Λήδα Καμπερίδη: Το κορίτσι που μπαίνει στο μυαλό των μαμάδων

Διαβάζεται σε 12'
Λήδα Καμπερίδη: Το κορίτσι που μπαίνει στο μυαλό των μαμάδων

Η Λήδα Καμπερίδη κάνει την πρώτη της ταινία μικρού μήκους με μεγάλη επιτυχία, αφού ήδη επιλέχθηκε για το Φεστιβάλ Χανίων. Πάνω από όλα όμως, παρουσιάζει ένα εξαιρετικό δείγμα γραφής, γεμάτο ενσυναίσθηση και εξαιρετική εικόνα.

Γνωρίζω αυτό το όμορφο τρυφερό κορίτσι από μικρό καθώς είναι φίλη μου η μητέρα της, η ηθοποιός Αγγελική Δημητρακοπούλου. Ηταν πάντα μία κούκλα, με ξανθές μπούκλες, σαν νεράιδα παραμυθιού. Και πάντα, μεγαλώνοντας θα μας έδειχνε με διάφορους τρόπους – φωτογραφία ή βίντεο – πως η καλλιτεχνική της φλέβα θα δημιουργούσε αίσθηση.

Οπερ και εγένετο, με την ταινία «Εδώ που είμαι θα ‘ρθεις», μια ιστορία που, παράξενο είναι η αλήθεια, δεν πραγματεύεται την ψυχολογία κάποιου εφήβου ή νέου, αλλά μίας μάνας. Ένα νεαρό κορίτσι, μόλις 22 ετών, διεισδύει υπέροχα και υποδειγματικά στον νου της μαμάς που ανησυχεί, που πλάθει τραγικές ιστορίες με τη φαντασία της κάθε που το παιδί της βγαίνει βόλτες, μιας μαμάς, δηλαδή, μάλλον… φυσιολογικής. Φαίνεται πως η Λήδα παρατήρησε πολύ καλά την Αγγελική στην πορεία των ετών, ενώ η Ελισάβετ Κωνσταντινίδη που πρωταγωνιστεί σε ταρακουνάει πραγματικά.

Πώς έφθασες εδώ Ληδάκι; Τον σπούδασες τον κινηματογράφο;

Ναι, αλλά παράλληλα με τα τρία χρόνια που έκανα στη Σχολή Κινηματογράφου SAE, σπούδαζα και στη Βιομηχανική Διοίκηση στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Όταν τελείωσα τη σχολή κινηματογράφου, συνέχισα και με ένα πρόγραμμα πάνω στα visual effects. Ουσιαστικά, λοιπόν, προσπάθησα να αποκτήσω και μια πιο τεχνική κατάρτιση γύρω από την εικόνα.

Από όσο θυμάμαι, όμως, αρχικά δεν ήθελες να γίνεις φωτογράφος. Πότε άρχισε να σε κερδίζει ο κινηματογράφος;

Δεν ήθελα να γίνω φωτογράφος, αν και η φωτογραφία μού άρεσε πάντα και φωτογράφιζα από παιδί. Ταυτόχρονα, όμως, έβγαζα συνεχώς και βίντεο. Έκανα μικρές ταινίες, έγραφα σενάρια και γενικά πειραματιζόμουν. Υπήρξε μια περίοδος, κυρίως στην εφηβεία μου, κατά την οποία ασχολήθηκα περισσότερο με τη φωτογραφία. Μετά άρχισα να τραβάω περισσότερο βίντεο και το ερωτεύτηκα. Έτσι κατέληξα στη σχολή κινηματογράφου και άρχισα να κάνω ταινίες.

Πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε το οικογενειακό σου περιβάλλον σε αυτή την καλλιτεχνική πλευρά σου;

Σίγουρα πολύ σημαντικό. Η μητέρα μου είναι μεγάλο κομμάτι αυτής της καλλιτεχνικής πλευράς μου. Πάντα σκεφτόταν με έναν διαφορετικό τρόπο ως άνθρωπος και νομίζω ότι αυτό μου το έχει μεταδώσει πολύ όμορφα.

Σκέφτηκες ποτέ ότι το επάγγελμα που επέλεξες μπορεί να σε δυσκολέψει οικονομικά; Ότι ίσως θα ήταν πιο ασφαλές να κάνεις κάτι άλλο;

Ναι, σίγουρα, και ήταν κάτι που απασχολούσε αρκετά και τη μητέρα μου. Γι’ αυτό, όταν τελείωσα τη σχολή κινηματογράφου, έδωσα μεγάλη έμφαση και στα πιο τεχνικά κομμάτια. Μου αρέσει πάρα πολύ, για παράδειγμα, το μοντάζ. Είναι κάτι που μπορώ να κάνω επαγγελματικά και να μου εξασφαλίζει ένα εισόδημα, παράλληλα με τη σκηνοθεσία. Επιδίωξα να παθιαστώ με κάτι τεχνικό, ώστε να υπάρχει μια ισορροπία. Δεν μπορώ να ζήσω με τη λογική «είμαι σκηνοθέτης και δεν κάνω τίποτε άλλο».

Προσπερνώ τη Βιομηχανική, καθώς ξέρω ότι δεν σου άρεσε. Ας πάμε στην ταινία. Πότε τη γύρισες;
Τη γύρισα το περασμένο καλοκαίρι. Ήταν η πτυχιακή μου εργασία για τη σχολή κινηματογράφου.

Ήσουν δηλαδή περίπου 21 ετών όταν τη γύρισες. Κι όμως, η ταινία ασχολείται με ένα συναίσθημα που μοιάζει να αφορά περισσότερο έναν μεγαλύτερο άνθρωπο και, κυρίως, έναν γονιό. Πώς μπήκες σε αυτή την ψυχολογία;

Είναι πράγματι λίγο παράξενο. Αυτό που με ενέπνευσε ουσιαστικά να κάνω την ταινία ήταν η μητέρα μου. Όταν έλειπα από το σπίτι, μπορούσε να αγχωθεί με πράγματα που, αντικειμενικά, ήταν εντελώς παράλογα. Αυτό που με συνάρπαζε ήταν τα σενάρια που δημιουργoύσε στο μυαλό της ξεκινώντας από κάτι πολύ απλό. Μπορεί, για παράδειγμα, να είχα πάρει το αυτοκίνητο και να επέστρεφα στις τέσσερις το πρωί και εκείνη να είχε ήδη φανταστεί ότι έχω τρακάρει ή ακόμη και ότι με έχουν απαγάγει. Μπορούσε να σκεφτεί κάθε πιθανό κακό σενάριο.

Όταν επέστρεφα τελικά σπίτι και την έβλεπα στην τρελή αυτή κατάσταση αγωνίας, ενώ εγώ δεν είχα πάθει απολύτως τίποτα, πάντα ταρακουνιόμουν. Κάπως σαν να με συνάρπαζε αυτή η μητρική «παράνοια» που μπορεί να προκαλέσει τέτοιον πανικό. Και με απασχολούσε το πόσο βασανιστική μπορεί να γίνει για τον ίδιο τον άνθρωπο. Και, ταυτόχρονα, το πόσο βαθιά πρέπει να αγαπάς ένα πλάσμα ώστε το μυαλό σου να πηγαίνει διαρκώς στα χειρότερα δυνατά σενάρια.

Στην ταινία υπάρχει μια σκηνή όπου το κορίτσι βρίσκεται νύχτα μπροστά σε δύο άνδρες και δημιουργείται η αίσθηση ότι μπορεί να έχει υποστεί βία. Αυτό έχει συμβεί πραγματικά ή βρίσκεται μόνο στη φαντασία της μητέρας;

Όλα αυτά τα σενάρια που βλέπουμε στη σκηνή είναι στη φαντασία της μητέρας. Οτιδήποτε συμβαίνει εκεί είναι ουσιαστικά μέσα στο κεφάλι της. Η σκηνή λειτουργεί σαν ένας χώρος στον οποίο προβάλλονται οι φόβοι και οι σκέψεις της.

Παρόλα αυτά, ζούμε σε μια εποχή όπου η βία μεταξύ νέων είναι πολύ έντονη. Επομένως, αυτό που φαντάζεται η μητέρα δεν είναι και κάτι εντελώς απίθανο.

Όχι, σε καμία περίπτωση δεν είναι απίθανο να συμβεί. Απλώς αυτό δεν είναι το βασικό θέμα της ταινίας.

Το κέντρο της ιστορίας είναι, λοιπόν, ο τρόπος με τον οποίο μεταφράζεις αυτή την αγωνία της μητέρας για το παιδί της; Μια προσπάθεια να καταλάβεις βαθύτερα τον γονιό;

Ναι. Και βέβαια να παραδεχτούμε πως μεταξύ μας, ως παιδιά, συνήθως κοροϊδεύουμε λίγο τις μαμάδες μας για όλα αυτά που σκέφτονται.

Αλλά υπάρχει τρυφερότητα μέσα σε αυτή την κοροϊδία;

Σίγουρα υπάρχει τρυφερότητα. Νομίζω ότι αυτό είναι, άλλωστε, ένα πολύ μεγάλο κομμάτι της αγάπης μιας μητέρας προς το παιδί της. Το να ανησυχεί τόσο πολύ για σένα, ακόμη κι αν κάποιες φορές η ανησυχία της γίνεται υπερβολική, είναι κι ένας τρόπος με τον οποίο εκφράζεται αυτή η αγάπη.

Η βία είναι κάτι που έχεις αισθανθεί και η ίδια μεγαλώνοντας σε μια μεγάλη πόλη;

Νομίζω ότι, ως κορίτσι που μεγάλωσε σε μια μεγάλη πόλη και πέρασε εδώ όλα τα χρόνια της εφηβείας του, είναι σχεδόν αναπόφευκτο να βρεθείς αντιμέτωπη με κάποιες τέτοιες καταστάσεις. Έχω συνειδητοποιήσει μάλιστα πολύ πρόσφατα ότι σχεδόν όλα τα κορίτσια έχουν κάποια στιγμή βρεθεί σε αντίστοιχες συνθήκες.

Έχεις φοβηθεί πραγματικά;
Ναι, σίγουρα.

Μεγαλώνοντας, λοιπόν, άρχισες να καταλαβαίνεις περισσότερο και την αγωνία της μητέρας σου;

Ναι, πάρα πολλές φορές. Φυσικά πέρασα κι εγώ τη φάση της εφηβείας και της ανεξαρτησίας, όπου αντιδράς σε όλα αυτά. Αλλά έχω βρεθεί και στην αντίθετη πλευρά, παρακολουθώντας τη σχέση της μητέρας μου με την αδελφή μου. Όταν, για παράδειγμα, η αδελφή μου ήταν έξω και η μητέρα μου ανησυχούσε, προσπαθούσα εγώ να την ηρεμήσω. Της έλεγα: «Καταλαβαίνω τι παθαίνεις, αλλά είναι εντάξει, δεν θα συμβεί κάτι». Οπότε έχω βρεθεί αρκετές φορές και σε αυτόν τον ρόλο, να προσπαθώ να λειτουργήσω πιο ψύχραιμα και καθησυχαστικά.
Έχοντας ασχοληθεί τόσο πολύ με αυτό το συναίσθημα, σκέφτεσαι κάποια
στιγμή τη δική σου οικογένεια; Θα ήθελες να κάνεις παιδιά;
Ναι, φαντάζομαι ότι σε κάποια στιγμή της ζωής μου θα ήθελα. Αλλά αυτή τη στιγμή δεν είναι κάτι που σκέφτομαι ιδιαίτερα.

Ας επιστρέψουμε στην ταινία. Πόσο χρόνο χρειάστηκες για να γράψεις το σενάριο;

Περίπου έξι μήνες. Υπήρξε πραγματικά πολλή δουλειά πίσω από το σενάριο, γιατί έκανα αρκετή έρευνα γύρω από τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται μια μητέρα.

Τι είδους έρευνα έκανες; Μιλούσες με μητέρες;

Κυρίως! Είχα γράψει κάποιες από τις μικρές σκηνές που τελικά μπήκαν και στην ταινία και τους τις περιέγραφα. Τους ρωτούσα, για παράδειγμα: «Πώς θα αντιδρούσατε αν βλέπατε το παιδί σας σε αυτή την κατάσταση; Τι θα σκεφτόσασταν;». Έγινε αρκετά μεγάλη έρευνα πάνω σε αυτό, γιατί για να γράψω το σενάριο έπρεπε να μπορέσω να μπω σε μια ψυχοσύνθεση την οποία η ίδια δεν έχω βιώσει. Έπρεπε να βασιστώ στις εμπειρίες ανθρώπων που έχουν πραγματικά ζήσει αυτή τη σχέση ως γονείς.

Συζήτησες και με κάποιον ειδικό κατά την προετοιμασία της ταινίας;

Ναι, συζήτησα και με ψυχολόγο και προέκυψαν πολλές ενδιαφέρουσες ερωτήσεις γύρω από το θέμα.

Αφού ολοκλήρωσες το σενάριο, πώς στήθηκε η παραγωγή; Ποιες ήταν οι βασικές δυσκολίες;

Όταν αποφάσισα να κάνω την ταινία, το πρώτο πράγμα ήταν να βρω τους ανθρώπους που θα με βοηθούσαν να την πραγματοποιήσω. Θα μπορούσα να συνεργαστώ αποκλειστικά με άτομα από τη σχολή –και πράγματι με βοήθησαν πάρα πολλοί συμφοιτητές μου–, αλλά σε κάποιες βασικές θέσεις αναζήτησα συνεργάτες και εκτός σχολής. Έτσι μπήκα στη διαδικασία να ψάξω ανθρώπους που θα πίστευαν στην ταινία και θα μπορούσαν να με βοηθήσουν να την υλοποιήσω. Ένας από αυτούς ήταν ο Γιάννης Μπούκουρας, παλιός οικογενειακός φίλος, ο οποίος ανέλαβε τη φωτογραφία. Είναι εξαιρετικός στη δουλειά του και, επιπλέον, με γνωρίζει από παιδί.

Ποιοι άλλοι άνθρωποι βρέθηκαν δίπλα σου στην ταινία;

Ήταν και ο Γιάννης Φωτιάδης, που έκανε την ηχοληψία και επίσης με γνωρίζει από παιδί. Ήταν μια πολύ αστεία κατάσταση, γιατί άνθρωποι που με ήξεραν από μωρό ξαφνικά βρίσκονταν σε ένα γύρισμα όπου εγώ ήμουν η σκηνοθέτις. Άνθρωποι που κυριολεκτικά με είχαν δει να μεγαλώνω, τώρα δούλευαν σε μια δική μου ταινία. Ήταν παράξενο, αλλά είχε και πολλή πλάκα.

Και στον πρωταγωνιστικό ρόλο επέλεξες την Ελισάβετ Κωνσταντινίδου. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία;

Στην αρχή την πήρα τηλέφωνο, της είπα ότι είμαι η κόρη της Αγγελικής, ότι ετοιμάζω αυτή την ταινία και ότι θα ήθελα πάρα πολύ να παίξει. Νομίζω ότι αρχικά είχε έναν φόβο για το πού ακριβώς είχε μπλέξει: ότι θα σηκώνεται από τις οκτώ το πρωί για γυρίσματα μιας φοιτητικής ταινίας και μπορεί τελικά να βρεθεί σε ένα περιβάλλον όπου μια παρέα εικοσάχρονων δεν ξέρει ακριβώς τι κάνει. Τελικά, όμως, μου είπε ότι εντυπωσιάστηκε από το κλίμα και από τον τρόπο με τον οποίο δουλέψαμε. Και αυτό ήταν τεράστια χαρά για μένα.

Ένας άνθρωπος με τη δική της εμπειρία, που έχει βρεθεί σε αμέτρητα πλατό και γυρίσματα, να μου λέει στο τέλος ότι πέρασε πραγματικά καλά κάνοντας αυτή την ταινία, ήταν πολύ σημαντικό.
Την έχουμε συνδέσει πολύ με την κωμωδία, εδώ όμως τη βλέπουμε σε έναν πολύ διαφορετικό ρόλο.
Ναι. Την Ελισάβετ την έχουμε δει σε πάρα πολλές κωμωδίες, αλλά θεωρώ ότι έχει πάρα πολλά να δώσει και στο δράμα. Εμένα με είχε συγκλονίσει ο τρόπος με τον οποίο έπαιζε. Και είχε κάτι που ταίριαζε απόλυτα σε αυτή τη μητέρα. Έβγαζε αυτή την αίσθηση της μαμάς που αγωνιά και φοβάται για το παιδί της, παρότι στην πραγματικότητα η ίδια είναι μια πολύ κουλ μαμά! Καμία σχέση με τον χαρακτήρα της ταινίας.

Μετά από αυτή την πρώτη ταινία, πώς φαντάζεσαι την πορεία σου; Υπάρχει ήδη στο μυαλό σου μια ταινία μεγάλου μήκους;

Ναι, έχω αρχίσει ήδη να γράφω μια μεγάλου μήκους ταινία. Έχει κι αυτή κάποια σουρεαλιστικά στοιχεία, κάτι που έχω αρχίσει να αντιλαμβάνομαι ότι μάλλον αποτελεί μέρος του προσωπικού μου ύφους. Με ενδιαφέρει πολύ ο τρόπος με τον οποίο σκέφτεται ένας άνθρωπος και το πώς μπορείς κινηματογραφικά να δείξεις την εσωτερική του σκέψη, όσα συμβαίνουν μέσα στο μυαλό του.

Αυτή την περίοδο την ετοιμάζω μαζί με τον Γιώργο Μελαχρινό, έναν πολύ καλό μου φίλο, και προσπαθούμε να δούμε εάν μπορεί πράγματι να γίνει. Γιατί μια ταινία μεγάλου μήκους χρειάζεται φυσικά και ένα συγκεκριμένο budget. Δεν μπορεί να γίνει με τον ίδιο τρόπο που μπορείς να οργανώσεις μια μικρού μήκους ταινία.

Σκέφτεσαι και το εξωτερικό ως επόμενο βήμα;

Σίγουρα υπάρχει στο μυαλό μου, όσο κι αν με φοβίζει. Προσπαθώ όμως να πηγαίνω ένα βήμα τη φορά. Θα ήταν πολύ ωραίο να εξελιχθούν έτσι τα πράγματα, αλλά δεν μπορώ να σκέφτομαι από τώρα τόσο μακριά. Θέλω κάθε φορά να κάνω το επόμενο βήμα. Επίσης, είμαι ένας άνθρωπος που αγαπάει πολύ το σπίτι του και τον προσωπικό του χώρο. Μου είναι δύσκολο να αλλάζω παραστάσεις και, κάθε φορά που έχω φύγει στο εξωτερικό, κάποια στιγμή θέλω να επιστρέψω. Ξέρω ότι μάλλον κάποια στιγμή στη ζωή μου θα πρέπει να το δοκιμάσω. Προς το παρόν, όμως, θέλω πρώτα να αρχίσω να δουλεύω, να χτίσω κάτι εδώ, να συμμετάσχω σε παραγωγές και παράλληλα να δω εάν μπορώ να πραγματοποιήσω αυτή την ταινία.

*** Η ταινία θα προβληθεί στις Νύχτες Πρεμιέρας και στο Chania Film Festival στις 24 Οκτωβρίου.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα