ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ: “Η ΤΕΧΝΗ ΘΕΛΕΙ ΧΡΟΝΟ, ΟΧΙ ΕΝΑΝ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ ΕΞΑΝΤΛΗΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΑΡΚΗ ΕΠΙΒΙΩΣΗ”
Την πρώτη μέρα μετά την επιστροφή της από μια περιοδεία-όνειρο, η Μαρία Παπαγεωργίου μιλά στο Magazine για όσα την έφεραν μέχρι εδώ: τις αμφιβολίες, την επιμονή, τη μουσική που λειτουργεί ως καταφύγιο και την ανάγκη να παραμένουμε άνθρωποι σε έναν κόσμο που κινείται όλο και πιο γρήγορα.
Συναντώ τη Μαρία Παπαγεωργίου τηλεφωνικά, κάτι που μας στερεί την αγκαλιά αλλά όχι την αμεσότητα, την πρώτη μέρα της επιστροφής της από μια απαιτητική μεν καλοκαιρινή περιοδεία, που παράλληλα ήταν ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα. Έχει ακόμα κάτι αέρινο η ενέργειά της – το πολύβουο Παγκράτι δεν την έχει φέρει ακόμα πίσω στην καθημερινότητα.
Αρχίζουμε να μιλάμε και η σπιρτάδα της με συνεπαίρνει: για την επιμονή να πετύχει τα όνειρά της, για την αναλογική ζωή, την έκπτωση των αξιών, αλλά και για την ανάγκη να ξαναβρούμε τον χρόνο, τη συλλογικότητα και εκείνη τη σπάνια στιγμή όπου η τέχνη δεν καταναλώνεται απλώς, αλλά λειτουργεί ως καταφύγιο και συνάντηση.
Η Μαρία Παπαγεωργίου μιλά σαν άνθρωπος που δεν αναζητά απλώς την επιτυχία, αλλά τον τρόπο να παραμείνει πιστός σε αυτό που την έφερε μέχρι εδώ.
Η φετινή καλοκαιρινή περιοδεία ήταν κάτι που ονειρευόσουν πολλά χρόνια;
Ουσιαστικά από το 2013, που έχω τη δική μου μπάντα, ξεκίνησα τη δισκογραφία και όλα τα υπόλοιπα, τα καλοκαίρια ήταν πάντα πολύ δύσκολα. Με την έννοια ότι γίνονται πολύ πιο συγκεκριμένα πράγματα, τα οποία απαιτούν να φύγεις ή να ταξιδέψεις εκτός Αθήνας.
Φέτος όμως ήταν ένα καλοκαίρι όπου, όλα αυτά που χτίζουμε με την ομάδα μου τόσα χρόνια, άρχισαν να βρίσκουν το ακροατήριό τους. Οι προσκλήσεις είναι περισσότερες και η κατανόηση της μουσικής μας είναι πιο σαφής και πιο αγαπητή.
Οπότε κάνω επιτέλους στη ζωή μου αυτό που αγαπώ, χωρίς καμία έκπτωση, που ποτέ δεν έκανα να σου πω την αλήθεια. Υπάρχει πια το ακροατήριο που μου δίνει το πάτημα το κίνητρο και το έδαφος για να μπορώ να συνεχίσω πιο δημιουργικά κάθε χειμώνα που έρχεται.
Έχεις την αίσθηση ότι ζεις πλέον το όνειρο που είχες όταν ξεκινούσες;
Αυτό ακριβώς σου περιγράφω. Και το περιγράφω και για να δώσω ίσως δύναμη και σε άλλα παιδιά που θέλουν να κάνουν κάτι αντίστοιχο. Γιατί εγώ ξεκίνησα εδώ, στην Αθήνα, εντελώς μόνη μου.
Είμαστε σε μια χώρα που απήχηση έχει κυρίως το λαϊκό και το pop. Οπότε όταν κινείσαι σε έναν άλλο χώρο, όπως εμείς που κάνουμε έντεχνο ή indie, χρειάζεται είτε να κάνεις δεύτερες δουλειές είτε να έχεις πάρα πολύ υπομονή.
Αυτές τις μέρες συζητούσαμε με την κολλητή μου, ότι κάποια στιγμή μπορούμε να ελπίζουμε πως κάποια πράγματα, με πολλή εργασία, πολύ κόπο και σταθερότητα, τόσο ως προσωπική ιδιοσυγκρασία όσο και ως καλλιτεχνική πορεία, μπορούν να αποδώσουν καρπούς. Αρκεί να δουλεύουμε, να αγαπάμε αυτό που κάνουμε και να έχουμε πειθαρχία σε αυτό.
Μετά από αυτό το γεμάτο καλοκαίρι, πού βρίσκεσαι δημιουργικά; Τι ανοίγει η νέα σεζόν;
Αυτή τη στιγμή ετοιμάζουμε νέα πράγματα. Θα κυκλοφορήσει ένα τραγούδι με τον Μιχάλη Δέλτα, που είναι ένας πειραματισμός γιατί μπαίνω σε έναν πιο διαφορετικό χώρο. Θέλω να κάνω κάποιους πειραματισμούς αυτή την περίοδο, να δοκιμάσω νέα πράγματα.
Θα επιστρέψεις και στις ζωντανές εμφανίσεις;
Επιστρέφω για μια δεύτερη συναυλία στο Θέατρο «Δόρα Στράτου» τη Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου, στο πλαίσιο του προγράμματος του Φ hill Sessions. Από τον Νοέμβριο, θα παίξω στον Σταυρό του Νότου, στην κεντρική σκηνή, μετά από τρία χρόνια.
Έχεις χτίσει αυτή την πορεία “τούβλο-τούβλο”. Πώς διαχειρίστηκες τις στιγμές που δεν υπήρχε άμεση ανταμοιβή;
Πήρα απόφαση από νωρίς ότι δεν μπορώ να κάνω πράγματα που δεν με εκφράζουν. Δεν μπήκα στη διαδικασία να κάνω συνεργασίες ή να βγω στην τηλεόραση σε εκπομπές που δεν ήθελα. Δεν το έκανα όμως με σνομπ διάθεση. Απλώς δεν μπορούσα. Ήξερα ότι αυτό που χρειάζομαι και αυτό μέσα στο οποίο αναπνέω είναι η μουσική.
Υπήρχαν στιγμές που ξυπνούσα και σκεφτόμουν «θα μπορούσα να κάνω μια άλλη δουλειά». Όμως την επόμενη μέρα ξανά σήκωνα τα μανίκια και εργαζόμουν για τη δημιουργία των δίσκων, των βιβλίων, των σεμιναρίων, της διδασκαλίας.
Δεν είχα μια εμμονική διάθεση να γεμίσω στάδια ή να γίνω μεγάλη τραγουδίστρια. Αυτό σε οδηγεί, γιατί σε συνδέει με την τέχνη σου και με την αποστολή που έχεις έρθει να εκπληρώσεις σε αυτή τη γη.
Έχεις πει ότι για να παραχθεί υψηλή τέχνη ο καλλιτέχνης χρειάζεται χρόνο. Τι σε ανησυχεί περισσότερο για την τέχνη σήμερα;
Με ανησυχεί γενικότερα η τέχνη στην εποχή μας. Για να παραχθεί υψηλή τέχνη, ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να βρίσκεται διαρκώς στη διαδικασία της καθημερινής επιβίωσης.
Χρειάζεται την πολυτέλεια του χρόνου, όχι με την έννοια της τεμπελιάς, αλλά την καθαρότητα του χρόνου, ώστε μια μεγάλη ιδέα που έχει στο μυαλό του να μπορέσει να την πραγματοποιήσει.
Οι καλλιτέχνες πρέπει να είναι οι δυνατοί της κοινωνίας, αυτοί που θα τη μετακινήσουν, και όχι το χρήμα και η φθήνια της εποχής που ζούμε να διαμορφώνουν τα πάντα.
Η εποχή μας χρειάζεται ένα τέμπο λίγο πιο ήρεμο από αυτό που έχει αυτή τη στιγμή.
Αυτό που λες με συνδέει με τον “αναλογικό άνθρωπο”. Πόσο δύσκολο είναι σήμερα να επιλέξουμε το πιο αργό, το πιο αναλογικό;
Δεν μπορούμε να γυρίσουμε στο 1990. Θα σου πω ένα παράδειγμα: παλιά ένα τραγούδι μπορούσε να κρατάει τέσσερα ή πέντε λεπτά. Δεν είναι κακό ότι έχουν αλλάξει τα πράγματα.
Πρέπει να βρεις μια χρυσή τομή. Να αφουγκραστείς τον άνθρωπο που τρέχει, χωρίς όμως να του πεις «κάτσε δέκα ώρες». Πρέπει να του δώσεις το σωστό τέμπο. Η εποχή μας χρειάζεται ένα τέμπο λίγο πιο ήρεμο από αυτό που έχει αυτή τη στιγμή.
Νομίζω ότι ο κόσμος ζητά πλέον στιγμές «slowdown», στιγμές μέσα στην καθημερινότητα όπου μπορεί να απολαύσει κάτι. Θα το καταλάβουμε δυστυχώς με τον δύσκολο τρόπο. Αυτό που συμβαίνει στην κοινωνία μας με τις τόσες ψυχικές ασθένειες έχει να κάνει και με το ότι δεν ολοκληρώνουμε πράγματα.
Έχεις μιλήσει ανοιχτά για την αγχώδη διαταραχή και τις κρίσεις πανικού, μεταξύ άλλων και μέσα από το βιβλίο σου «Μια χαραμάδα πανικού». Δέκα χρόνια μετά, πώς συναντάς σήμερα εκείνη την εκδοχή του εαυτού σου;
Υπάρχουν πράγματα που τότε δεν γνώριζα. Παρ’ όλα αυτά δεν έχει σημασία αυτό. Σημασία έχει πώς βλέπω σήμερα τον άνθρωπο που ήμουν τότε μέσα σε αυτό το πρόβλημα.
Η ειλικρινής γραφή εκείνης της εποχής είναι αυτή που πρέπει να διατηρηθεί. Στην τελευταία επανέκδοση, δεν θα έκανα κάποια διόρθωση, γιατί αποτυπώνει μια αλήθεια της στιγμής.
Νιώθω καλά. Νιώθω αρκετά μακριά από αυτό, αλλά και κοντά ταυτόχρονα.
Όσο μεγαλώνω, αλλάζει και η φιλοσοφία ζωής και δεν φοβάμαι να δείξω την αδυναμία μου χωρίς να της βάζω ταμπέλα, γιατί είναι κάτι πολύ ανθρώπινο.
Το ότι μίλησες δημόσια για κάτι τόσο προσωπικό, σε βοήθησε τελικά να το αγκαλιάσεις περισσότερο;
Όταν το εξέδωσα το βιβλίο ήδη ήμουν πολύ καλύτερα, οπότε δεν ήρθε ίαση μέσω της έκθεσης. Συνειδητοποίησα ότι ήμουν λιγότερο μόνη, που αυτό σίγουρα με βοήθησε. Ένιωσα ότι είμαι κι εγώ κάπως χρήσιμη. Ότι προσφέρω κάτι μέσα από αυτό, λέγοντας και επικοινωνώντας τι είναι όλο αυτό.
Όσο μεγαλώνω, αλλάζει και η φιλοσοφία ζωής και δεν φοβάμαι να δείξω την αδυναμία μου χωρίς να της βάζω ταμπέλα, γιατί είναι κάτι πολύ ανθρώπινο. Νομίζω ότι και στα τραγούδια και στις συναυλίες και σε ό,τι κάνω, οι άνθρωποι θέλουν να βλέπουν την αλήθεια. Δεν κάνεις σημαία τον πόνο σου. Δεν λες «λυπηθείτε με». Αλλά το να βλέπουν την αλήθεια σου δημιουργεί μια σχέση.
Έχεις αισθανθεί ποτέ ότι οι ταμπέλες που μπορεί να βάλει το κοινό σε περιορίζουν;
Σε εμένα δεν μπήκε ποτέ κάτι τέτοιο που να με απασχόλησε. Δεν μπήκα ποτέ στη διαδικασία να εναρμονιστώ με μια συγκεκριμένη εικόνα ή με το τι περιμένουν από εμένα.
Οι άνθρωποι που με ακούνε βρήκαν έναν “κοινό τόπο” με εμένα, χωρίς να τους το επιβάλλει κάποιος. Δεν ήρθαν επειδή υπήρξε κάποιο μεγάλο ραδιόφωνο που έπαιξε το τραγούδι μου ή μια τηλεοπτική προβολή ή ένα μεγάλο hit. Υπάρχει μια συνειδητοποιημένη σχέση μεταξύ μας.
Αν σήμερα έπρεπε να συστηθείς χωρίς να χρησιμοποιήσεις τις λέξεις τραγουδίστρια, μουσικός ή συγγραφέας, ποια λέξη θα επέλεγες;
Μου αρέσει πολύ η λέξη «ξεναγός», που την είχε πει ο Γιάλομ για τους ψυχολόγους. Την χρησιμοποιώ πολύ τελευταία, γιατί ο όρος «καλλιτέχνης» ή «ερμηνεύτρια» είναι κάποιες φορές πολύ βαρύγδουπος.
Νιώθω ότι κάνουμε ένα λειτούργημα. Είναι λειτούργημα να κάνεις τέχνη, να διδάσκεις και με βοηθάει πολύ να νιώθω ότι είμαι ένας ξεναγός και ότι γνωρίζω κάποιους δρόμους μέσα στη μουσική, μέσα στη χρήση της φωνής. Οπότε, νιώθω ότι έχω χτίσει έναν κόσμο με πολλή αγάπη, διάβασμα και πολλή φροντίδα και μπορώ να φέρω κι άλλους ανθρώπους μέσα σε αυτά τα μονοπάτια γιατί πιστεύω βαθιά μέσα μου ότι αξίζει να έρθει. Αυτό με ανακουφίζει.
Η σχέση με τη φωνή συνδέεται και με τους φωνητικούς κύκλους που κάνεις τα τελευταία χρόνια;
Ασχολούμαι πολλά χρόνια με τη φωνή και τα τελευταία χρόνια κάνω φωνητικούς κύκλους. Τους κάνω σε διάφορα σημεία στην Ελλάδα, στο Μουσείο Μαρία Κάλλας, στο Ίδρυμα Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή, στη Θεσσαλονίκη, στα Χανιά και αλλού.
Και αυτό που είδα είναι ότι υπάρχει μεγάλη ανάγκη οι άνθρωποι να ξαναβρεθούν σε κύκλους. Δεν είναι μαθήματα μόνο για μουσικούς. Είναι για όλους. Ξαναγινόμαστε μια μικρή κοινότητα, χωρίς κριτική, τραγουδάμε ξανά, απελευθερώνουμε τη φωνή μας και κατ’ επέκταση ένα κομμάτι της ψυχής μας που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με αυτή.
Μέσα από το τραγούδι και τη φωνή κάποιου, μπορείς να καταλάβεις πολλά πράγματα για τα τραύματα που κουβαλάει.
Τι σου έχουν μάθει οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε αυτούς τους κύκλους για τη φωνή;
Μέσα από το τραγούδι και τη φωνή κάποιου, μπορείς να καταλάβεις πολλά πράγματα για τα τραύματα που κουβαλάει, τον τρόπο που κοινωνικοποιήθηκε, ακόμη και σε ποια ηλικία μέσα του συνέβη κάτι. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ένα μεγάλο τραύμα έχει προσκολληθεί ηχητικά στη φωνή ενός ανθρώπου.
Μέσα από τους μαθητές μου έχω μάθει πολλά πράγματα για το πώς λειτουργεί η φωνή. Θεωρώ σημαντικές όλες τις τέχνες, τη μουσική, την κίνηση, το θέατρο. Θεωρώ όμως ότι το τραγούδι είναι μια από τις ανώτερες μορφές ίασης μέσα από την τέχνη.
Στο τέλος της ημέρας, θέλω να προσφέρω και όχι να πάρω το χειροκρότημα. Χρειάζεται μεγάλη ισορροπία για να ρυθμίσεις την αυτοαναφορικότητά σου. Η εποχή μας μάς απομάκρυνε από το τραγούδι γιατί μας έχει κάνει αυτοαναφορικούς την ώρα που τραγουδάμε.
Μεγάλωσες στα Γρεβενά. Ποια ήταν η επίδραση της επαρχίας στα βιώματά σου και στη συνέχεια στην καλλιτεχνική σου πορεία;
Άλλο να μιλάμε για την επαρχία σήμερα και άλλο να μιλάμε για την επαρχία του 1990. Εκείνη την εποχή η επαρχία δεν σε έφερνε σε άμεση σύνδεση με την πραγματικότητα της ζωής μιας μεγάλης πόλης. Ήταν λίγο πιο προστατευμένη από πολλά πράγματα.
Από την άλλη, σου έδινε άπειρο χρόνο. Εγώ είχα την πολυτέλεια να φεύγω για παιχνίδι και να μην με ψάχνει κανείς. Να ακούω κάποια στιγμή τη γιαγιά μου από το μπαλκόνι να φωνάζει «Μαρία!». Αυτά είναι τεράστια δώρα για την ψυχή και για την εξέλιξή σου.
Είχαμε τον ποιοτικό χρόνο να καθόμαστε με τις ώρες, να παίζουμε μουσική, να βρισκόμαστε με τους φίλους μας και να ονειρευόμαστε ότι θα γίνουμε μεγάλοι ροκ σταρ, ότι θα κάνουμε πράγματα. Υπήρχε μια ισορροπία. Η επαρχία είχε άλλα προβλήματα, αλλά σου έδινε χρόνο.
Έχει αλλάξει όμως ο τρόπος με τον οποίο τα παιδιά έρχονται σε επαφή με τον πολιτισμό;
Σίγουρα. Σήμερα τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα από την τηλεόραση και το διαδίκτυο. Αλλά κάποτε υπήρχε μια ισορροπία: λίγη ψυχαγωγία και αρκετή καλλιέργεια. Σήμερα πολλές φορές λείπει αυτό. Και αυτό είναι τρομακτικό, γιατί ένας άνθρωπος που δεν μεγάλωσε με βιβλία, με μουσική, με ερεθίσματα, πρέπει κάποια στιγμή μόνος του να αποφασίσει τι θα κρατήσει και τι θα αποβάλει από τον οργανισμό του.
Μιλάς για μια γενικότερη αλλαγή στην κοινωνία. Νιώθεις ότι αυτό που ζούμε σήμερα είναι αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας;
Ζούμε σε μια έκπτωση. Είμαστε έκπτωτοι. Δεν βλέπω να υπάρχει διάθεση για αλλαγή σε αυτή την κοινωνία. Αυτή η χώρα που κυβερνάται από ολιγάρχες και κοτζαμπάσηδες μας μεταμορφώνει πολιτιστικά και οικονομικά ώστε να γινόμαστε όλο και πιο αδρανείς όσο περνάει ο καιρός.
Δεν είναι κάτι που έγινε τα τελευταία δέκα χρόνια. Είναι τόσο ξεδιάντροπος ο τρόπος που γίνεται και απλά μας τρελαίνει. Απλώς τώρα βλέπουμε πιο έντονα τα αποτελέσματα.
Πιστεύεις ότι η παιδεία και η καλλιέργεια έχουν ρόλο στο ότι οι άνθρωποι σκέφτονται περισσότερο ατομικά και λιγότερο συλλογικά;
Ναι. Και δεν μιλάω μόνο για την εκπαίδευση με την τυπική έννοια. Μιλάω για έναν τρόπο αντίληψης. Για το να μπορεί ένας άνθρωπος να σκέφτεται, να κρίνει, να μην καθοδηγείται εύκολα εκεί που βολεύει κάποιους λίγους. Αυτό είναι βαθιά πολιτικό ζήτημα.
Σε μια εποχή που η πληροφορία είναι παντού, γιατί θεωρείς ότι είναι τόσο δύσκολο να βρούμε την αλήθεια;
Γιατί ο κόσμος είναι εξαντλημένος. Όταν εξαντλείς έναν άνθρωπο, όταν δουλεύει μέχρι αργά το βράδυ, όταν παλεύει καθημερινά να τα βγάλει πέρα, δεν μπορείς να περιμένεις ότι θα έχει πάντα την ενέργεια να ψάξει, να διαβάσει, να ενημερωθεί.
Δεν το λέω επικριτικά. Δεν είναι ότι ο άνθρωπος δεν θέλει. Είναι ότι πολλές φορές δεν έχει δυνάμεις. Και δεν το λέω από θέση ανθρώπου που έχει λύσει τα πάντα. Κι εγώ πέφτω πολλές φορές στην παγίδα της κοινωνίας που περιγράφω. Νομίζω ότι όλοι πέφτουμε, ακόμη κι όταν καταλαβαίνουμε τι συμβαίνει, γιατί υπάρχει μεγάλη εξάντληση.
Νιώθεις ότι έχει αλλάξει και ο δικός σου τρόπος να παίρνεις θέση απέναντι στα πράγματα;
Την παίρνω τη θέση μου, αλλά την παίρνω πιο κουρασμένη. Πολλές φορές χρειάζεται να προστατευτώ, ώστε να μπορώ μετά να ανέβω στη σκηνή, να δημιουργήσω και να προσφέρω αυτό που έχω.
Η προστασία της ψυχικής υγείας είναι πλέον και για έναν δημιουργό απαραίτητη προϋπόθεση για να συνεχίσει;
Ναι. Και το καταλαβαίνω πολύ. Ειδικά σήμερα, που η έκθεση είναι συνεχής και η κατανάλωση αρνητικής πληροφορίας τεράστια.
Πρέπει κάποιες φορές να προστατεύσεις τον εαυτό σου για να μπορέσεις να προσφέρεις στους άλλους. Δεν είναι εύκολο, αλλά είναι απαραίτητο.