Τουρισμός: Από την κάλυψη των κενών θέσεων στη διατήρηση του προσωπικού – Το μεγάλο στοίχημα και η “συνταγή”
Διαβάζεται σε 8'
Το 14% των θέσεων εργασίας παραμένει ακάλυπτο, αναδεικνύοντας τις δυσκολίες στελέχωσης που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις. Ωστόσο η εμπειρία της Costa Navarino αναδεικνύει ένα πλέγμα παρεμβάσεων που δίνει “συνταγή” για λύσεις.
- 25 Οκτωβρίου 2026 09:32
Η βελτίωση των συνθηκών απασχόλησης και η δημιουργία πραγματικών προοπτικών επαγγελματικής εξέλιξης αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την προσέλκυση εργαζομένων στον ελληνικό τουρισμό, που παρουσιάζει, όπως κι άλλοι τομείς, βέβαια, σημαντικές ελλείψεις. Το ζητούμενο, ωστόσο, δεν είναι μόνο να καλυφθούν οι κενές θέσεις, αλλά και να αποκτήσει ο κλάδος τη δυνατότητα να προσελκύει νέους ανθρώπους και να διατηρεί όσους ήδη εργάζονται σε αυτόν, αντιμετωπίζοντας τον τουρισμό ως συνειδητή επαγγελματική επιλογή και όχι ως ευκαιριακή απασχόληση.
Αυτό ήταν το βασικό μήνυμα της Έλενας Γκίνα – Πετρουλάκη, Chief People Officer της Costa Navarino, κατά την παρουσίαση, στις 23 Οκτωβρίου, της νέας μελέτης του Ινστιτούτου του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων (ΙΝΣΕΤΕ) με τίτλο «Ελληνικός Τουρισμός: Επιτεύγματα, Προκλήσεις, Προοπτικές».
Τα ευρήματα της μελέτης αποτυπώνουν τη διπλή εικόνα της τουριστικής αγοράς εργασίας. Συγκεκριμένα, από τη μία πλευρά, οι εργαζόμενοι του κλάδου αξιολογούνται από τους επισκέπτες με 9 στα 10, επίδοση που αναδεικνύει την ποιότητα των υπηρεσιών και την επαγγελματική επάρκειά τους. Από την άλλη, το 14% των θέσεων εργασίας παραμένει ακάλυπτο, αναδεικνύοντας τις δυσκολίες στελέχωσης που εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις.
«Παρόλο που λείπουν άνθρωποι, οι εργαζόμενοι στον τουρισμό είναι πολύ καλοί σε αυτό που κάνουν. Ως ελληνική κοινωνία μπορούμε να αισθανόμαστε υπερήφανοι», σημείωσε η ίδια, υπογραμμίζοντας ότι η θετική αξιολόγηση του ανθρώπινου δυναμικού δεν αναιρεί την ανάγκη για ουσιαστικές παρεμβάσεις. Αντίθετα, όπως εξήγησε, το στοίχημα είναι να δημιουργηθούν οι συνθήκες που θα επιτρέψουν στον κλάδο να προσελκύσει περισσότερους εργαζομένους και να διατηρήσει το υπάρχον προσωπικό.
Από την εποχική απασχόληση στην επαγγελματική σταδιοδρομία
Μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις, όπως αναφέρθηκε και από τους άλλους ομιλητές στο σχετικό πάνελ, τον επικεφαλής του ΙΝΣΕΤΕ, Ηλία Κικίλια, τον Δρ. Τάσο Αναστασάτο, επικεφαλής οικονομολόγος του Ομίλου Eurobank και πρόεδρο της Συντονιστικής Επιτροπής Οικονομικών Αναλύσεων και Προοπτικών του Τραπεζικού Κλάδου της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, την Δρ. Φαίη Μακαντάση, διευθύντρια Ερευνών της διαΝΕΟσις, αλλά και την πρόεδρο του ΣΕΤΕ Αγάπη Σμπώκου, είναι η αντίληψη ότι ο τουρισμός αποτελεί, για ένα μέρος των εργαζομένων, μια προσωρινή λύση απασχόλησης και όχι έναν κλάδο στον οποίο μπορούν να οικοδομήσουν μακροχρόνια επαγγελματική πορεία. Η αλλαγή αυτής της αντίληψης προϋποθέτει, ωστόσο, καλύτερη κατανόηση των αναγκών και των προσδοκιών των εργαζομένων, οι οποίες μεταβάλλονται γρήγορα, αλλά και ανάδειξη των δυνατοτήτων που προσφέρει η φιλοξενία: διεθνείς εμπειρίες, ανάπτυξη δεξιοτήτων, επαγγελματική κινητικότητα και διαφορετικές διαδρομές εξέλιξης.
Η προσέγγιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε έναν κλάδο που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από εποχικότητα, έντονους ρυθμούς εργασίας και αυξημένες απαιτήσεις κατά την περίοδο αιχμής.
Για την Έλενα Γκίνα – Πετρουλάκη, όμως, η προσαρμογή δεν μπορεί να αφορά μόνο τους εργαζομένους, μέσω της εκπαίδευσής τους, αλλά πρέπει να αφορά και τις ίδιες τις επιχειρήσεις. «Η εκπαίδευση μπορεί να βοηθήσει τους εργαζομένους να προσαρμοστούν στον κλάδο, αλλά κυρίως πρέπει ο κλάδος και οι επιχειρήσεις να προσαρμοστούν στις ανάγκες των εργαζομένων», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Τρεις άξονες
Στο πλαίσιο αυτό, προσδιόρισε τρεις βασικούς άξονες για τη δημιουργία ενός πιο ελκυστικού εργασιακού περιβάλλοντος. Ο πρώτος αφορά την εργασιακή ασφάλεια, η οποία δεν περιορίζεται στις αποδοχές, αλλά περιλαμβάνει την ψυχολογική και σωματική ασφάλεια, καθώς και τις αξίες που διέπουν τη λειτουργία μιας επιχείρησης.
Ο δεύτερος σχετίζεται με τις πραγματικές συνθήκες εργασίας, όπως οι αμοιβές, η διαμονή, η διατροφή και οι πρόσθετες παροχές. Ο τρίτος αφορά την επαγγελματική ανάπτυξη και τη δυνατότητα απόκτησης νέων δεξιοτήτων, με προοπτικές εξέλιξης όχι μόνο σε θέσεις υψηλότερης ευθύνης, αλλά και σε διαφορετικά λειτουργικά αντικείμενα.
Το παράδειγμα της Costa Navarino: Στέγαση, παροχές και επένδυση στους ανθρώπους
Η εμπειρία της Costa Navarino στη Μεσσηνία, βέβαια, αποτελεί ένα παράδειγμα του πώς η αντιμετώπιση των ελλείψεων προσωπικού μπορεί να συνδεθεί με ένα ευρύτερο μοντέλο επένδυσης στο ανθρώπινο δυναμικό. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε πριν λίγες μέρες η διοίκηση, σε δημοσιογραφική αποστολή στη Μεσσηνία, ο προορισμός απασχολεί περίπου 2.700 εργαζομένους κατά την περίοδο αιχμής, συμπεριλαμβανομένου προσωπικού συνεργαζόμενων επιχειρήσεων, ενώ η εταιρεία αναφέρει ότι καλύπτει σχεδόν το σύνολο των αναγκών της σε προσωπικό κάθε χρόνο.
Η εικόνα αυτή διαφοροποιείται από τις πιέσεις που αντιμετωπίζει συνολικά η αγορά. Στην περίπτωση, ωστόσο, της Costa Navarino, η πρόκληση δεν εντοπίζεται τόσο στη μαζική κάλυψη των θέσεων όσο στην εξεύρεση στελεχών με εξειδικευμένη τεχνογνωσία.
Καθοριστικό, πάντως, ρόλο διαδραματίζουν, στην όλη διαδικασία προσέλκυσης, οι υποδομές στέγασης, καθώς η εξασφάλιση αξιοπρεπούς διαμονής αποτελεί βασικό παράγοντα για όσους μετακινούνται από άλλες περιοχές προκειμένου να εργαστούν σε έναν τουριστικό προορισμό.
Σύμφωνα, μάλιστα, με τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την εταιρεία, παρέχεται στέγαση σε 1.471 εργαζομένους: 955 διαμένουν σε ειδικά διαμορφωμένα κτίρια προσωπικού και 516 σε κατοικίες που μισθώνονται στην ευρύτερη περιοχή. Το 2023 ολοκληρώθηκε, επίσης, στο Navarino Bay νέα υποδομή φιλοξενίας δυναμικότητας 360 ατόμων.
Οι παρεμβάσεις αυτές, με βάση τα όσα είπε η κα Γκίκα – Πετρουλάκη κατά την επίσκεψη των ΜΜΕ, εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πρόγραμμα επενδύσεων για το ανθρώπινο δυναμικό, συνολικού ύψους άνω των 20 εκατ. ευρώ, το οποίο δεν αφορά αποκλειστικά τη στέγαση. Στις παροχές περιλαμβάνονται η κάλυψη κοινόχρηστων δαπανών, η ιδιωτική ασφάλιση, οι υπηρεσίες ψυχολογικής υποστήριξης και η λειτουργία παιδικού σταθμού κατά τους θερινούς μήνες για τα παιδιά των εργαζομένων.
Σύμφωνα με τη διοίκηση, οι αμοιβές κινούνται πάνω από τον μέσο όρο της αγοράς, ενώ το μέσο μισθολογικό κόστος διαμορφώνεται σε περίπου 2.800 ευρώ ανά εργαζόμενο. Το ποσό αυτό αφορά το κόστος απασχόλησης για την επιχείρηση και όχι τις καθαρές ή τις μικτές αποδοχές που λαμβάνει ο εργαζόμενος.
Η διακράτηση προσωπικού ως δείκτης επιτυχίας
Πέρα από την κάλυψη των κενών θέσεων, ιδιαίτερη σημασία έχουν τα ποσοστά διακράτησης προσωπικού, καθώς αποτυπώνουν σε ποιον βαθμό μια επιχείρηση καταφέρνει να διατηρεί τους ανθρώπους της. Με βάση τα στοιχεία που έχει παρουσιάσει η Costa Navarino, το ποσοστό διακράτησης ανέρχεται σε 75% για τους εποχικούς εργαζόμενους, οι οποίοι απασχολούνται για περίπου δέκα μήνες τον χρόνο, έναντι μέσου όρου 40% στην αγορά, ενώ για το μόνιμο προσωπικό φτάνει το 95%.
Η μέση διάρκεια συνεργασίας διαμορφώνεται σε πέντε χρόνια, ενώ υπάρχουν εργαζόμενοι που απασχολούνται στον προορισμό από το 2010. Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν τη σημασία της συνέχειας στην απασχόληση, ιδιαίτερα σε έναν κλάδο όπου η εποχικότητα δυσκολεύει τη διαμόρφωση σταθερών εργασιακών σχέσεων.
Όπως εξήγησε η Έλενα Γκίνα – Πετρουλάκη, η διατήρηση των εργαζομένων συνδέεται άμεσα με την εταιρική κουλτούρα. Δεν αρκεί η διατύπωση ενός συνόλου εταιρικών αξιών, αλλά απαιτείται αυτές να αποτυπώνονται στην καθημερινή λειτουργία, στις συμπεριφορές, στη συνεργασία και στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιμετωπίζονται μέσα στην επιχείρηση. Παράλληλα, κρίσιμη είναι η διασφάλιση πραγματικών προοπτικών παραμονής και εξέλιξης, ώστε οι εργαζόμενοι να μπορούν να βλέπουν το επαγγελματικό τους μέλλον στον ίδιο οργανισμό.
Εκπαίδευση και νέες δεξιότητες στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης
Η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό δεν εξαντλείται, όμως, στις αποδοχές και στις παροχές. Η συνεχής εκπαίδευση αποτελεί βασικό εργαλείο τόσο για την κάλυψη των αναγκών σε εξειδικευμένα στελέχη όσο και για τη δημιουργία εσωτερικών διαδρομών επαγγελματικής εξέλιξης.
Στην Costa Navarino πραγματοποιούνται, σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας, περισσότερες από 85.000 ώρες εκπαίδευσης ετησίως, ενώ πάνω από το 70% των θέσεων διοίκησης καλύπτεται εσωτερικά. Παράλληλα, η επιχείρηση συνεργάζεται με ελληνικές και διεθνείς τουριστικές σχολές και περισσότεροι από 90 εργαζόμενοι σε διοικητικές θέσεις συμμετέχουν σε εξατομικευμένα προγράμματα επαγγελματικής ανάπτυξης.
Η ανάγκη για συνεχή αναβάθμιση δεξιοτήτων γίνεται ακόμη πιο επιτακτική υπό το πρίσμα της ψηφιακής τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης. Όπως ανέφερε η Chief People Officer της Costa Navarino, οι δεξιότητες που θα καθορίσουν το μέλλον της φιλοξενίας μπορούν να διακριθούν σε τρεις κατηγορίες: τις ανθρώπινες δεξιότητες, όπως η συναισθηματική νοημοσύνη, η ενσυναίσθηση, η επικοινωνία και η συνεργασία· τις ψηφιακές γνώσεις και την εξοικείωση με την τεχνολογία· και, τέλος, τη διάθεση για διαρκή μάθηση.
Στη φιλοξενία, όπου η ανθρώπινη επαφή παραμένει καθοριστική, η τεχνολογία δεν χρειάζεται να λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τον εργαζόμενο. Αντίθετα, όπως ανέφερε, η κα Γκίκα – Πετρουλάκη, μπορεί να αξιοποιηθεί για την επανεξέταση διαδικασιών και τρόπων εργασίας, απελευθερώνοντας χρόνο ώστε το προσωπικό να επικεντρώνεται περισσότερο στους επισκέπτες και στους συνεργάτες του.
Η προσαρμογή στις νέες απαιτήσεις αφορά, επομένως, τόσο την απόκτηση ψηφιακών δεξιοτήτων όσο και την καλλιέργεια μιας κουλτούρας συνεχούς βελτίωσης, στην οποία η εκπαίδευση συνδέεται με την αναγνώριση της απόδοσης και τις ευκαιρίες εξέλιξης.
Από την πρόσληψη στη δημιουργία ενός βιώσιμου εργασιακού περιβάλλοντος
Συνολικά, πάντως, η αντιμετώπιση των ελλείψεων προσωπικού στον τουρισμό δεν μπορεί να στηριχθεί σε μία μόνο λύση. Η εμπειρία της Costa Navarino αναδεικνύει ένα πλέγμα παρεμβάσεων που περιλαμβάνει αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και εργασίας, ανταγωνιστικές αμοιβές, πρόσθετες παροχές, σταθερότερες επαγγελματικές προοπτικές, συνεχή κατάρτιση και ουσιαστική εταιρική κουλτούρα.
Παράλληλα, η ανάπτυξη ενός πιο συμπεριληπτικού εργασιακού περιβάλλοντος μπορεί να διευρύνει τη δεξαμενή υποψήφιων εργαζομένων. Σύμφωνα με στοιχεία που έχει δημοσιοποιήσει η εταιρεία, το 2026 απασχολήθηκαν 12 άτομα με αναπηρία ή στο φάσμα του αυτισμού, ενώ εντάχθηκαν στο ανθρώπινο δυναμικό και πέντε κωφοί εργαζόμενοι.