτρικό set και full band, παρουσιάζοντας ένα 90λεπτο μουσικό ταξίδι στους σημαντικότερους σταθμούς της διαδρομής του. Αφιερωμένο, όπως μεταδίδει το Flix, «στο Φεστιβάλ, στη Θεσσαλονίκη, στην Παλαιστίνη».
Η ταινία “Μινώταυρος” κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 19 Νοεμβρίου από το Cinobo. Το 67ο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης διεξάγεται 5-15 Νοεμβρίου.