ΠΙΤΣΑ ΟΥΓΓΑΡΕΖΑ ΚΑΙ ΠΑΤΣΑ ΣΚΕΤΟ: ΤΡΩΜΕ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ
Όσα νόστιμα και φημισμένα προτιμούν οι «Υπουργοί της νύχτας» και οι απλοί πολίτες των μεγάλων ωρών στην πρωτεύουσα του Βορρά.
Η ώρα έχει περάσει τα μεσάνυχτα. Τα εστιατόρια έχουν κατεβάσει ρολά, τα μπαρ γεμίζουν. Στους δρόμους της Θεσσαλονίκης ξεκινά μια ακόμη βάρδια, που θα τραβήξει μέχρι να ξημερώσει.
Τις πρώτες πρωινές ώρες, μετά από μερικά ποτά, γιατί μια πίτσα, ένα σάντουιτς με πατάτες ή ένα γλυκό μοιάζουν τόσο δελεαστικά;
Η απάντηση βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο το αλκοόλ επηρεάζει τον εγκέφαλό σου. Ας πούμε ότι το τζιν τόνικ που θα πιεις, ενεργοποιεί μηχανισμούς που σχετίζονται με την όρεξη, επηρεάζει τα κυκλώματα ανταμοιβής του εγκεφάλου και περιορίζει τον αυτοέλεγχο σου.
Αυτή η βιολογική ανάγκη έχει διαμορφώσει και μια ολόκληρη κουλτούρα γύρω από το φαγητό μετά τα μεσάνυχτα.
Και στη Θεσσαλονίκη, μια πόλη με μακρά παράδοση στο ξενύχτι και στο φαγητό του δρόμου, η νυχτερινή έξοδος σπάνια τελειώνει με το τελευταίο ποτό.
Πίτσα Σάκης: Με αφράτη ζύμη και αλοιφή στο πλάι
Λίγο μετά το τέλος του ιστορικού κέντρου, μετά την ΕΡΤ3 και πριν μπεις στο Φάληρο, συναντάς την Πίτσα Σάκης.
«Είμαστε εδώ από το 1981, Χριστούγεννα και Πάσχα ανοιχτοί», μας λέει ο Γιάννης, κλειδοκράτορας του μαγαζιού.
Αν σου κλείσουν τα μάτια, και σου βάλουν να δοκιμάσεις τρεις πίτσες από την πόλη, θα καταλάβεις ποια είναι του Σάκη, από τη σάλτσα και τη ζύμη που είναι σπιτική, αφράτη και χορταστική.
Θυμίζει σπιτικό φούρνισμα. Ο στόχος είναι να σε χορταίνει και να λιπαίνει το στομάχι. Πρόκειται για ένα γρήγορο φαγητό που αγαπούν ιδιαίτερα οι φοιτητές της πόλης, οι οποίοι κατευθύνονται προς το Φάληρο και το Ιπποκράτειο.
Αν βρεθείς στη Λεωφόρο Στρατού και κάνεις στάση στον Σάκη, οφείλεις να πάρεις την πίτσα με ουγγαρέζα – είναι η σπεσιαλιτέ του.
Το κατάστημα είναι ανοιχτό νύχτα μέρα, δεν κλείνει λεπτό μέσα στο εικοσιτετράωρο. Ο Αιμίλιος, που κρατάει τη νυχτερινή βάρδια τα τελευταία τέσσερα χρόνια στον Σάκη περιγράφει την πελατεία της πιτσαρίας:
«Το βράδυ βλέπεις τους πάντες, ξενύχτηδες, άσημους και διάσημους. Θα πετύχεις το παιδί που δουλεύει πόρτα και μόλις σχόλασε, αλλά και τον φοιτητή. Κόσμο έχει όλη τη μέρα, αφού άλλοι έρχονται για πρωινό, άλλα για ένα γρήγορο χορταστικό γεύμα».
Πίτσα κομμένη, χαρτοπετσέτα και πιρούνι. Την εναποθέτεις στη θέση του συνοδηγού και ξεκινάς για το σπίτι σου. Στο φανάρι τσιμπάς ένα κομμάτι.
Το Μυρμήγκι: Εκεί που συχνάζουν οι «Μάκηδες»
Μπορεί το Μυρμήγκι να μετρά μόλις πέντε χρόνια παρουσίας στο Φάληρο, ωστόσο η ιστορία του χοτ ντογκ που σερβίρει πηγαίνει πίσω στο 1963, όταν δημιουργήθηκε η συνταγή του λουκάνικου που αποτελεί μέχρι σήμερα τη βάση του.
Εδώ δεν θα βρεις το περίεργο, το κοσμοπολίτικο, το γερμανικό. Υπάρχει ένα λουκάνικο, τελεία.
Είναι ελαφρύ και η παραγωγή του γίνεται σε αλλαντοποιείο κατά παραγγελία. Ίσως αυτό να έχει οδηγήσει και σε ένα ιδιότυπο ρεκόρ: ένας πελάτης έχει καταναλώσει δώδεκα διπλά χοτ ντογκ, τα λεγόμενα «γουίβερ».
Για να έχεις μια αυθεντική εμπειρία στο Μυρμήγκι, ξέχνα για λίγο την κέτσαπ και τη μουστάρδα. Δοκίμασε μια από τις σπιτικές σάλτσες του καταστήματος: Πράσινη με σκόρδο και μοσχοκάρυδο, sweet chili και sriracha.
Ο Πάνος έφτασε στη Θεσσαλονίκη, ερωτικός μετανάστης από το Νότο, και έμεινε. Μέσα από το βραδινό του πόστο έχει γνωρίσει κάθε λογής πελάτες.
«Το πρωί θα έρθουν οι ταξιτζήδες και ο φούρναρης πριν πάει να ζυμώσει. Υπάρχουν όμως και ορισμένες μοναδικές φιγούρες, όπως ο επονομαζόμενος «Πρωθυπουργός» και οι «Υπουργοί της Νύχτας». Είναι μια παρέα που δουλεύει σε νυχτερινό μαγαζί της πόλης στο κέντρο. Στο σχόλασμα κάνουν στάση εδώ. Κουστουμαρισμένοι, σακάκι, πουκάμισο, λες και πηγαίνουν σε υπουργικό συμβούλιο».
Ανεξαρτήτως αμφίεσης οι πελάτες για το προσωπικό έχουν το προσωνύμιο «Μάκηδες». Για να διασκεδάζουν τις εντυπώσεις και να περνά η νύχτα.
Το μυστικό, πέρα από τις σάλτσες και τις συνταγές τους, βρίσκεται στο χαμόγελο πίσω από τον πάγκο. Όποιος κι αν σε εξυπηρετήσει, νιώθεις σαν να σε γνωρίζει χρόνια.
Είναι άνθρωποι απλοί, καθαροί και αυθεντικοί.
Τσαρούχας: Η νύχτα θέλει υπομονή
Πολύ πριν τα χοτ ντογκ και οι πίτσες γίνουν οι αγαπημένες επιλογές των ξενύχτηδων, η Θεσσαλονίκη είχε ήδη το δικό της μεταμεσονύχτιο φαγητό: τον πατσά.
Από το 1952, το καζάνι του Τσαρούχα βράζει αδιάκοπα, κουβαλώντας μαζί του την ιστορία μιας άλλης Θεσσαλονίκης.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, η πόλη άλλαξε και οι συνήθειες μεταμορφώθηκαν. Ο πατσάς, όμως, εξακολούθησε να έχει τη δική του θέση στη νυχτερινή ζωή της Θεσσαλονίκης, παραμένοντας συνδεδεμένος με το ξενύχτι και την ανάγκη για ένα ζεστό πιάτο μετά από μια μεγάλη νύχτα.
Το μαγαζί, ωστόσο, δεν σερβίρει μόνο πατσά, αλλά και γιουβαρλάκια, κεφτεδάκια και μακαρόνια σε διάφορες παραλλαγές.
Αν βρεθείς εκεί, αξίζει να καθίσεις αναπαυτικά και να παραγγείλεις έναν πατσά. Δεν είναι μόνο η εμπειρία και η ιστορία που συνοδεύουν το πιάτο, αλλά και η διατροφική του αξία.
Ο πατσάς είναι πλούσιος σε κολλαγόνο και πρωτεΐνη, ενώ η συγκεκριμένη εκδοχή του παρασκευάζεται από επιλεγμένα κομμάτια βουβαλίσιου κρέατος από την Κερκίνη.
«Ο κόσμος την ημέρα είναι πολύ πιο αυστηρός και απαιτητικός. Τη νύχτα είναι ευθύς, αλλά και αυτή η βάρδια απαιτεί υπομονή», αφηγείται ο Αντώνης που εργάζεται στο κατάστημα δεκατρία χρόνια.
«Εδώ μέσα, περνάς την πόρτα και τελειώνουν όλα. Και αυτό που ζητά ο κόσμος τη νύχτα είναι ευγένεια και κατανόηση», κατά τον Μάκη με τα κοφτερά γαλάζια μάτια του.
Ο πατσάς στον Τσαρούχα σερβίρεται τόσο ψιλοκομμένος όσο και χοντρός, ανάμεικτος αλλά και σκέτος – ποδαράκι ή κοιλιά.
Πίτσα Σάκης, Λεωφόρος Στρατού 26, 231 0852141
Το Μυρμήγκι, Κωνσταντινουπόλεως 8, 231 182 0300
Τσαρούχας, Ολύμπου 78, 231 0271621