Τελικά ποιος είναι ο στόχος των ΗΠΑ στο Ιράν;

Διαβάζεται σε 7'
Τελικά ποιος είναι ο στόχος των ΗΠΑ στο Ιράν;
AP Photo/Hassan Ammar

Ο Δημήτρης Ραπίδης γράφει στο NEWS 24/7 για την “ανατροπή” που έφερε το Ιράν σε όλες τις προβλέψεις για την έκβαση του πολέμου.

Από την αρχή της αμερικανοϊσραηλινής επίθεσης, ο πόλεμος απέναντι στο Ιράν πλαισιώθηκε από τους εμπνευστές του μέσα από τη γλώσσα και την ορολογία της στρατιωτικής επιτυχίας. Μια επιλογή που δεν είναι τυχαία και διαμορφώθηκε εν μέρει από εδραιωμένες οριενταλιστικές προσεγγίσεις που αντανακλώνται στη ρητορική πολιτικών ηγετών όπως ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Μπενιαμίν Νετανιάχου. Το Ιράν ευθύς εξαρχής παρουσιάστηκε ως ένα κράτος του οποίου το καθεστώς απειλούσε την ασφάλεια της Δύσης, αλλά παράλληλα το ίδιο το καθεστώς διατηρούσε κάποια «αδυναμία» και «ευθραυστότητα» την οποία οι επιτιθέμενοι μπορούσαν να αξιοποιήσουν για να το ρίξουν από την εξουσία.

Ενθαρρυμένοι από τις υψηλές κατασκοπευτικές δυνατότητες του ισραηλινού μηχανισμού ασφαλείας, τα στρατιωτικά πλήγματα ακριβείας και τη συντριπτική αμερικανική στρατιωτική υπεροχή, πολλοί αναλυτές και πολιτικοί δρώντες φάνηκε να υποθέτουν την υπόθεση ότι το καθεστώς στην Τεχεράνη θα κατέρρεε τελικά υπό πίεση. Με βάση αυτή την υπόθεση, το ιρανικό καθεστώς ήταν πολύ απομονωμένο, εσωτερικά διχασμένο και οικονομικά εξασθενημένο για να αντέξει μια παρατεταμένη αμερικανοϊσραηλινή στρατιωτική κλιμάκωση. Κάποιοι μάλιστα εκτιμούσαν ότι τα αμερικανικά στρατεύματα θα γίνονταν δεκτά με ενθουσιασμό από τμήματα ενός πληθυσμού απογοητευμένου από το καθεστώς.

Αντίθετα με τις παραπάνω εκτιμήσεις, βλέπουμε μια διαφορετική πραγματικότητα. Η διοίκηση Τραμπ αναζητεί την οδό της διευθέτησης για να μπορεί να την «πουλήσει» στη συνέχεια ως «νίκη». Αν όμως η αμερικανική στρατιωτική εκστρατεία λήξει χωρίς το καθεστώς στην Τεχεράνη να αναγκαστεί να κάνει ουσιαστικές παραχωρήσεις σχετικά με το πυρηνικό του πρόγραμμα, τότε θα πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική κατάσταση και σίγουρα όχι για μια στρατιωτική νίκη.

Ασάφεια και στόχοι που μετατοπίζονται

Καθώς η αδιαμφισβήτητη στρατιωτική ισχύς των ΗΠΑ στο πεδίο των μαχών δεν επαληθευόταν, η αμερικανική διοίκηση επιχειρούσε να βρει τρόπο να ερμηνεύσει τι θα συνιστούσε μια νίκη: Άλλοτε ήταν η καταστροφή των πυρηνικών και βαλλιστικών πυραυλικών προγραμμάτων του Ιράν, άλλοτε η εξουδετέρωση των ενόπλων δυνάμεών του, άλλοτε η επιβολή αλλαγής καθεστώτος ή ο τερματισμός της περιφερειακής επιρροής της Τεχεράνης.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της σύγκρουσης οι στόχοι μετατοπίζονταν συνεχώς. Αυτή η ασάφεια δεν ήταν ένα δευτερεύον ζήτημα στην άσκηση επικοινωνιακής στρατηγικής, αλλά η κεντρική αδυναμία της επικοινωνιακής στρατηγικής.

Οι σύγχρονοι πόλεμοι απαιτούν έναν σαφή στόχο και ένα ρεαλιστικό μονοπάτι για την επίτευξή του. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της σύγκρουσης, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ ποτέ δεν όρισαν πειστικά κανένα από τα δύο. Εάν ο στόχος ήταν η αλλαγή καθεστώτος, δεν υπήρξε ποτέ σοβαρή διάθεση για το είδος της στρατιωτικής κατοχής και της κρατικής ανασυγκρότησης που στο Ιράκ και το Αφγανιστάν είχε ήδη αποδειχθεί καταστροφικά δαπανηρό και πρακτικά αναποτελεσματικό. Εάν ο στόχος ήταν απλώς η υποβάθμιση των στρατιωτικών ικανοτήτων του Ιράν, αυτό θα ήταν πάντα μια προσωρινή λύση καθώς το καθεστώς έχει περάσει δεκαετίες οικοδομώντας ένα σύστημα σχεδιασμένο γύρω από την ανθεκτικότητα, την αποκέντρωση και την επιβίωση υπό συνθήκες πίεσης.

Εάν ο στόχος ήταν να τερματιστεί ο ρόλος του Ιράν ως περιφερειακή απειλή, αυτό έχει επίσης αποτύχει. Το Ιράν παραμένει περιφερειακή απειλή (και περιφερειακός δρων), και μάλιστα συνιστώντας σήμερα μεγαλύτερη απειλή για την ασφάλεια και την οικονομική ανάπτυξη των Αραβικών Εμιράτων, με τους κρατικούς θεσμούς του να επιβιώνουν και να είναι σε θέση να εγκαταστήσουν μια νέα γενιά ηγεσίας. Και, όπως είδαμε σχετικά με την ικανότητα της Τεχεράνης να ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ, η διαχειριστική ικανότητα του Ιράν επί του ναυτικού πεδίου συνεχίζει να διατηρείται.

Από την αρχή της επίθεσης τον περασμένο Φεβρουάριο, όλες οι πλευρές της σύγκρουσης πιθανότατα γνώριζαν ότι ο συγκεκριμένος πόλεμος δεν θα μπορούσε να έχει τα χαρακτηριστικά ενός συμβατικού πολέμου για τον έλεγχο εδαφών. Ήταν μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο πολύ διαφορετικές σχολές πολέμου. Η αμερικανική και η ισραηλινή διοίκηση ήθελαν μια αποφασιστική, κατανοητή, ορατή και αναγνωρισμένη από όλους νίκη. Το καθεστώς στην Τεχεράνη από την πλευρά του ήθελε να υπομείνει, να αντέξει, να διαχειριστεί τις επιθέσεις.

Πρόκειται για δύο εκ διαμέτρου αντίθετες στρατηγικές προσεγγίσεις που με βάση τα μέχρι τώρα δεδομένα προσφέρουν στρατηγικό πλεονέκτημα στην Τεχεράνη και αποκαλύπτουν μια κοινή αλήθεια: τα ασθενέστερα στρατιωτικά κράτη δεν χρειάζεται απαραίτητα να νικήσουν τις ισχυρότερες δυνάμεις για να επιβιώσουν. Χρειάζεται να αποφύγουν την κατάρρευση επιβάλλοντας ταυτόχρονα επαρκές οικονομικό, πολιτικό και στρατηγικό κόστος, ώστε το ισχυρότερο μέρος της εξίσωσης -οι ΗΠΑ και το Ισραήλ- να αναθεωρήσει τελικά τους υπολογισμούς του. Αυτό δεν είναι ένα νέο «μάθημα». Διατρέχει τη σύγχρονη Ιστορία, από το Βιετνάμ μέχρι το Αφγανιστάν. Η ανώτερη στρατιωτική ισχύς δεν παράγει αυτόματα πολιτική νίκη. Αλλά το σημαντικότερο, η συγκεκριμένη σύγκρουση αποκάλυψε το αυξανόμενο κόστος της κλιμάκωσης σε μια παγκόσμια οικονομία που δέχεται άμεσα και απότομα τις συνέπειες ενός τέτοιου πολέμου.

Παγκόσμιο πεδίο μάχης

Οι συνέπειες του πολέμου έχουν εξαπλωθεί σε όλη την παγκόσμια οικονομία καθώς οι τιμές του πετρελαίου εκτινάχθηκαν, οι ναυτιλιακές διαδρομές αντιμετωπίζουν μεγάλα εμπόδια και οι ήδη εύθραυστες αλυσίδες εφοδιασμού δέχονται καθημερινά πίεση. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ -απ΄όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας θαλάσσιας μεταφοράς πετρελαίου- ήταν αρκετό για να προκαλέσει ανησυχία στις αγορές. Το Ιράν δεν χρειάζεται να κλείσει πλήρως τα Στενά για να πλήξει τις παγκόσμιες οικονομίες.

Στη σύγχρονη παγκόσμια οικονομία, η ίδια η αβεβαιότητα είναι ένα από τα ισχυρότερα όπλα. Όσο περισσότερο συνεχίζεται ο πόλεμος, τόσο δυσκολότερο είναι να παραμείνει «διαχειρίσιμος» και να μην ξεφύγει, όχι μόνο σε περιφερειακό αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, παρά την επιθετική ρητορική εκατέρωθεν, καμία πλευρά δεν φαίνεται τώρα πρόθυμη να επιστρέψει σε μια σύγκρουση ευρείας κλίμακας.

Επίσης, ο πόλεμος στο Ιράν φαίνεται ότι προσφέρει ένα κρίσιμο πεδίο προβληματισμού για τη σημασία μιας εμπόλεμης διαμάχης: η απουσία ξεκάθαρης στρατιωτικής επικράτησης και συνθηκολόγησης του αντιπάλου τείνει να οδηγεί σε αναθεώρηση της στρατηγικής και στην έμφαση σε μηχανισμούς εξάντλησης, σε στρατηγικές αναθεώρησης υπολογισμών και σε διαπραγμάτευση. Προς εκείνο το σημείο κινείται εδώ και εβδομάδες η σύγκρουση των δύο πλευρών και ίσως είναι η κατάλληλη στιγμή για να υπάρξει μια κάποια ειρηνευτική λύση.

Τα όρια της ισχύος

Ίσως η μεγαλύτερη ειρωνεία αυτού του πολέμου είναι ότι όλες οι πλευρές φαίνεται τώρα να αναγνωρίζουν αυτό που θα έπρεπε να ήταν προφανές από την αρχή: η ολοκληρωτική νίκη δεν ήταν ποτέ πραγματικά εφικτή. Θα ήταν σημαντικό να κατανοηθεί από όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές ότι σε μια ολοένα και πιο κατακερματισμένη παγκόσμια πολιτική τάξη, οι εμπόλεμες συγκρούσεις γίνονται λιγότερο θέμα αποφασιστικού θριάμβου και περισσότερο θέμα αντοχής.

Τα κράτη που αναπτύσσονται και προχωρούν μέσα σε ένα περιβάλλον κυρώσεων και παρατεταμένης απομόνωσης, όπως το Ιράν, συχνά αναπτύσσουν μια ικανότητα να απορροφούν πίεση πέρα από αυτό που προβλέπουν και εκτιμούν όσοι βρίσκονται απ’έξω. Η ανθεκτικότητα του καθεστώτος στο Ιράν δεν δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια αυτού του πολέμου.

Χτίστηκε επί δεκαετίες και αυτό είναι μια διαπίστωση στην οποία καταλήγουν ιστορικοί και αναλυτές της Μέσης Ανατολής, όπως ο διακεκριμένος καθηγητής Μεχράν Καμραβά, με τον οποίο είχαμε τη χαρά να συνομιλήσουμε πριν λίγες μέρες γι’αυτό το θέμα. Η στρατιωτική υπεροχή εξακολουθεί να έχει τεράστια σημασία, αλλά η ικανότητα να αντέχει κανείς πολιτικά, οικονομικά και να επιβάλλεται στο κοινωνικό πεδίο έχει εξίσου μεγάλη σημασία. Το καθεστώς στην Τεχεράνη έχει αναπτύξει μηχανισμούς σύνθετους, μηχανισμούς επιβίωσης, μια ανθεκτική δομή και, τελικά, βάθος νομιμοποίησης που αποκαλύπτεται ειδικά όταν πρόκειται να βρεθεί αντιμέτωπο με εξωτερικές απειλές και συγκρούσεις.

Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής, project coordinator και υπεύθυνος χρηματοδοτικών προγραμμάτων στο ETERON – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα