Η Ελλάδα ρυθμίζει την Τεχνητή Νοημοσύνη: Mια κρίσιμη στιγμή για τα δικαιώματά μας

Διαβάζεται σε 11'
Η Ελλάδα ρυθμίζει την Τεχνητή Νοημοσύνη: Mια κρίσιμη στιγμή για τα δικαιώματά μας
Businessman touching head and AI icon on application network system.

Μέχρι τις 6 Ιουλίου 2026 σε δημόσια διαβούλευση το νομοσχέδιο εφαρμογής του EU AI Act.

Με ταχείς ρυθμούς κινείται η Ελλάδα στο πεδίο της ρύθμισης της ΤΝ.

Από την Κυριακή 21 Ιουνίου 2026, το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης και Τεχνητής Νοημοσύνης έθεσε σε δημόσια ηλεκτρονική διαβούλευση (μέσω του opengov.gr) το σχέδιο νόμου με τίτλο «Μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΕ) 2024/1689 -Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη – Τροποποίηση του ν. 4961/2022 και άλλες διατάξεις». Η διαβούλευση ολοκληρώνεται στις 6 Ιουλίου 2026.

Το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο

Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2024/1689, γνωστός ως EU AI Act, αποτελεί το πρώτο διεθνώς δεσμευτικό νομοθετικό πλαίσιο για τη ρύθμιση της ΤΝ.

Η λογική του στηρίζεται σε μια διαβαθμισμένη προσέγγιση κινδύνου που ξεκινά από τα ρητώς απαγορευμένα συστήματα AI, όπως η βιομετρική αναγνώριση σε δημόσιους χώρους σε πραγματικό χρόνο, και φτάνει έως τα συστήματα υψηλού κινδύνου που αφορούν υποδομές, εκπαίδευση, απασχόληση ή δικαιοσύνη, και από εκεί στα συστήματα γενικής χρήσης που απαιτούν απλώς βασικές υποχρεώσεις διαφάνειας.

Ως Κανονισμός, το κείμενο αυτό ισχύει άμεσα σε κάθε κράτος μέλος χωρίς να χρειάζεται ενσωμάτωση αλλά απαιτεί τα κράτη μέλη να ορίσουν ποιες αρχές θα τον επιβλέπουν, πώς θα επιβάλλονται οι κυρώσεις και πώς θα ενθαρρύνεται η καινοτομία σε εθνικό έδαφος. Αυτός είναι ακριβώς ο σκοπός του νομοσχεδίου που βρίσκεται σήμερα σε διαβούλευση.

Τι προβλέπει το Ελληνικό Νομοσχέδιο

Για να καταλάβει κανείς τι διακυβεύεται, πρέπει πρώτα να κατανοήσει τι ακριβώς φιλοδοξεί να ρυθμίσει το κείμενο που τέθηκε σε διαβούλευση.

α) Αρχικά ρυθμίζει το ποιος θα ελέγχει την ΤΝ στην Ελλάδα. Κεντρική εποπτική αρχή και εθνικό σημείο επαφής για τον AI Act, δηλ. κόμβος επικοινωνίας της Ελλάδας με τις ευρωπαϊκές δομές εποπτείας, ορίζεται η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ). Παράλληλα, η Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών & Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) αναλαμβάνει τον ρόλο της κοινοποιούσας αρχής, δηλαδή της αρχής που πιστοποιεί τους οργανισμούς αξιολόγησης συμμόρφωσης για συστήματα ΤΝ υψηλού κινδύνου. Ιδρύεται επίσης Κέντρο Συντονισμού και Τεχνογνωσίας ΤΝ, με αποστολή την υποστήριξη της εφαρμογής και τη διάχυση τεχνικής γνώσης.

β) Ρυθμίζει το τι θα επιτρέπεται και τι θα τιμωρείται. Θεσπίζεται σύστημα διοικητικών κυρώσεων για παραβάσεις του EU AI Act, με αντίστοιχο μηχανισμό καταγγελιών προσβάσιμο στους πολίτες. Στην πράξη αυτό σημαίνει ότι αν μια επιχείρηση αναπτύξει ή χρησιμοποιήσει σύστημα ΤΝ υψηλού κινδύνου χωρίς να τηρήσει τις απαιτήσεις του Κανονισμού, μπορεί να της επιβληθεί πρόστιμο, με ανώτατα όρια που στον EU AI Act φτάνουν έως τα 35 εκατομμύρια ευρώ ή το 7% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών για τις σοβαρότερες παραβάσεις. Το πώς θα μεταφραστούν αυτά τα ανώτατα όρια σε πρακτική εφαρμογή εξαρτάται από τα κριτήρια επιμέτρησης που θα ορίσει το εθνικό νομοσχέδιο.

γ) Συστήνεται ρυθμιστικό δοκιμαστήριο ΤΝ. Αυτή είναι ίσως και η πιο ενδιαφέρουσα και φιλόδοξη πρόβλεψη του νομοσχεδίου. Το AI Regulatory Sandbox, θα αποτελεί ένα θεσμοθετημένο περιβάλλον στο οποίο startups και μικρομεσαίες επιχειρήσεις θα μπορούν να αναπτύξουν και να δοκιμάσουν καινοτόμες εφαρμογές ΤΝ σε πραγματικές συνθήκες, υπό εποπτεία και με προσωρινές απαλλαγές από ορισμένες κανονιστικές υποχρεώσεις. Πρόκειται για ένα εργαλείο που σε χώρες όπως την Ισπανία, τη Φινλανδία και την Εσθονία που ήδη το υιοθετούν θα επιτρέψει στην τεχνολογική βιομηχανία τους να πειραματιστεί χωρίς να αντιμετωπίζει εξαρχής το πλήρες κανονιστικό βάρος. Για να γίνει αυτό και στην Ελλάδα θα πρέπει το ελεγχόμενο αυτό περιβάλλον να πλαισιωθεί από κατάλληλες εγγυήσεις και σαφείς διατάξεις για τα δικαιώματα των εμπλεκομένων φυσικών προσώπων (ποιο επίπεδο προστασίας των συμμετεχόντων διατηρείται κατά τη φάση δοκιμής, ποιος ο χρονικός ορίζοντας, και ποιο το κριτήριο αξιολόγησης κλπ).

δ) Συστήνεται Ενιαίο Μητρώο Συστημάτων ΤΝ στον δημόσιο τομέα. Κάθε δημόσιος φορέας που χρησιμοποιεί σύστημα ΤΝ θα υποχρεούται να το καταχωρίζει σε ειδικό μητρώο. Πρόκειται για μέτρο διαφάνειας με σημαντικές δημοκρατικές προεκτάσεις που στοχεύει στο να μπορεί ο πολίτης να γνωρίζει αν μια απόφαση που τον αφορά λήφθηκε ή υποστηρίχθηκε από αλγόριθμο. Εάν λειτουργήσει ουσιαστικά, το Μητρώο θα μπορούσε να αποτελέσει και θεμέλιο λογοδοσίας της δημόσιας διοίκησης απέναντι στους πολίτες.

ε) Δημιουργείται Παρατηρητήριο ΤΝ. Κύρια αποστολή του θα είναι η παρακολούθηση και η συλλογή δεδομένων σχετικά με την εφαρμογή της Εθνικής Στρατηγικής για την ΤΝ, η υποστήριξη των εμπλεκομένων φορέων στην υλοποίηση αυτής της στρατηγικής, ο καθορισμός προτεραιοτήτων και η ανάδειξη ευκαιριών και τομέων προστιθέμενης αξίας, αλλά και η σύνταξη αναφορών σχετικά με τις δραστηριότητες που αφορούν στην ΤΝ στη χώρα.

Πολλοί υποστηρίζουν ότι ένα τέτοιο νομοσχέδιο φαίνεται καταρχήν να παρουσιάζει στοιχεία νομοθετικής ωριμότητας, με την έννοια ότι η Ελλάδα επιλέγει να νομοθετεί τώρα, όταν ο EU AI Act βρίσκεται ακόμα σε φάση σταδιακής εφαρμογής, διατηρώντας το περιθώριο να διαμορφώσει εθνική νομολογία και διοικητική πρακτική πριν αυτές επιβληθούν μέσω ευρωπαϊκών αποφάσεων, αξιοποιώντας παράλληλα τα διδάγματα από τις επιλογές χωρών που προηγήθηκαν.

Επιπλέον, σε ένα σύστημα διακυβέρνησης όπου η αδιαφάνεια των διοικητικών αποφάσεων παραμένει χρόνιο δομικό έλλειμμα, η νομική υποχρέωση καταχώρισης στο Μητρώο Συστημάτων ΤΝ κάθε αλγοριθμικού εργαλείου που χρησιμοποιεί ο δημόσιος τομέας, αποτελεί όντως τομή. Για πρώτη φορά ο πολίτης θα μπορούσε να έχει νόμιμο έρεισμα να γνωρίζει αν μια απόφαση που τον αφορά υποστηρίχθηκε από αλγόριθμο. Σε κάθε δε περίπτωση, η απόφαση να τεθεί το νομοσχέδιο σε δημόσια διαβούλευση αντανακλά μια συνειδητή δημοκρατική στάση και σηματοδοτεί ότι η ελληνική πολιτεία αντιλαμβάνεται πως η διακυβέρνηση της ΤΝ δεν είναι ζήτημα μόνο κανονιστικής συμμόρφωσης αλλά κι επιλογής κοινωνικού μοντέλου.

Οι κανονιστικές δοκιμασίες του νέου πλαισίου

Παρά τις φιλόδοξες προσδοκίες που θέτει, το νομοσχέδιο ωστόσο δεν παύει να παρουσιάζει κι αρκετές νομοτεχνικές και λειτουργικές αδυναμίες.

Καταρχάς, το άρθρο 11 ορίζει την ΑΠΔΠΧ ως Κοινοποιημένο Οργανισμό (Notified Body) για την ex-ante αξιολόγηση συμμόρφωσης συστημάτων ΤΝ υψηλού κινδύνου στους ευαίσθητους τομείς της επιβολής του νόμου, της μετανάστευσης και του ασύλου, ενώ ταυτόχρονα το άρθρο 3 την ορίζει ως Αρχή Εποπτείας Αγοράς (MSA) για τα ίδια ακριβώς συστήματα. Σε αντίθεση με την Ελλάδα, ο γερμανικός εφαρμοστικός νόμος (KI-MIG) διαχωρίζει αυστηρά τις MSA από τα Notified Bodies, επιστρατεύοντας τον εθνικό φορέα διαπίστευσης (DAkkS). Ακόμη και στο κεντρικοποιημένο μοντέλο της Κύπρου, ο Επίτροπος Επικοινωνιών δεν αναλαμβάνει ρόλο Notified Body. Η Ισπανία, ομοίως, ίδρυσε αυτοτελή, εξειδικευμένη κρατική αρχή (AESIA) για να αποφύγει τη φόρτωση ετερόκλητων καθηκόντων σε υφιστάμενες αρχές. Η ταυτόσιμη αυτή διπλή ιδιότητα στη χώρα μας, δημιουργεί μια οξύτατη θεσμική αντίφαση (αφού ο ελέγχων είναι και ελεγχόμενος), παραβιάζοντας ουσιωδώς το άρθρο 70 του AI Act που επιτάσσει οι αρχές να λειτουργούν ανεξάρτητα, αμερόληπτα και χωρίς προκαταλήψεις. Η ρητή μάλιστα εξαίρεση της ΑΠΔΠΧ από την ασφάλιση αστικής ευθύνης (άρθρο 11 παρ. 2) αποτελεί έμμεση νομοθετική ομολογία αυτού του ελαττωματικού σχεδιασμού.

Δευτερευόντως, η νομοτεχνικά κομψή επιλογή του άρθρου 3 παρ. 2 να παραπέμψει δυναμικά στο Παράρτημα Ι του AI Act (μετακυλίοντας δηλ. την εποπτεία της ΤΝ σε φορείς όπως η ΥΠΑ για την αεροπορία, ο ΕΟΦ για τα ιατροτεχνολογικά και η ΕΕΤΤ για τον ραδιοεξοπλισμό) δημιουργεί ένα τεράστιο επιχειρησιακό κίνδυνο, αφού οι αρχές αυτές «κληρονομούν» βαριές ευθύνες εποπτείας αλγορίθμων υψηλού κινδύνου χωρίς να διαθέτουν την ελάχιστη τεχνική επάρκεια ή το κατάλληλο προσωπικό (data scientists, ML engineers). Φαίνεται ωσάν το νομοσχέδιο να αγνοεί την επιταγή του άρθρου 28 παρ.7 του AI Act για επαρκές και εξειδικευμένο προσωπικό. Το άρθρο 24 του ΣχΝ προσπαθεί μεν να λύσει το πρόβλημα υποστελέχωσης της ΑΠΔΠΧ μέσω του συστήματος κινητικότητας του Δημοσίου για τα δύο πρώτα έτη, αλλά λαμβάνοντας υπόψη ότι οι προκηρύξεις μηχανικών στο Δημόσιο καλύπτονται μόλις κατά 10% και το 50% του υφιστάμενου δυναμικού συνταξιοδοτείται εντός δεκαετίας (στοιχεία Π.Ο. Ε.Μ.Δ.Υ.Δ.Α.Σ.), η απουσία ειδικής μισθολογικής πρόβλεψης για την προσέλκυση AI auditors καθιστά αδιαμφισβήτητα τις προβλέψεις του νόμου τουλάχιστον επισφαλείς.

Επιπλέον, το Κεφάλαιο Γ΄ (άρθρα 8-9) ρυθμίζει τη συνεργασία με τρόπο υπερβολικά τυπικό και γενικόλογο («ανταλλαγή πληροφοριών»). Ο ρόλος του Κέντρου Τεχνογνωσίας στην ΕΕΤΤ (άρθρο 6) είναι καθαρά συμβουλευτικός και ενεργοποιείται μόνο «κατόπιν αιτήματος». Αν δηλ. ο ΕΟΦ ή η ΥΠΑ λάβουν καταγγελία για ένα διαγνωστικό σύστημα ή έναν αυτόματο πιλότο και δεν ζητήσουν συνδρομή, το σύστημα θα παραλύσει, μιας και δεν προβλέπεται μηχανισμός υποχρεωτικής ανάθεσης ή κοινών επιθεωρήσεων (όπως το δεσμευτικό Koordinierungsverfahren της Γερμανίας).

Ειδικοί του κλάδου μάλιστα κάνουν λόγο και για έναν ακόμα υποβιβασμό που εισάγεται με το άρθρο 8 παρ. 4, με το οποίο υποβαθμίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς σε απλούς «παρόχους πληροφοριών» προς την ΑΠΔΠΧ. Αυτό έρχεται σε σύγκρουση με το άρθρο 74 παρ. 6 του AI Act, το οποίο ορίζει ρητά και αυτοδίκαια τις εθνικές χρηματοπιστωτικές αρχές ως τις αποκλειστικές Αρχές Εποπτείας Αγοράς για τα συστήματα ΤΝ των ρυθμιζόμενων ιδρυμάτων (τράπεζες, ασφαλιστικές, επενδυτικές). Η επιλογή αυτή δημιουργεί σοβαρή νομική ανασφάλεια και σίγουρα θα φέρει λειτουργικά εμπόδια στη συνεργασία των εγχώριων αρχών με τους αντίστοιχους ευρωπαϊκούς φορείς (EBA, ESMA, EIOPA).

Ιδιαίτερο προβληματισμό γεννά κι ο τρόπος με τον οποίο το νομοσχέδιο (στο άρθρο 9) επιχειρεί να ρυθμίσει τη χρήση της ΤΝ στο εργασιακό περιβάλλον. Το πρόβλημα είναι η μετατόπιση που παρατηρείται πλέον από το παραδοσιακό «διευθυντικό δικαίωμα» του εργοδότη στην «αλγοριθμική εξουσία» (όπου αλγόριθμοι προσλαμβάνουν, αξιολογούν την απόδοση, εντατικοποιούν την εργασία ή ακόμα και απολύουν). Το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο προσεγγίζει αυτό το καίριο ζήτημα με τρόπο μάλλον αποσπασματικό και σίγουρα ανεπαρκή, καθώς περιορίζεται σε μια απλή υποχρέωση ενημέρωσης των εργαζομένων, χωρίς να εισάγει ουσιαστικές δικλείδες ασφαλείας κατά της αλγοριθμικής αυθαιρεσίας ή σαφή οριοθέτηση σε σχέση με το εργατικό δίκαιο.

Η πιο σημαντική όμως κανονιστική ασάφεια που εντοπίζεται στο νομοσχέδιο αφορά στο πεδίο εφαρμογής της ρύθμισης σε σχέση με τη Δικαιοσύνη και τις Αρχές Επιβολής του Νόμου. Το νομοσχέδιο αφήνει θολό το αν οι νέοι κανόνες για την ΤΝ καταλαμβάνουν και τα δικαστήρια, τους εισαγγελείς και το σύνολο των διωκτικών αρχών (όπως την Αστυνομία, την Πυροσβεστική, την Ακτοφυλακή ή την Εθνική Αρχή Διαφάνειας). Η παράλειψη αυτή συνιστά δογματικό σφάλμα, καθώς αγνοεί τη θεμελιώδη διάκριση στο δίκαιο των προσωπικών δεδομένων: το γεγονός δηλ. ότι στα διοικητικά και πολιτικά δικαστήρια εφαρμόζεται ο ΓΚΠΔ, ενώ στα ποινικά δικαστήρια και τις αρχές ασφαλείας ενεργοποιείται η αυστηρότερη Αστυνομική Οδηγία (ν. 4624/2019). Επειδή το κείμενο συγχέει αυτά τα δύο διακριτά κανονιστικά υπόβαθρα, καθίσταται πρακτικά αδύνατη η σωστή εφαρμογή των υποχρεώσεων διαφάνειας και ενημέρωσης του πολίτη που εισάγει το άρθρο 6, αφήνοντας ανοικτό το παράθυρο για ερμηνευτικές αυθαιρεσίες σε ευαίσθητα συστήματα, όπως η βιομετρική αναγνώριση.

Το ζήτημα, ωστόσο, αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάθος αν αναλογιστεί κανείς την ευρύτερη ευρωπαϊκή πραγματικότητα γύρω από τα χρονοδιαγράμματα συμμόρφωσης. Υπάρχει μια σαφής αντίφαση ανάμεσα στο πότε ενεργοποιούνται οι αυστηρές υποχρεώσεις του AI Act στην Ευρώπη και στο πότε θα είναι έτοιμα τα τεχνικά εργαλεία συμμόρφωσης. Ο AI Act προβλέπει ένα κλιμακωτό χρονοδιάγραμμα (π.χ. οι απαγορεύσεις εφαρμόζονται ήδη 6 μήνες μετά, οι υποχρεώσεις για τα Μοντέλα Γενικού Σκοπού στους 12 μήνες, και τα συστήματα Υψηλού Κινδύνου στους 24 ή 36 μήνες). Ωστόσο, η αγορά καλείται να συμμορφωθεί με «εναρμονισμένα ευρωπαϊκά πρότυπα» (standards) τα οποία δεν έχουν καν γραφτεί ακόμα (η αρμόδια ευρωπαϊκή επιτροπή CEN/CENELEC JTC 21 έχει λάβει παρατάσεις που φτάνουν έως το τέλος του 2026).

Η συμμετοχή ως δημοκρατική επιταγή

Όταν, λοιπόν, η εγχώρια νομοπαρασκευαστική πρωτοβουλία επιχειρεί να οργανώσει έναν ελεγκτικό μηχανισμό προτού αποκρυσταλλωθεί το ακριβές τεχνικό περιεχόμενο των κανόνων που οι αρχές θα κληθούν να εφαρμόσουν, η εδραίωση της αναγκαίας ασφάλειας δικαίου αναδεικνύεται σε μείζονα πρόκληση. Υπό το πρίσμα αυτό, θα ήταν εξαιρετικά χρήσιμο η εθνική στρατηγική να μην περιοριστεί στην κατανομή εγχώριων ρυθμιστικών ρόλων, αλλά να μεριμνήσει παράλληλα για την ουσιαστική υποστήριξη της αγοράς και των επιχειρήσεων κατά τη διαχείριση αυτού του μεταβατικού ρυθμιστικού σταδίου.

Με απλά λόγια, το νομοσχέδιο έχει σωστές διαισθήσεις αλλά ελλιπή προσέγγιση σε κρίσιμα σημεία. Αυτό ακριβώς κάνει και τη διαβούλευση αναγκαία. Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ο αλγόριθμος που αξιολογεί μια αίτηση επιδόματος, ο σκόρερ πιστοληπτικής ικανότητας, ο αξιολογητής βιογραφικών, το εργαλείο που υποστηρίζει – ή ίσως και να αντικαθιστά- αποφάσεις δημόσιας εξουσίας. Αν ρυθμιστεί βιαστικά, με κανόνες που μοιάζουν περισσότερο με ιδρυτική διακήρυξη παρά με δεσμευτικό νόμο, εκτός από την ασφάλεια δικαίου, θα χάσουν και οι ίδιοι οι πολίτες.

Κατά τη στιγμή συγγραφής του παρόντος άρθρου, η πλατφόρμα του opengov.gr καταγράφει, για το σύνολο της διαβούλευσης, μόλις 23 σχόλια, σε ένα νομοσχέδιο 42 άρθρων που ρυθμίζει μία από τις μεγαλύτερες τεχνολογικές αλλαγές της εποχής μας. Η διαβούλευση κλείνει τη Δευτέρα 6 Ιουλίου 2026 στις 09:00 το πρωί. Υπάρχει ακόμα χρόνος να μετρήσει η φωνή όλων μας – και σίγουρα λόγος για να το κάνουμε.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα