ΟΠΕΚΕΠΕ: Στην Αθήνα μεταφέρονται οι 17 συλληφθέντες από τη Θεσσαλονίκη

Διαβάζεται σε 7'
ΟΠΕΚΕΠΕ: Στην Αθήνα μεταφέρονται οι 17 συλληφθέντες από τη Θεσσαλονίκη
(ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ/EUROKINISSI)

Μεταφέρονται στην Αθήνα για την απολογία τους οι 17 συλληφθέντες της Θεσσαλονίκης για την εμπλοκή τους στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Στην Αθήνα μεταφέρονται οι 17 συλληφθέντες της Θεσσαλονίκης προκειμένου να απολογηθούν για την εμπλοκή τους στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Υπενθυμίζεται πως η εγκληματική οργάνωση που εξαρθρώθηκε στη Βόρεια Ελλάδα, φέρεται να αποκόμισε παράνομο οικονομικό όφελος που ξεπερνά τα 4,5 εκατομμύρια ευρώ εξαπατώντας την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ελληνικό Δημόσιο μέσω ψευδών δηλώσεων για επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Στο μικροσκόπιο της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος είχαν τεθεί από τον Νοέμβριο του 2025 τα μέλη του κυκλώματος, το οποίο σύμφωνα με τις Αρχές δραστηριοποιούνταν τουλάχιστον από το 2019.

Η συντριπτική πλειονότητα των εμπλεκομένων προέρχεται από τους νομούς Θεσσαλονίκης και Σερρών, ενώ σύμφωνα με την έρευνα αρκετά μέλη συνδέονταν με συγγενικές σχέσεις. Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι πολλοί από τους κατηγορούμενους δεν ήταν καν αγρότες ή κτηνοτρόφοι.

Πώς δρούσε η οργάνωση

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, αξιοποιώντας την εξειδικευμένη γνώση και εμπειρία μελών της στη διαδικασία υποβολής Ενιαίων Αιτήσεων Ενίσχυσης καθώς και κενά στη διαδικασία ελέγχου των δηλώσεων, τα εμπλεκόμενα πρόσωπα εντόπιζαν επιλέξιμα αλλά αδήλωτα αγροτεμάχια σε διάφορες περιοχές της χώρας και τα δήλωναν ψευδώς στις αιτήσεις προς τον ΟΠΕΚΕΠΕ, εμφανίζοντάς τα ως μισθωμένα ή ιδιόκτητα, χωρίς να υπάρχει πραγματική κατοχή ή νόμιμη μίσθωση.

Στις επίμαχες αιτήσεις εμφανίστηκαν περισσότεροι από 1.500 πολίτες ως δήθεν εκμισθωτές χωραφιών, ενώ σε πολλές περιπτώσεις οι άνθρωποι αυτοί είτε δεν είχαν καμία σχέση με τις συγκεκριμένες εκτάσεις είτε διέθεταν ακίνητα σε εντελώς διαφορετικές περιοχές της χώρας, όπως προέκυψε από την αστυνομική έρευνα, η οποία εκκίνησε το Νοέμβριο του 2025, στο πλαίσιο προκαταρκτικής έρευνας με εισαγγελική παραγγελία.

Παράλληλα, εντοπίστηκαν περιπτώσεις προσχηματικών μεταβολών στις δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης (Ε9), όπου αγροτεμάχια καταχωρίζονταν προσωρινά ως περιουσιακά στοιχεία και στη συνέχεια διαγράφονταν με αιτιολογίες όπως «εκ παραδρομής καταχώριση», «εκ παραδρομής εγγραφή» ή «λάθος καταχώριση».

Η αλλαγή μεθοδολογίας το 2025

Από την έρευνα προέκυψε, επίσης, ότι κατά την υποβολή των Ενιαίων Αιτήσεων Ενίσχυσης του έτους 2025, η εγκληματική οργάνωση τροποποίησε τη μεθοδολογία της ως προς την καταχώριση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των αγροτεμαχίων.

Ενώ κατά τα προηγούμενα έτη χρησιμοποιούσε μεγάλο αριθμό διαφορετικών φερόμενων εκμισθωτών ανά αίτηση, το 2025 οι δηλούμενες εκτάσεις καταχωρούνταν είτε ως ιδιόκτητες είτε ως μισθωμένες από ένα μόνο πρόσωπο, το οποίο ήταν συνήθως μέλος ή συγγενικό πρόσωπο μέλους της οργάνωσης.

Τα πλαστά δικαιολογητικά, μισθωτήρια… μετά θανάτου

Για να προσδίδεται νομιμοφάνεια στις αιτήσεις, τα μέλη της οργάνωσης επισύναπταν στο ηλεκτρονικό σύστημα διάφορα έγγραφα ως δήθεν παραστατικά νομής ή μίσθωσης αγροτεμαχίων.

Όπως αναφέρεται σε ανακοίνωση της Αστυνομίας -μεταξύ άλλων- εντοπίστηκαν λευκές σελίδες σε 167 περιπτώσεις, τμήματα του Κώδικα Πράξεων Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου σε 136 περιπτώσεις, ανυπόγραφα συμφωνητικά μισθωτήρια σε 64 περιπτώσεις, μισθωτήρια με εμφανώς φωτοτυπημένη θεώρηση γνησίου υπογραφής σε 41 περιπτώσεις, φωτοαντίγραφα ταυτοτήτων, υπεύθυνες δηλώσεις, ετικέτες πιστοποίησης σπόρων σποράς και άλλα άσχετα έγγραφα.

Επιπλέον, εντοπίστηκαν συμφωνητικά μίσθωσης που φέρονται να είχαν συνταχθεί μετά τον θάνατο του αντισυμβαλλόμενου εκμισθωτή, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις με βεβαίωση γνησίου υπογραφής.

Η δομή της εγκληματικής οργάνωσης

Η οργάνωση, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., διέθετε σαφή δομή και διακριτούς ρόλους. Τα φερόμενα ως αρχηγικά μέλη (τέσσερις άντρες- 40, 43, 51 και 33 ετών, και δύο γυναίκες- 40 και 45 ετών), είχαν τον συντονισμό της δράσης, εντόπιζαν τα αγροτεμάχια, οργάνωναν τις ψευδείς αιτήσεις, στρατολογούσαν νέα μέλη και διαχειρίζονταν τους τραπεζικούς λογαριασμούς, όπου κατέληγαν οι επιδοτήσεις.

Στη συνέχεια, μέρος των χρημάτων διακινούνταν μέσω τραπεζικών μεταφορών ή αναλήψεων μετρητών και φέρεται να χρησιμοποιούνταν για αγορές ακινήτων, οχημάτων και γεωργικών μηχανημάτων, με στόχο τη νομιμοποίηση των παράνομων εσόδων.

Τα βασικά μέλη παραχωρούσαν τραπεζικούς λογαριασμούς για την πίστωση των παράνομων ενισχύσεων, πραγματοποιούσαν αναλήψεις μετρητών, διακινούσαν χρηματικά ποσά προς τα αρχηγικά μέλη και παρακρατούσαν μέρος των ενισχύσεων ως αμοιβή.

Τα λοιπά μέλη – αιτούντες, υπέβαλαν ψευδείς Ενιαίες Αιτήσεις Ενίσχυσης, χρησιμοποιώντας τη δομή και τα μέσα της οργάνωσης, λαμβάνοντας μέρος των παράνομων ενισχύσεων, ενώ το υπόλοιπο ποσό κατέληγε σε επιχειρησιακούς λογαριασμούς της οργάνωσης.

Επαγγέλματα άσχετα με τον αγροτικό τομέα

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει -σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ.- το γεγονός ότι τα μέλη της οργάνωσης, σχεδόν στο σύνολό τους, είτε δεν είχαν σχετική επιχειρηματική δραστηριότητα είτε δεν είχαν καθόλου επιτήδευμα.

Από την έρευνα προέκυψε ότι η πραγματική επαγγελματική δραστηριότητα πολλών εξ αυτών ήταν άσχετη με τον αγροτικό τομέα, καθώς μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν καθαρίστρια, ανειδίκευτοι εργάτες, οδηγοί φορτηγών, διανομείς, υπάλληλοι καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος και άλλα επαγγέλματα χωρίς σύνδεση με αγροτική παραγωγή.

Η οικονομική έρευνα και οι τραπεζικές κινήσεις

Για τη διακρίβωση του εύρους της δράσης της εγκληματικής οργάνωσης, πραγματοποιήθηκε εκτεταμένη και σε βάθος οικονομική έρευνα του Τμήματος Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, με αξιοποίηση στοιχείων από τραπεζικά ιδρύματα, φορολογικές και διοικητικές βάσεις δεδομένων, καθώς και από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά κι από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, ενώ εξετάστηκαν 126 τραπεζικοί λογαριασμοί και 59.307 τραπεζικές κινήσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώθηκε ότι οι παράνομες ενισχύσεις καταβάλλονταν αρχικά σε τραπεζικούς λογαριασμούς αιτούντων μελών και στη συνέχεια μέρος των ποσών αποδιδόταν στα αρχηγικά και βασικά μέλη είτε μέσω τραπεζικών μεταφορών είτε με μετρητά. Ωστόσο, από το 2022 και μετά, η οργάνωση τροποποίησε τη μεθοδολογία της, καταχωρώντας σε μεγάλο αριθμό αιτήσεων τραπεζικούς λογαριασμούς βασικών ή αρχηγικών μελών, ώστε τα ποσά να πιστώνονται απευθείας σε αυτούς και να περιορίζονται οι εμφανείς τραπεζικές συναλλαγές μεταξύ των εμπλεκομένων.

Παράλληλα, τα μέλη της εκμεταλλεύονταν τη δυνατότητα μεταβολής των τραπεζικών λογαριασμών πίστωσης των ενισχύσεων κατά τη διάρκεια που το σύστημα υποβολής αιτήσεων παρέμενε ανοιχτό, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά διοικητικός έλεγχος.

Από την έρευνα διαπιστώθηκε ότι, η οργάνωση εκμεταλλεύτηκε ιδιαιτερότητες στη διαδικασία ελέγχου συγκεκριμένου τραπεζικού ιδρύματος ως προς την ταυτοποίηση δικαιούχου λογαριασμού, καταχωρώντας λογαριασμούς που δεν αντιστοιχούσαν πάντοτε στους αιτούντες τις ενισχύσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι 27 από τους 32 τραπεζικούς λογαριασμούς που καταχωρήθηκαν χωρίς συμφωνία μεταξύ αιτούντος και δικαιούχου ανήκαν στο ίδιο τραπεζικό ίδρυμα.

Με τη μέθοδο αυτή, τα ποσά των ενισχύσεων «σπάζονταν» σε επιμέρους πληρωμές και κατέληγαν τόσο σε προσωπικούς λογαριασμούς αιτούντων όσο και σε επιχειρησιακούς λογαριασμούς της οργάνωσης.

Η διακίνηση των χρημάτων γινόταν κυρίως μέσω αναλήψεων μετρητών, προκειμένου να περιοριστεί η δυνατότητα ιχνηλάτησης των συναλλαγών και να αποφεύγεται ο εντοπισμός τους από τα συστήματα εποπτείας τραπεζικών συναλλαγών για την πρόληψη νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

Κατασχέσεις και δεσμεύσεις

Συνολικά, από τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε οκτώ σπίτια και δύο Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων, βρέθηκαν και κατασχέθηκαν: 302.825 ευρώ, 18 χρυσές λίρες, 12 Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα, δίκυκλο, πέντε γεωργικοί ελκυστήρες (τρακτέρ), αγροτικό μηχάνημα, τραπεζικές κάρτες, 13 κινητά τηλέφωνα, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, τάμπλετ, ψηφιακά μέσα αποθήκευσης δεδομένων, σφραγίδες επιχειρήσεων, πλήθος υπεύθυνων δηλώσεων και ιδιωτικών συμφωνητικών αγρομίσθωσης με κενά στοιχεία αντισυμβαλλόμενων και θεωρημένο γνήσιο υπογραφής, πλήθος χειρόγραφων σημειώσεων με κωδικούς taxisnet τρίτων προσώπων, καθώς και πλήθος εγγράφων που σχετίζονται με την υπόθεση.

Παράλληλα, κατόπιν σχετικών διατάξεων του αρμόδιου εισαγγελέα, δεσμεύτηκαν τραπεζικοί λογαριασμοί 26 εμπλεκόμενων φυσικών και νομικών προσώπων, τραπεζικές θυρίδες που διατηρούσαν τέσσερις εκ των συλληφθέντων, καθώς και ακίνητα περιουσιακά στοιχεία εμπλεκόμενων προσώπων.

Οι συλληφθέντες θα οδηγηθούν στην αρμόδια Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα