Άρθρο αναδημοσιευμένο από τους

Καλώς ήρθατε στην εποχή του οικονομικού μαλλιού της γριάς

Διαβάζεται σε 6'
3d cotton candy
3d cotton candy iStock

Η αξία των περιουσιακών στοιχείων της πραγματικής οικονομίας στις ΗΠΑ συρρικνώνεται, καθώς η επέκταση των χρηματοοικονομικών αγορών καλπάζει.

Αυτόν τον μήνα, οι πολιτικοί στην Ουάσιγκτον ανησυχούν – για άλλη μια φορά – για τις παγκόσμιες ανισορροπίες. Και όχι άδικα: οι ΗΠΑ όχι μόνο χρειάζονται ξένους επενδυτές για να απορροφούν ένα διαρκώς διογκούμενο βουνό κρατικών ομολόγων, αλλά και οι κινεζικές εξαγωγές συνεχίζουν να καλπάζουν, τροφοδοτώντας τα ελλείμματα της Δύσης. Ωστόσο, υπάρχει και μια δεύτερη πτυχή αυτών των ανισορροπιών που σπάνια συζητιέται: το μέγεθος των διεθνών αγορών χρήματος σε σχέση με την “πραγματική” οικονομία.

Το ζήτημα αυτό με συναρπάζει από το 2007, όταν πήρα συνέντευξη από έναν ειδικό στα ισλαμικά χρηματοοικονομικά, ο οποίος παρομοίασε τις σύγχρονες αγορές με μηχανή που φτιάχνει μαλλί της γριάς. Ο λόγος; Πραγματικά περιουσιακά στοιχεία – όπως τα ακίνητα – χρησιμοποιούνταν ως εγγύηση για την έκδοση χρεών, τα οποία στη συνέχεια ξαναχρησιμοποιούνταν ως εγγύηση (επαναϋποθηκεύονταν) πολλαπλές φορές, εν μέρει μέσω παραγώγων. Ακριβώς όπως η ζάχαρη γνέθεται ξανά και ξανά, διογκώνοντας το μαλλί της γριάς.

Αυτό το χρηματοοικονομικό “οικοδόμημα” έδειχνε εντυπωσιακό. Όμως, όπως και το μαλλί της γριάς, η βάση των “πραγματικών” στοιχείων που το στήριζαν ήταν ελάχιστη – κάτι που ανακαλύψαμε οδυνηρά όταν οι αγορές κατέρρευσαν σαν χάρτινος πύργος.

Έχει αλλάξει κάτι από τότε; Θα υπέθετε κανείς πως ναι, δεδομένου ότι η κρίση του 2008 ανέδειξε ανάγλυφα τους κινδύνους της αλόγιστης χρηματιστικοποίησης. Όμως, τίποτα δεν απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Το McKinsey Global Institute μόλις δημοσίευσε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αποτίμηση του παγκόσμιου ισολογισμού (περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις και πλούτος). Αυτή η σειρά εκθέσεων, που ξεκίνησε το 2021, καινοτομεί καθώς μετρά ταυτόχρονα τόσο τον δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό πλούτο.

Το 2025, ο παγκόσμιος αυτός ισολογισμός ανήλθε προφανώς στα 1,8 τετράκις εκατομμύρια δολάρια, σημειώνοντας ιστορικό υψηλό, αυξημένος κατά 100 τρισεκατομμύρια δολάρια σε σχέση με το 2024 (το παγκόσμιο ΑΕΠ ήταν 117 τρισεκατομμύρια δολάρια). Αυτό το ονομαστικό μέγεθος περιλάμβανε 620 τρισ. σε «πραγματικά» περιουσιακά στοιχεία (ακίνητα, υποδομές, μηχανήματα, εξοπλισμό και πνευματική ιδιοκτησία) και 550 τρισ. σε χρηματοοικονομικά στοιχεία ενεργητικού (μετοχές, δάνεια, ομόλογα και συνάλλαγμα), τα οποία εξισορροπούνταν από 600 τρισ. παγκόσμιου πλούτου, που ανήκει στη συντριπτική του πλειονότητα στα νοικοκυριά.

Αυτό είναι εντυπωσιακό. Οι λεπτομέρειες όμως είναι ακόμη πιο εντυπωσιακές: ο παγκόσμιος πλούτος των νοικοκυριών έχει υπερτετραπλασιαστεί από το 2000, παρουσιάζοντας δραματικά ταχύτερη ανάπτυξη από την «πραγματική» οικονομία, λόγω του πληθωρισμού των τιμών των περιουσιακών στοιχείων.

Στις ΗΠΑ αναλογούν 175 τρισεκατομμύρια δολάρια από αυτόν τον πλούτο και στην Κίνα 75 τρισεκατομμύρια δολάρια. Και ενώ πριν από δύο δεκαετίες η άνοδος των τιμών των ακινήτων ήταν αυτή που τροφοδοτούσε την τάση, πέρυσι η εκτίναξη των τιμών των μετοχών – ιδιαίτερα στις ΗΠΑ – ήταν υπεύθυνη για το 57% της αύξησης του πλούτου. Τα «πραγματικά» περιουσιακά στοιχεία αντιπροσώπευαν μόλις το 20%, ποσοστό πολύ χαμηλότερο από ό,τι στο παρελθόν. Παράλληλα, οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων στις ΗΠΑ ισούνται πλέον με το 3,7πλάσιο του ΑΕΠ, μέγεθος διπλάσιο από τον ιστορικό μέσο όρο.

«Η παγκόσμια αύξηση του πλούτου καθοδηγήθηκε σε μεγαλύτερο βαθμό από τον “χάρτινο πλούτο”, δηλαδή από μια ονομαστική αξία περιουσιακών στοιχείων που έχει αποσυνδεθεί από την πραγματική οικονομία», σημειώνει η McKinsey. Σε απλά ελληνικά: οι πλούσιοι καταναλωτές ζουν σε μια οικονομία-«φούσκα», που μοιάζει με μαλλί της γριάς.

Άλλα στοιχεία είναι επίσης αξιοσημείωτα. Το χρέος των νοικοκυριών ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει συρρικνωθεί μετά το 2008, ιδίως στην Αμερική, γεγονός που αποτελεί θετική εξέλιξη. Αντίθετα, το δημόσιο χρέος έχει εκτοξευθεί στις ΗΠΑ, την Ιαπωνία και την Ευρώπη, ενώ το εταιρικό χρέος της Κίνας έχει επίσης σημειώσει έκρηξη. Στο μεταξύ, τα «παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία» ως ποσοστό του ΑΕΠ έχουν διπλασιαστεί στην Κίνα από το 2000, τη στιγμή που ο ίδιος δείκτης έχει παραμείνει στάσιμος στην Αμερική, όπου πλέον βρίσκεται κάτω από τα επίπεδα των αρχών της δεκαετίας του 1980. Επώδυνη διαπίστωση.

Πολλοί Αμερικανοί ίσως προσπεράσουν αδιάφορα το γεγονός ή ισχυριστούν ότι ορισμένα από τα «παραγωγικά περιουσιακά στοιχεία» της Κίνας μπορεί να μην είναι τελικά τόσο παραγωγικά λόγω υπερεπενδύσεων, ενώ κάποια περιουσιακά στοιχεία των ΗΠΑ μπορεί να μην καταγράφονται πλήρως, καθώς είναι εξαιρετικά δύσκολο να μετρηθούν οι ψηφιακές επενδύσεις. Προσωπικότητες όπως ο Kevin Warsh, στέλεχος της Federal Reserve, πιστεύουν (ή ελπίζουν) ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη θα πυροδοτήσει ένα θαύμα παραγωγικότητας. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να επιτρέψει στις ΗΠΑ να ξεπεράσουν το διαρκώς αυξανόμενο δημόσιο χρέος τους μέσω της ανάπτυξης και να δικαιολογήσει τις τρέχουσες αποτιμήσεις των μετοχών τους.

Επιπλέον, πολλοί οικονομολόγοι θεωρούν θετική μια λελογισμένη χρηματοπιστωτικοποίηση. Το ΔΝΤ, για παράδειγμα, πιέζει εδώ και καιρό τις αναπτυσσόμενες χώρες να επιδιώξουν τη χρηματοπιστωτική εμβάθυνση για να τονώσουν την ανάπτυξή τους. Βάσει αυτής της λογικής, το διογκούμενο μέγεθος των αμερικανικών κεφαλαιαγορών θα μπορούσε να εκληφθεί ως δείκτης οικονομικής ωριμότητας και ισχύος.

Ωστόσο, «μερικές φορές το πολύ καλό γίνεται βλαβερό», όπως επισημαίνει ο Jan Mischke της McKinsey, τονίζοντας ότι η τρέχουσα τάση «είναι άκρως ακραία». Πράγματι. Και οι εμφανείς κίνδυνοι πλέον αφθονούν.

Ένα βασικό ζήτημα, όπως προειδοποίησε πρόσφατα η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, είναι ότι ο παγκόσμιος πλούτος εξαρτάται πλέον τόσο στενά από τα χρηματιστήρια των ΗΠΑ – και τον αμερικανικό πυρετό γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) – ώστε «μια σοβαρή διόρθωση στην αγορά μετοχών θα είχε σήμερα πολύ βαρύτερες μακροοικονομικές συνέπειες απ’ ό,τι στο παρελθόν». Ένας τέτοιος κλυδωνισμός ενδέχεται να προκληθεί από τον ανταγωνισμό των κινεζικών μοντέλων AI ανοιχτού κώδικα, όπως η πρόσφατη κυκλοφορία του Kimi K3.

Ένας άλλος κίνδυνος, σύμφωνα με το ΔΝΤ, είναι ότι τα αυξανόμενα μακροπρόθεσμα επιτόκια θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση δημόσιου χρέους. Αυτό θα ανάγκαζε τις κυβερνήσεις είτε να καταφύγουν στον πληθωρισμό για να μειώσουν την αξία του χρέους είτε να προχωρήσουν σε αναδιάρθρωση (εκτός αν μεσολαβήσει το προαναφερθέν θαύμα της AI).

Υπάρχει όμως και ένα πιο βαθύ, φιλοσοφικό ζήτημα: όπως έχει σημειώσει η συνάδελφός μου Rana Foroohar, η χρηματοπιστωτικοποίηση μετατρέπει τους ανθρώπους από «δημιουργούς» (πραγματικών προϊόντων) σε «καρπωτές» (χρηματοοικονομικής αξίας). Πολλές θρησκείες αποδοκιμάζουν αυτή την πρακτική· εξού και το καυστικό σχόλιο που μου είχε κάνει ένας ισλαμιστής λόγιος το 2007. Υποψιάζομαι όμως ότι το ίδιο ισχύει και για πολλούς ψηφοφόρους, καθώς η δυτική λαϊκή κουλτούρα προτιμά να βλέπει τον χρηματοπιστωτικό τομέα ως εργαλείο ανάπτυξης και όχι ως αυτοσκοπό.

Παρόλα αυτά, τέτοιοι ενδοιασμοί δύσκολα θα αποτρέψουν τους επενδυτές από το να απορροφούν αμερικανικές μετοχές ή τις κινεζικές τράπεζες από το να χορηγούν εταιρικά δάνεια. Είτε για καλό είτε για κακό, ο κόσμος μας στον 21ο αιώνα μοιάζει εθισμένος σε ένα χρηματοπιστωτικό «μαλλί της γριάς», κυρίως επειδή κάνει τους πλούσιους να νιώθουν ακόμη πλουσιότεροι. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ καλά θα κάνει να εύχεται αυτός ο εθισμός να μην καταλήξει σε ένα κολλώδες χάος.

© The Financial Times Limited 2026. Όλα τα δικαιώματα διατηρούνται. Απαγορεύεται η αναδιανομή, αντιγραφή ή τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο. Το NEWS 24/7 φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την παρούσα μετάφραση και η Financial Times Limited δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ακρίβεια ή την ποιότητα της μετάφρασης.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα