“ΤΡΩΜΕ ΓΚΟΛΑΚΙΑ ΤΩΡΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΛΑΓΟΚΕΦΑΛΟ”
Περάσαμε μια ημέρα στο καΐκι ενός ψαρά από τα Χανιά, συζητώντας για τα προβλήματα και τις αγωνίες του.
Ο Δήμος Χατζηστόικος είναι ένας επαγγελματίας ψαράς στα Χανιά που παρά τις αντιξοότητες του επαγγέλματος συνεχίζει να ψαρεύει. Πήγα μαζί του για ψάρεμα, με την ελπίδα ότι θα πιάσουμε λαγοκέφαλους, το θέμα που μονοπώλησε το ενδιαφέρον για μία μεγάλη περίοδο αυτού του καλοκαιριού. Δε βγήκαν λαγοκέφαλοι, όμως στο ψάρεμα ποτέ δεν ξέρεις τι θα βγάλουν τα δίχτυα.
Η μέρα του ψαρά ξεκινά πολύ νωρίς το πρωί, τα χαράματα. Όταν έφτασα στο καΐκι περίπου στις 06.30, ο Δήμος ήταν ήδη εκεί. Του είπα αν πιστεύει ότι θα πιάσουμε λαγοκέφαλους. Ο Δήμος με κοίταξε και γέλασε, όχι επειδή θεωρεί ότι το θέμα δεν είναι σημαντικό, αλλά επειδή οι επαγγελματίες έχουν πολλά ακόμα που τους απασχολούν. «Οι λαγοκέφαλοι είναι το κερασάκι στην τούρτα!», μου είπε. «Υπάρχουν τόσα άλλα προβλήματα πολύ σημαντικά που δεν έχουν τη μορφή του λαγοκέφαλου και τα λαγουδίσια μεγάλα δόντια του και γι’ αυτό δεν τραβούν το ενδιαφέρον σας».
Πάντως, δεν υποβαθμίσε το ζήτημα των λαγοκέφαλων:
«Λιώνουν οι παγετώνες ξέρεις —από εκεί ξεκινάνε όλα. Λιώνουν οι παγετώνες, αναγκαστικά αύξηση θερμοκρασίας του πλανήτη, αναγκαστικά αύξηση θερμοκρασίας στο νερό στη θάλασσα. Τα ψάρια λοιπόν από τον Ινδικό Ωκεανό, μέσω του Σουέζ, περνάνε στη Μεσόγειο. Να τα ξενικά ψάρια! Να λοιπόν και ο λαγοκέφαλος, γιατί περί αυτού ο λόγος, και άλλα εφτά-οχτώ είδη ξενικά που έχουνε μπει.
Αλλά το θέμα είναι ότι ο λαγοκέφαλος είναι μεγάλη πληγή. Δεν υπάρχουν εχθροί! Και όταν δεν υπάρχουν εχθροί, τι κάνει ο λαγοκέφαλος; Όταν ένας αντίπαλος στο γήπεδο μέσα δεν έχει αντίπαλο, τι κάνει; Βάζει γκολάκια! Και εμείς τρώμε γκολάκια τώρα από τον λαγοκέφαλο, παιδιά.»
Σταματά για λίγο και στρέφει το βλέμμα προς τη θάλασσα. Βλέποντας την γαλήνια μορφή της, μου είπε:
«Η μπουνάτσα για τον ψαρά είναι ιερή! Όλο και πιο δύσκολα την βρίσκουμε, όλο και πιο συχνά έχουμε να κάνουμε με καταστροφικά φαινόμενα, ειδικά τώρα με την κλιματική αλλαγή. Είναι εδώ πλέον. Εμείς πρώτοι το είχαμε καταλάβει».
Μια ζωή στη θάλασσα
Αν και ψαράς, ο Δήμος φορούσε μία μπλούζα που έγραφε «κυνηγός». Έκανε τις κινήσεις στο καΐκι του σχεδόν τελετουργικά, όπως ένας παπάς μες στο ναό του, που επαναλαμβάνει τις ίδιες κινήσεις προετοιμασίας κάθε φορά πριν ξεκινήσει την λειτουργία.
Ξεκίνησε το ψάρεμα από παιδί. Όταν ενηλικιώθηκε, θα μπορούσε να ακολουθήσει μία καριέρα στον στρατό με σταθερό καλό μισθό και συνταξιοδότηση σε μικρή ηλικία, όμως τον κέρδισε η αγάπη του για τη θάλασσα.
Και τώρα, αρκετά χρόνια μετά, σκέφτεται μερικές φορές όταν απογοητεύεται ότι ίσως θα ήταν καλύτερα να μην είχε ακολουθήσει το επάγγελμα του ψαρά. Όχι εξαιτίας των λαγοκέφαλων, όχι. Υπάρχουν πολλά ακόμα προβλήματα για τα οποία οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να δώσουν λύσεις, όμως δε δίνουν. Έτσι μου είπε.
Η σκληρή καθημερινότητα και ο εξοπλισμός
Όλα πάνω στον Δήμο είναι υπερβολικά, σκληραγωγημένα θα έλεγε κανείς, σα βαρύ σκαρί, φτιαγμένο για να αντέχει τις δύσκολες συνθήκες.
Η παλάμη του μοιάζει σχεδόν τριπλάσια στο πάχος από τη δικιά μου, προφανώς λόγω των τόσων χρόνων μες στη θάλασσα. Είναι 3.500 μέτρα τα δίχτυα του που κατεβαίνουν στη θάλασσα και ανεβαίνουν στο καΐκι από τα χέρια του. Έτσι βγάζει το μεροκάματο… το κάνει εδώ και δεκαετίες.
Ο Δήμος φορά την ειδική στολή του ψαρά και παπούτσια που διασφαλίζουν ότι κατά τη διάρκεια της δουλειάς του δε θα γίνεται μούσκεμα. Τα παπούτσια μοιάζουν σχεδόν ψεύτικα τόσο μεγάλα που είναι, ενώ και η στολή έχει τεράστιο χώρο για τα χέρια και τα πόδια.
Μου εξήγησε ότι ο λόγος είναι πρακτικός: Αν ο ψαράς πέσει στη θάλασσα, θα πρέπει να μπορεί εύκολα να βγάλει τα παπούτσια, και τα ρούχα του δε θα πρέπει να εμποδίζουν την εύκολη άνοδό του από τη θάλασσα.
Η οικονομική παράνοια
Μου είπε ότι οι επαγγελματίες ψαράδες γνωρίζουν το πρόβλημα των λαγοκέφαλων, όμως ουδείς επαγγελματίας ψαράς πάει με σκοπό να πιάσει κάποιους. Γιατί να το κάνει άλλωστε αφού προκαλούν μόνο ζημιά;
Το ποσό που λέει ότι δίνει η κυβέρνηση των 5,40 ευρώ είναι αστείο, πιστεύει ο Δήμος:
«Μα μόνο από τις ζημιές που θα κάνουν οι λαγοκέφαλοι στα δίχτυα μου, το όποιο όφελος εξαφανίζεται».
Για τον Δήμο, οι κυβερνώντες είναι εκτός τόπου και χρόνου ή απλά κοροϊδεύουν τον κόσμο.
«Τα προβλήματα βασικά, παιδιά, έτσι όπως έχει γίνει η θάλασσα, χοντρά-χοντρά να τα πω, το μεγάλο πρόβλημα είναι το πετρέλαιο. Κολλάμε εκεί πολύ τώρα. Ένα παραπάνω με τον πόλεμο, έτσι; Τα καύσιμα έχουν κάνει ράλι προς τα πάνω συνέχεια και τα πράγματα είναι πάρα πολύ δύσκολα για έναν ψαρά. Το ένα είναι αυτό: τα καύσιμα.»
Όμως θεωρεί πρόβλημα και το γεγονός ότι οι Τούρκοι ψαράδες ψαρεύουν στο Αιγαίο δίχως να σέβονται τα όρια.
«Μεγάλη ζημιά! Εκεί παίζονται πολλά παιχνίδια. Και οι Ιταλοί έρχονται, αλλά ψαρεύουν στα διεθνή, όχι στην ελληνική επικράτεια. Πρέπει να το ξεχωρίσουμε αυτό: όταν είσαι στα διεθνή, όλα καλά. Αν μπεις στα ελληνικά χωρικά ύδατα… αυτό που λέμε να κάνουμε τα 12 μίλια, σαν τρελά όνειρα, έτσι θα είχαμε τελειώσει το θέμα. Λοιπόν, αφού δεν γίνεται αυτό, υπάρχει πολύ σοβαρό πρόβλημα.»
Ο λαγοκέφαλος έρχεται να προστεθεί σε μία ακόμη σειρά ζώα της θάλασσας που δημιουργούν προβλήματα στους επαγγελματίες ψαράδες.
«Το πρόβλημα είναι λοιπόν και ο λαγοκέφαλος, γιατί δεν φτάνουν τα δελφίνια, οι φώκιες, οι χελώνες… Εντάξει, τα βλέπουμε δίπλα μας, συμφωνώ απόλυτα, όλα καλά, όλα ωραία. Το θέμα είναι τι γίνεται με μας, που η δουλειά πάει κατά διαόλου!»
Ο αριθμός των ψαριών συρρικνώνεται, τα κόστη αυξάνονται
Ο Δήμος λέει ότι το κόστος της εργασίας έχει εκτοξευθεί λόγω τιμών πετρελαίου όμως τα χρήματα που λαμβάνει ο Έλληνας ψαράς για τα ψάρια που πουλά είναι τα ίδια. Όλα αυτά τη στιγμή όπου ο αριθμός των ψαριών συρρικνώνεται:
«Μα έχουν μειωθεί και οι ψαρότοποι. Λιγοστεύουν, υπάρχει τώρα κι ο ανταγωνισμός, γιατί κι οι ψαράδες προσπαθούν να προστατέψουν τον ψαρότοπό τους αφού είναι όλο και πιο σπάνιοι, και ζουν από αυτό. Γιατί δεν είναι βρύση η θάλασσα να ανοίγουμε τη βρύση, να τρέχει ψάρια. Δεν είναι έτσι! Όταν ασκείς πίεση, κάποια στιγμή σταματά η ροή».
Και τι κάνει λοιπόν τότε ένας επαγγελματίας ψαράς για να βγάλει τα προς το ζην;
«Εκεί που έβαζα 10 μέτρα δίχτυα, θα βάλω 20. Εκεί που βάζω 20, θα βάλω 30, για να παλέψω να βγάλω τα έξοδα του σκάφους μου, τα πετρέλαιά μου… Όλα αυτά μέσα! Γιατί δεν είναι μόνο το πετρέλαιο. Τα δίχτυα δεν αγοράζονται, βρε παιδιά; Δεν πληρώνουμε για αυτά χρήματα;»
Τα δίχτυα είναι ένα κόστος που πολλοί άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται πόσο σημαντικό είναι για τους ψαράδες. Όταν τον ρώτησα πόσο συχνά τα αλλάζει μου είπε:
«Κάθε δύο χρόνια! Αν πάει δηλαδή νορμάλ η δουλειά και δεν μας βρουν τα θηλαστικά… Και τώρα πλέον ο λαγοκέφαλος θα σε βρει de facto! Αν δεν σε βρουν τα θηλαστικά -δελφίνια, φώκιες, χελώνες- πάνω στα δίχτυα, μπορείς να τη βγάλεις και δεύτερη χρονιά. Αν όμως σε βρουν αυτά, τελειώσαμε! Πάει η χρονιά! Τα δίχτυα είναι για έξω! Παίρνεις τα φελλά, τα μολύβια και φτιάχνεις καινούργια. Τι να κάτσεις να μπαλώνεις;»
«Αυτά που έχω στο σκάφος μέσα τώρα, που είναι 25 κομμάτια, τα ψηλά, για να πιάνω κανένα μπαρμούνι, καμιά κουτσομούρα, αυτά τα 25 δίχτυα κάνουν 3,5 χιλιάρικα. Με υλικά δικά μου, από άλλα δίχτυα που έκοψα και τα ‘φτιαξα! 3,5 χιλιάρικα για 2,5 χιλιόμετρα δίχτυα, που μπορεί να χρειαστεί να τα αλλάξεις σε 1-2 χρόνια, αν όλα πάνε καλά και τα βγάλεις στην προβλήτα χωρίς ζημιά.
Γιατί το δελφίνι δεν θέλει να φάει πέντε ψαράκια και φορτώσαμε. Μπορεί να θέλει 15 κιλά ψάρια. Πέντε δελφίνια τελειώσαν τα δίχτυα μας, μας κάνουν 200 τρύπες επάνω! Γιατί το δελφίνι, όταν πιάσει το ψάρι, κάνει πίσω… κατάλαβες; Τα άλλα ψάρια δαγκάνουν και φεύγουν μπροστά, σκίζουν το δίκτυ. Αυτό πιάνει το ψάρι και τραβάει να το κόψει να το πάρει. Είναι όμορφο και έξυπνο το δελφίνι, μα εμάς μας κάνει μεγάλη ζημιά. Κι εκεί που είναι να κάνει μια τρύπα 30-40 πόντους, τραβάει και μπορεί να κάνει 2-3 μέτρα τρύπα μέχρι να σκίσει το δίχτυ. Μετά δεν μπαλώνονται! Συν τα μεροκάματα που θα χάσεις, συν το καθισιό… Μιλάμε για χοντρή ζημιά!»
Για τους ερασιτέχνες το κράτος κάνει τα στραβά μάτια, ενώ κυνηγά τους επαγγελματίες
Καθώς το καΐκι προχωρά, ο Δήμος μου μίλησε και για τους ερασιτέχνες ψαράδες. Έδειξε μεν κατανόηση και αναγνώρισε ότι υπάρχουν άνθρωποι που έχουν πραγματική ανάγκη, όμως υπογράμμισε πως υπάρχουν και πολύ κακές συμπεριφορές που πλήττουν καίρια τον επαγγελματία:
«Έχουμε αντικρουόμενα συμφέροντα. Και για όλα αυτά, παιδιά, φταίει η κακομοιριά… Ναι, αυτή η κακομοιριά δημιουργεί γκρίνια… Δηλαδή κάποιοι έχουν και το δίκιο τους, γιατί όταν σε πετάνε απ’ τη δουλειά σου και δεν έχεις να βρεις δουλειά και έχεις δυο κοπελάκια ή τρία κοπελάκια, ψάχνεις διέξοδο στο πρόβλημά σου. Όλοι αυτό δεν κάνουμε; Όταν έχεις πρόβλημα, ψάχνεις διέξοδο. Αυτό κάνουν λοιπόν κι αυτοί.
Ε, εκεί μπορεί ο επαγγελματίας και να σκύψει το κεφάλι. Το ‘χω κάνει εγώ στο πέλαγος με ένα-δυο άτομα. Σκύβω το κεφάλι, αν και αυτά τα ψάρια θα μου λείψουν εμένα αργότερα απ’ την τσέπη. Τώρα όμως είναι και οι άλλοι που το κάνουνε αυτό καθεαυτό. Αλλά να το πάω στο πολιτικό: είναι παραπάνω από 1 εκατομμύριο κόσμος! Καταλαβαίνεις τι είπαμε τώρα; 1 εκατομμύριο κόσμος είναι ερασιτέχνες δηλωμένοι. Ο νόμος είναι σαφής, λέει μέχρι 4 κιλά ψάρια ή ένα μεγάλο ανεξαρτήτως βάρους. Ναι, ένα μεγάλο.»
Για τον Δήμο το πρόβλημα δεν είναι ότι οι ερασιτέχνες βγάζουν ψάρια πέρα από το όριο που θέτει ο νόμος, αλλά ότι κάποιοι από αυτούς τα εμπορεύονται κιόλας στη μαύρη αγορά. Αυτό πλήττει άμεσα την ίδια τη δουλειά τους:
«Είναι διπλή ζημιά, Γιάννη, είναι διπλή ζημιά! Δηλαδή δεν φτάνει που θα βγάλει 10, 15, 20 κιλά ψάρια με τα καινούργια συστήματα… Πολλοί καταγράφουν την παρανομία τους και την προβάλλουν με περηφάνια… Μα κράτος δεν υπάρχει;
Λοιπόν, δεν υπάρχει κράτος! Γιατί όταν φωτογραφίζεις, βγάζεις βίντεο που βγάζεις τα ψάρια, έχεις την απόδειξη της παρανομίας.
Από εκεί και μετά, κάνει τη ζημιά σε μένα που θα πάω αύριο-μεθαύριο να βάλω ένα παραγάδι, και εκεί που έπιανα τρία-τέσσερα ψάρια να βγάλω κι εγώ τα προς το ζην μου για να περάσω το χειμώνα που είναι φουρτούνες… Τώρα δεν έχει κανένα!
Μετά είναι και η δεύτερη ζημιά, γιατί πάει με τα ψάρια που βγάζει στον Χ, στον Ψ, στον Ω έμπορα και θα πει: “Ξέρεις κάτι, έχω αυτά”. Ο άλλος ο έμπορας το ξέρει ότι δεν έχει τιμολόγια. Το εκμεταλλεύεται ο Χ έμπορος ή ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας… Θα του πει: “Ξέρεις κάτι, ρε μάγκα; Στα παίρνω τόσο τα ψάρια σου κι άμα θέλεις. Άμα δεν θέλεις, πήγαινε παρακάτω”.
Εκεί που, λέμε, τα ψάρια κάνουν 5 ευρώ, αυτός θα τα πάρει, θα τα αφήσει με 2,5, που δεν τον νοιάζει όμως τον ερασιτέχνη γιατί είναι κέρδος από το χόμπι του! Πάω ύστερα εγώ που κάνω τη δουλειά μου και ζω από αυτό να πουλήσω τα ψάρια μου, και θα μου πει ο έμπορας:
“Ρε μάγκα, έχω ψάρια, και τα ‘χω και φτηνά!”. Άρα τι κάναμε; Δεν πουλάω τα ψάρια μου, είτε τα αφήνω πολύ χαμηλά… Και να βγάλω τι; Και όλα αυτά επειδή το κράτος δεν κάνει τους ελέγχους! Και στο τέλος ωθεί τον επαγγελματία να σκοτώνεται με τον ερασιτέχνη.»
Αυτό που εξοργίζει τον Δήμο είναι ότι το κράτος λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά: κάνει τα στραβά μάτια στον ερασιτέχνη, αλλά εξαντλεί την αυστηρότητά του στον επαγγελματία.
«Το κράτος είναι εδώ όμως για μας! Είναι εδώ, γιατί είναι το εύκολο κρέας ο επαγγελματίας. Αργά σκάφη, δεν μπορεί να ξεφύγει. Με ένα γρήγορο φουσκωτό δεν τον πιάνει κανείς!
Λοιπόν, καταλαβαίνω κι εγώ, κι αυτοί πρέπει κάπως να δικαιολογήσουν τους μισθούς τους, για εγώ τα λέω έξω απ’ τα δόντια.
Πώς θα τα δικαιολογήσεις τα χρήματα που παίρνεις; Πάνε λοιπόν στον επαγγελματία που δεν φεύγει, που δεν είναι γρήγορος, που έτσι, που αλλιώς, που θα πάει στο λιμάνι γιατί πού αλλού να πάει, που καταγράφεται κιόλας με τα δορυφορικά συστήματα και όλα αυτά. Τι θα σου πούνε; “Φίλε, δείξε μας το ένα, φίλε, δείξε μας το άλλο”. Το έχει κάνει κι ο διάβολος κι έχεις ξεχάσει κάτι; Γιατί δεν γίνεται τίποτα στην τύχη. Μπορεί να έχει ξεχάσει και κάτι ο επαγγελματίας επειδή δε βγαίνει αλλιώς. Στο τέλος όμως την πληρώνει ο επαγγελματίας που προσπαθεί να ζήσει από αυτό.»
«Αν είχα γιο, καλύτερα να γινόταν κομπιναδόρος»
Η κατάσταση στον χώρο της επαγγελματικής αλιείας είναι απελπιστική και δεν διαφαίνεται καμία προοπτική. Στο ερώτημα που του έθεσα, αν θα έλεγε στον γιο του να ακολουθήσει το επάγγελμά του, ο Δήμος ήταν κατηγορηματικός:
«Όχι, ξέχασέ το! Δεν υπάρχει περίπτωση! Καλύτερα να γίνει κομπιναδόρος, καλύτερα έτσι! Ναι, ναι, ναι, καλύτερα είναι αυτό!»
Για να αλλάξει αυτή η κατάσταση, ο Δήμος θεωρεί ότι πρώτα πρέπει ο επαγγελματίας ψαράς να έχει την ευκαιρία να εκσυγχρονίζει τον εξοπλισμό του σκάφους του. Μετά όμως πρέπει να βγαίνουν κι αρκετά χρήματα για να μπορεί να καλύπτει τις υποχρεώσεις του: πετρέλαια, τέλη κυκλοφορίας… «που μας έχουνε βάλει, γιατί έχει λακούβες πολλές στη θάλασσα!», αλλά και να βγάζει ένα αξιοπρεπές εισόδημα για να ζήσει.
Προς το παρόν, αυτό μοιάζει ανέφικτο, καθώς πέρα από την απουσία του κράτους, έχουν μειωθεί δραματικά και τα αλιεύματα:
«Κατά προσωπική μου άποψη, πάνω από 70% τα ψάρια έχουν μειωθεί. Το βλέπεις δηλαδή. Εγώ το βλέπω! Αν είχα λοιπόν γιο, υπήρχε περίπτωση εγώ να τον αφήσω να γίνει ψαράς; Δηλαδή, όσο και να αγαπούσε τη θάλασσα, θα του ‘λεγα: “Ξέρεις κάτι γιε μου; Πάρ’ το σκάφος και κάνε τη βόλτα σου, κάνε την πλάκα σου, αλλά για δουλειά; Όχι, ξέχασέ το! Πήγαινε βρες δουλειά”. Δηλαδή αν μου ‘λεγε ότι θα επέμενε, εγώ θα το πουλούσα το σκάφος.»
Η σύγκριση με την Ιταλία και η εγκατάλειψη
Το κράτος όμως, ενώ είναι εκεί όταν επιβάλλει πρόστιμα, είναι απών όταν πρέπει να στηρίξει, τη στιγμή που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες στηρίζει ποικιλοτρόπως την επαγγελματική αλιεία:
«Δυο χρόνια είμαι απλήρωτος! Μια μικρή ενίσχυση, ψίχουλα μας δώσανε… μια μικρή ενίσχυση του πετρελαίου και αυτή δεν πληρώνεται!
Τώρα να σου πάω στους διπλανούς μας, τους φίλους τους Ιταλούς —εισαγωγικά το “φίλους”. Λοιπόν, στην Ιταλία, φιλαράκι μου, θες πετρέλαιο; Μάνι-μάνι, κάτι που ξέρω θα πω, εκεί δεν έχει ολόκληρη διαδικασία. Έχει τη μάνικα, βάζεις όσο θες, το πληρώνεις επί τόπου, αλλά με βγαλμένο τον ειδικό φόρο και το ΦΠΑ! Πόσο κάνει το πετρέλαιο; Τόσο. Πάρ’ το, έφυγες, τελειώσαμε, αφού είσαι επαγγελματίας ψαράς! Έχω τα χαρτιά μου, παίρνεις το πετρέλαιο, πληρώνεις, φεύγεις, παίρνεις όσο θέλεις. Εδώ δεν έχει τέτοια πράγματα!»
Ο Δήμος θεωρεί ότι, όταν το κράτος στηρίζει τον Ιταλό ψαρά, ενώ το ελληνικό εγκαταλείπει τον Έλληνα, δημιουργούνται συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού. Κι έπειτα, έρχονται τα μεγάλα ιταλικά σκάφη και οι τράτες στα διεθνή ύδατα και θερίζουν τον βυθό:
«Κι όταν το ψάρι το κουρεύεις από βαθιά, τι θα ‘ρθει στο γιαλό; Τι θα ‘ρθει στο γιαλό, Γιάννη;
Δηλαδή σου ‘πα μάνι-μάνι ένα πρόβλημα έτσι, με τις ενισχύσεις. Ποιες ενισχύσεις; Ποιες ενισχύσεις να πάρουμε πάλι; Από πέρυσι είναι να πάρουμε μια ενίσχυση 1.780€ για τα θηλαστικά που μας κάνουνε ζημιά στα δίχτυα —που σου ‘πα πως εγώ για 25 δίχτυα πληρώνω 3,5 χιλιάρικα. 1.780€ λοιπόν για το κάθε σκαφάκι να πάρει το χρόνο για τα δίχτυα του. Ψίχουλα! Δεν μας τα ‘χουνε δώσει αυτά… Δεν ακούγεται φωνή πουθενά!… Δεν υπάρχει πουθενά μέριμνα για τον αλιέα, δεν υπάρχει πουθενά!»
Η φτωχοποιημένη κοινωνία και η ανάγκη για ένα «κράτος με κάκκαλα»
Τελειώνοντας, ζήτησα από τον Δήμο να στείλει ένα μήνυμα στον κόσμο που θα διαβάσει το κείμενο.
«Ο κόσμος καταλαβαίνει τα προβλήματα, αλλά και ο κόσμος έχει προβλήματα, δεν έχω μόνο εγώ προβλήματα. Καθένας, σύμφωνα με την παροιμία, το τσικάλι του, καθένας τα δικά του. Κοιτάει την καμπούρα του και όχι του αλλουνού», λέει ο Δήμος.
«Και εδώ έρχεται κόσμος καμιά φορά να πάρει… Δηλαδή όταν του περισσεύει! Είδες τι σου ‘πα; Όταν του περισσεύει. Πώς περισσεύει; Ποιος θα βγει τώρα με τα λεφτά απ’ αυτά που παίρνει; Πώς θα πω εγώ… Εγώ ντρέπομαι! Ντρέπομαι να ‘ρθεις εσύ τώρα να μου πεις, που παίρνεις 700-800€: “Φίλε, δώσε μου ένα κιλό ψάρια”, και να σου πω: “Ρε φίλε, κάνουνε τόσο”. Αφού, δηλαδή… Κατάλαβες; Σου λέω, δεν έχει ο κόσμος! Πώς να με στηρίξει εμένα; Κατάλαβες; Και να θέλει ο κόσμος να με στηρίξει, δεν μπορεί! Πώς θα μπορέσει;
Ξέρει, καταλαβαίνει ο κόσμος. Αυτό που πρέπει να γίνει… Δεν θέλουμε την κοινωνία δίπλα μας — η κοινωνία είναι δίπλα μας! Αυτόν που θέλει ο κακομοίρης ο ψαράς τώρα, ο κακομοίρης ο ψαράς, είναι το κράτος. Να είναι εδώ! Ένα οργανωμένο κράτος. Έτσι! Κράτος με κάκκαλα, να το πω… και να ‘ναι δίπλα στον κακομοίρη τον πολίτη όταν τον χρειάζεται! Δίπλα.»
Οι τελευταίοι επιζώντες μίας πιο αυθεντικής εποχής
«Η μπουνάτσα είναι ιερή για τον ψαρά», όμως γίνεται όλο και πιο σπάνια όπως και τα ψάρια, μου είχε πει ο Δήμος όταν ξεκινήσαμε για να μαζέψει τα δίχτυα του.
Ο Δήμος και οι άλλοι επαγγελματίες ψαράδες του Παλιού Λιμανιού των Χανίων μοιάζουν σα τους τελευταίους επιζώντες μίας προηγούμενης, πιο λαϊκής κι αυθεντικής εποχής.
Στην ίδια περιοχή τώρα κυκλοφορεί πολύ χρήμα λόγω τουρισμού. Τα τουριστικά καταστήματα ανοίγουν το ένα μετά το άλλο και οι μόνιμοι κάτοικοι εξωθούνται, λόγω της εκτόξευσης των τιμών, έξω από το ιστορικό κέντρο της πόλης. Ο τόπος μοιάζει να χωρά όλο και λιγότερους μόνιμους κατοίκους.
Όμως, ο Δήμος και κάποιοι ακόμα επαγγελματίες ψαράδες παραμένουν εκεί. Είναι ο τελευταίος συνδετικός κρίκος με αυτό που ήταν παλιότερα το Λιμάνι των Χανίων.
Όταν φτάσαμε πίσω, μπορεί να μην είχαμε στα δίχτυα μας λαγοκέφαλους, μα ίσως αυτό να ήταν για καλό.
Άλλωστε, έτσι, τα πολύτιμα δίχτυα του Δήμου δεν έπαθαν ζημιά, κι επίσης, μου μίλησε για τα προβλήματα των ψαράδων που δεν ακούγονται συνήθως, γιατί δεν έχουν κοφτερά δόντια λαγού και όψη που να τραβά το ενδιαφέρον.
Άραγε, για να ακούγονται τα προβλήματα, πρέπει να έχουν πάντα όψη λαγοκέφαλου;