Παπαστράτος: Στο 0,42% του ΑΕΠ η συνολική συνεισφορά – Στα €480 εκατ. οι εξαγωγές το 2025

Διαβάζεται σε 6'
Παπαστράτος: Στο 0,42% του ΑΕΠ η συνολική συνεισφορά – Στα €480 εκατ. οι εξαγωγές το 2025

Η μελέτη του ΙΟΒΕ για τα 95 χρόνια της εταιρείας καταγράφει επιτάχυνση της δραστηριότητας μετά το 2017, ισχυρότερο επενδυτικό αποτύπωμα από τη μεταποίηση και συμμετοχή 1% στις ελληνικές εξαγωγές.

Η μεταβολή του παραγωγικού μοντέλου της Παπαστράτος μετά το 2017 αποτυπώνεται πλέον και στους βασικούς δείκτες της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ, η συνολική επίδραση της εταιρείας στο ΑΕΠ, μαζί με τις έμμεσες και προκαλούμενες επιδράσεις στην υπόλοιπη οικονομία, ανήλθε το 2024 στο 0,42%, έναντι 0,15% το 2017. Την ίδια στιγμή, οι εξαγωγές της προσέγγισαν τα €480 εκατ. το 2025, ποσό που αντιστοιχεί περίπου στο 1% των συνολικών ελληνικών εξαγωγών.

Η εικόνα προκύπτει από τη μελέτη του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών για την 95ετή παρουσία της Παπαστράτος στην Ελλάδα. Η έρευνα εξετάζει την πορεία της επιχείρησης σε εννέα διαφορετικές ιστορικές περιόδους, αξιοποιώντας εταιρικά και ιστορικά στοιχεία, καθώς και δεδομένα από την ΕΛΣΤΑΤ, τη Eurostat, την AMECO και το υπουργείο Οικονομικών. Στο μικροσκόπιο μπαίνουν, μεταξύ άλλων, τζίρος, κερδοφορία, εξαγωγές, επενδύσεις, απασχόληση και φορολογική συνεισφορά. Το ΙΟΒΕ επισημαίνει πάντως ότι για τις παλαιότερες περιόδους η διαθεσιμότητα δεδομένων είναι περιορισμένη και μέρος των μεγεθών βασίζεται σε εκτιμήσεις.

Η αλλαγή τροχιάς μετά το 2017

Η μακροχρόνια εξέλιξη του κύκλου εργασιών ακολούθησε σε μεγάλο βαθμό τις διακυμάνσεις της ελληνικής οικονομίας: οι περίοδοι ανάπτυξης συνοδεύτηκαν από αύξηση της δραστηριότητας, ενώ οι οικονομικές κρίσεις άφησαν αντίστοιχο αποτύπωμα στα μεγέθη της εταιρείας. Από το 2017 και μετά, ωστόσο, το ΙΟΒΕ εντοπίζει διαφορετική εικόνα, με την Παπαστράτος να εισέρχεται σε περίοδο ταχύτερης μεγέθυνσης, η οποία δεν ακολουθεί πλέον στον ίδιο βαθμό την πορεία της εγχώριας οικονομικής δραστηριότητας.

Η συγκεκριμένη χρονική τομή συμπίπτει με τη μετάβαση του εργοστασίου του Ασπροπύργου στην παραγωγή μη καιόμενων προϊόντων καπνού. Η επενδυτική αυτή κατεύθυνση αποτυπώνεται ιδιαίτερα έντονα στα πάγια στοιχεία της εταιρείας. Με βάση τον σχετικό δείκτη του ΙΟΒΕ, τα καθαρά πάγια της Παπαστράτος είχαν υπερτετραπλασιαστεί μεταξύ 1995 και 2023, όταν στο σύνολο της ελληνικής μεταποίησης η αντίστοιχη αύξηση περιορίστηκε στο 36%.

Η απόκλιση αποκτά πρόσθετη σημασία εάν εξεταστεί στο ευρύτερο βιομηχανικό περιβάλλον. Η συμμετοχή της μεταποίησης στο ελληνικό ΑΕΠ υποχώρησε σημαντικά σε βάθος δεκαετιών, ενώ, σύμφωνα με τη μελέτη, η σχετική βαρύτητα της Παπαστράτος κινήθηκε διαφορετικά. Ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση, η δραστηριότητα της εταιρείας ενισχύθηκε σε σχέση με το μέγεθος της ελληνικής οικονομίας.

Οι εξαγωγές πλησιάζουν τα €500 εκατ.

Η μεγαλύτερη αλλαγή των τελευταίων ετών εντοπίζεται στην εξωστρέφεια. Η Παπαστράτος είχε αρχίσει να στρέφεται εντονότερα στις διεθνείς αγορές ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν η σταδιακή άρση εμπορικών περιορισμών και η μεγαλύτερη παρουσία εισαγόμενων προϊόντων στην ελληνική αγορά άλλαξαν το ανταγωνιστικό περιβάλλον. Η νέα παραγωγική κατεύθυνση στον Ασπρόπυργο, ωστόσο, έδωσε διαφορετική κλίμακα στην εξαγωγική δραστηριότητα.

Το 2025 η αξία των εξαγωγών διαμορφώθηκε σε περίπου €480 εκατ., καλύπτοντας το 1% των συνολικών εξαγωγών της χώρας. Για να αποτυπώσει το σχετικό μέγεθος, το ΙΟΒΕ υπολογίζει ότι, εάν η Παπαστράτος αντιμετωπιζόταν ως αυτοτελής κλάδος οικονομικής δραστηριότητας, θα κατατασσόταν στη 17η θέση μεταξύ 262 κλάδων της ελληνικής οικονομίας ως προς τις εξαγωγές, σε τετραψήφιο επίπεδο ταξινόμησης NACE Rev.2.

Από το 0,15% στο 0,42% του ΑΕΠ

Η ενίσχυση των παραγωγικών και εξαγωγικών μεγεθών περνά και στους υπολογισμούς για την ευρύτερη επίδραση στην οικονομία. Το υπόδειγμα εισροών-εκροών που χρησιμοποιεί το ΙΟΒΕ δεν περιορίζεται στην άμεση δραστηριότητα της Παπαστράτος, αλλά συνυπολογίζει τις επιδράσεις που δημιουργούνται μέσω των συναλλαγών της με άλλους κλάδους.

Με αυτή τη μεθοδολογία, η συνολική συνεισφορά υπολογίζεται σε 0,42% του ΑΕΠ για το 2024. Πρόκειται για αισθητή άνοδο σε σύγκριση με το 0,15% του 2017 και το 0,14% του 2009. Σε μεγαλύτερο ιστορικό βάθος, η μελέτη υπολογίζει την αντίστοιχη επίδραση σε 0,34% το 2003, 0,23% το 1990 και 0,17% τόσο το 1970 όσο και το 1980.

Φορολογική συνεισφορά και απασχόληση

Σημαντικό τμήμα του οικονομικού αποτυπώματος συνδέεται με τη φορολογία των προϊόντων. Στη διάρκεια της περιόδου 1931-2025, οι φόροι κατανάλωσης που συνδέονται με προϊόντα της Παπαστράτος αντιστοιχούσαν κατά μέσο όρο στο 2,7% των συνολικών φορολογικών εσόδων του κράτους, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της μελέτης. Το ποσοστό μεταβάλλεται σημαντικά ανά περίοδο, ακολουθώντας τόσο τις αλλαγές στην αγορά όσο και τις δημοσιονομικές συνθήκες.

Διαφορετική είναι η μακροχρόνια εικόνα στην απασχόληση. Τα ιστορικά στοιχεία του ΙΟΒΕ δείχνουν ότι ο αριθμός εργαζομένων πέρασε από διαφορετικές φάσεις, με κορύφωση σε παλαιότερες δεκαετίες, σταδιακή αποκλιμάκωση στη συνέχεια και νέα άνοδο τα τελευταία χρόνια. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται από τη μελέτη και με την αύξηση της παραγωγικότητας που προέκυψε από τις διαδοχικές επενδύσεις και τον τεχνολογικό εκσυγχρονισμό της παραγωγής.

Από την εγχώρια βιομηχανία σε παραγωγική βάση με εξαγωγικό προσανατολισμό

Η διαδρομή που εξετάζει το ΙΟΒΕ ξεκινά από την ίδρυση και βιομηχανική εδραίωση της εταιρείας τη δεκαετία του 1930, περνά από τη μεταπολεμική ανάπτυξη, την ενίσχυση της εξωστρέφειας στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, τη βιομηχανική ωρίμανση της δεκαετίας του 1980 και τη μετέπειτα διεθνοποίηση. Στη νεότερη περίοδο περιλαμβάνονται η ένταξη στην Philip Morris International, η ανάπτυξη της παραγωγικής βάσης στον Ασπρόπυργο και, από το 2017, η νέα παραγωγική στρατηγική.

Τα στοιχεία της μελέτης δείχνουν ότι αυτή η τελευταία περίοδος αποτελεί και τη βασική διαφοροποίηση σε σχέση με το παρελθόν: η ανάπτυξη συνδέεται πλέον περισσότερο με επενδύσεις, παραγωγή για διεθνείς αγορές και αύξηση των εξαγωγών και λιγότερο αποκλειστικά με τη δυναμική της ελληνικής κατανάλωσης.

Για την επόμενη περίοδο, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στη διατήρηση αυτής της εξαγωγικής κλίμακας και στην εξέλιξη της παραγωγικής δραστηριότητας του Ασπροπύργου. Με τις εξαγωγές να έχουν φτάσει πλέον κοντά στο μισό δισ. ευρώ και τη συνολική επίδραση στο ΑΕΠ να έχει αυξηθεί σημαντικά σε σχέση με το 2017, οι επόμενες επενδυτικές κινήσεις θα καθορίσουν κατά πόσο η ανοδική πορεία των τελευταίων ετών μπορεί να συνεχιστεί και σε βάθος χρόνου.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα