Πάνος Ηλιόπουλος

ΝΑΣΟΣ ΑΡΩΝΗΣ: Μ’ ΑΡΕΣΟΥΝ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΟΙ ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

Το ντουέτο του με τη Joanna Drigo, “Κι εγώ το ίδιο”, μας έβγαλε στον δρόμο του και μας έδωσε και μια καλή ευκαιρία να του ζητήσουμε και μια μικρή συνέντευξη. Δεν μας χάλασε το χατήρι.

Μετά τα “Μπλουζ της Δευτέρας”, ο Νάσος Αρώνης επιστρέφει, ανοίγοντας έναν ακόμη κύκλο στη δημιουργική του διαδρομή με το δεύτερο προσωπικό του album, “Στο Δάσος”, και έχοντας στο πλευρό του μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές της ελληνικής μουσικής σκηνής.

Ένας τραγουδοποιός με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, που “αφυπνίστηκε” μουσικά μετά τα 40 του χρόνια, καθώς τότε άρχισε να γράφει στίχους και μουσική στον χρόνο που του άφηνε ελεύθερο η “κανονική” του δουλειά.

Μιλήσαμε μαζί του για τη δημιουργική διαδικασία, τις συνεργασίες του, καθώς και για τις ιστορίες που κρύβονται πίσω από τους άλλοτε ενδοσκοπικούς και άλλοτε εξωστρεφείς στίχους του.

Πάνος Ηλιόπουλος

Πόσο εύκολο είναι να σηκώσεις το τηλέφωνο και να πεις σε κάποιον «έχω γράψει ένα τραγούδι, θέλω να το πεις εσύ»; Μπορείς να μου περιγράψεις λίγο αυτήν την εσωτερική διαδικασία που περνάς;
Δεν είναι εύκολο, όχι τόσο γιατί «ντρέπομαι». Δεν είναι εύκολο κυρίως για πρακτικούς λόγους. Δηλαδή αν δεν ξέρω κάποιον καθόλου, το να τον βρω μέσα από τα σόσιαλ πχ και να του στείλω, είναι σαν καταδικασμένο. Είναι απρόσωπο και πιστεύω ότι πιθανότατα δε θα μου απαντήσει ποτέ… Οπότε πρέπει να «φτάσω» στον άλλον μέσω μιας πιο ανθρώπινης διαδρομής, μέσω ενός κοινού γνωστού ουσιαστικά. Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο, δεν είμαι και τόσο καιρό σε αυτόν τον χώρο, δεν τους ξέρω όλους.

Αν βρω αυτή τη διαδρομή, OK, πάντα υπάρχει ένα άγχος στην πρώτη επικοινωνία με έναν άγνωστο και πιθανώς «επώνυμο» αλλά αυτό το προσπερνάω.

Μετά υπάρχει η επόμενη αγωνία, αν θα του αρέσει το τραγούδι ώστε να θέλει να το πει. Γενικά είναι όντως μια ψυχοφθόρα διαδικασία, μακάρι να ήμουν κολλητός με όλους και να έπαιρνα απλά ένα τηλέφωνο, ξέρεις.

Όταν έγραφες τα τραγούδια του δίσκου, είχες ήδη στο μυαλό σου ποιοι θα τα ερμηνεύσουν; Ή ήρθε μετά αυτό;
Όχι, όταν γράφω δεν έχω κάποιον στο μυαλό μου. Είμαι εγώ με τους στίχους μου και την κιθάρα μου και δεν έχω τίποτα στο μυαλό μου, η αναζήτηση αυτή έρχεται μετά.

Και το κριτήριο ποιο ήταν; Εντάξει με τους σκωπτικούς / χιουμοριστικούς στίχους τους έδωσες στον Γραμμένο. Βγάζει νόημα αυτό. Με τα υπόλοιπα τραγούδια πώς συνέβη;
Ε, για κάθε τραγούδι είναι διαφορετικό. Το «Τι έχω να περιμένω» για παράδειγμα μου ακουγόταν από την αρχή πολύ ροκ και το μυαλό μου πήγε κατευθείαν στα Υπόγεια Ρεύματα που ήταν αγαπημένη μου μπάντα διαχρονικά.

Για «Το παιδί του χειμώνα» ήθελα κάτι με φουλ ευαισθησία και σκέφτηκα τη Μυρτώ Βασιλείου που είχα ακούσει τελευταία και μου άρεσε ο τρόπος της πάρα πολύ. Τον Πάνο Φραγκιαδάκη τον έχω στο μυαλό μου γενικά για πολύ μπλουζ τύπο και έχει πει το πιο μπλουζ τραγούδι μου, το «Σε θέλω πάλι» από «Τα μπλουζ της Δευτέρας».

Ε, κάπως έτσι πάει για το κάθε τραγούδι…

Από ό, τι έχεις πει σε παλιότερες συνεντεύξεις, δεν είχες γράψει κανένα στίχο πριν τα 40 σου. Τι σε κινητοποίησε αλλά κυρίως τι μπορεί να ήταν αυτό που σε κρατούσε τόσα χρόνια πίσω, που σε έκανε τόσα χρόνια να μη γράφεις; Το έχεις ψάξει; Πιστεύεις ότι υπήρχε κάποιο «εμπόδιο»;
Πάμε πιο βαθιά τώρα, ε; Κοίτα, καταρχάς φυσικά και το έχω σκεφτεί κι εγώ πολύ. Δεν έχω βρει κάτι συγκεκριμένο που να άλλαξε τη ροή των πραγμάτων, ένα συμβάν ας πούμε. Οπότε καταλήγω στο ότι μάλλον απλά έφτασε η στιγμή, ωρίμασε η συνθήκη που προετοιμαζόταν και κατοικούσε μέσα μου, βρέθηκε η αφορμή και το γόνιμο έδαφος και ξεκίνησε όλο αυτό.

Πιστεύω στην ιερότητα του ρυθμού με τον οποίο γίνονται τα πράγματα. Πιστεύω πως αν κάτι συμβεί «τώρα» είναι επειδή «τώρα» ήταν η στιγμή του να συμβεί. Ειδικά με τη δημιουργία, κάτι χτίζεται μέσα σου, κάτι μαζεύεται, και κάποια στιγμή ίσως θελήσει να βγει. Αυτό νομίζω μού συνέβη εμένα. Και άρχισα να γράφω!

Πολλές φορές έχω σκεφτεί για «τον χρόνο που έχασα» αλλά νομίζω είναι παραπλανητική σκέψη… αν είχα ξεκινήσει πριν είκοσι χρόνια δεν ξέρεις τι μπορεί να είχε συμβεί, όλη η σκέψη με τα «αν» είναι λίγο άκυρη: τώρα ήταν η μοναδική πιθανή στιγμή.

Συνεχίζοντας στην προηγούμενη ερώτηση, πιστεύεις ότι το «Παιδί του Χειμώνα» θα μπορούσε να αφορά αυτήν την κατάσταση; Το λέω με αφορμή τον στίχο «Το παιδί που δεν μίλησε ακόμα, το παιδί που δεν βρήκε τι θέλει να πει». Μήπως είσαι εσύ αυτός, λίγο παλιότερα;
Είσαι πολύ to the point, έχει όντως Νάσο μέσα του «Το παιδί του χειμώνα», κυρίως σε έναν άλλο στίχο (μια που αποκαλύπτω μυστικά που ποτέ δεν το κάνω για τους στίχους μου), που λέει «είσαι πάντα εσύ το καινούργιο παιδί στο σχολείο που θα ψάχνει να βρει μια καρέκλα αδειανή σε ένα πίσω θρανίο».

Ε, εγώ να ξέρεις έχω αλλάξει άπειρα σχολεία. Αλλά δεν είναι ένα βιογραφικό τραγούδι, πάντα μπερδεύω πολλές σκόρπιες σκέψεις. Ένας στίχος μπορεί να μιλάει για εμένα, ο επόμενος για κάτι άλλο… Το «Το παιδί που δεν μίλησε ακόμα, το παιδί που δε βρήκε τι θέλει να πει» το σκέφτηκα έχοντας κάτι άλλο στο μυαλό μου, ένα πολύ κλειστό και ντροπαλό παιδί αλλά έχεις δίκιο: ίσως να μιλούσα για τον εαυτό μου χωρίς να το ξέρω.

Πάνος Ηλιόπουλος

Με τον Μιχάλη Ατσάλη έχετε ξανασυνεργαστεί στο τραγούδι «Στην άκρη της σιωπής», που ερμήνευσε η Ιουλία Καραπατάκη. Εσύ στίχους, εκείνος μουσική. Εδώ σας βρίσκουμε στο «Τα ωραία τραγούδια». Μίλησέ μου για τη συνεργασία σας γενικά. Γιατί πιστεύεις ότι κουμπωνετε τόσο καλά;
Έχουμε μια συνεννόηση με τον Μιχάλη, καταλαβαινόμαστε. Σεβόμαστε ο ένας τον άλλον και έχουμε συγγενική αισθητική, μας αρέσουν ή δεν μας αρέσουν τα ίδια πράγματα.

Επίσης, τώρα το σκέφτομαι αυτό, ο Μιχάλης έχει κι αυτός όπως κι εγώ τον ίδιο «δυισμό», έχει σπουδάσει κι αυτός μηχανικός, οπότε ίσως και για αυτό τα βρίσκουμε, είμαστε κι οι δύο και πρακτικοί και καλλιτέχνες. Ό,τι και να πω για τον Μιχάλη είναι λίγο, με βοηθάει πάντα πάρα πολύ και ελπίζω να κάνουμε πολλά πράγματα ακόμα μαζί.

Ένα από τα πολύ ωραία τραγούδια του νέου σου δίσκου είναι το «Στα βουνά του Ογιεκούνα». Για τι μιλάει αυτό το κομμάτι; Επίσης γκούγκλαρα «Ογιεκούνα» και δεν βρήκα τίποτα. Είναι δική σου λέξη ή να ψάξω καλύτερα;
Τα βουνά του Ογιεκούνα είναι ένας επινοημένος τόπος, όπως και όλα τα άλλα μέρη που ακούγονται στο τραγούδι. Είναι το «αλλού», ο τόπος εκείνος που όταν πάμε θα ανασάνουμε πιο βαθιά, θα δούμε τον κόσμο από πιο ψηλά. Είναι ένα πνευματικό μέρος, ένα ανώτερο μέρος, μακριά από τα τετριμμένα και βαρετά.

Πάντως, για να σου πω και κάτι γενικό, όλες αυτές τις ερμηνείες τις κάνω κι εγώ λίγο πολύ «εκ των υστέρων». Αυτό που θέλω να πω είναι ότι γενικά, δεν έχω τίποτα συγκεκριμένο στο μυαλό μου όταν γράφω. Δεν λέω ας πούμε «θα γράψω ένα τραγούδι που θα μιλάει για αυτό»… Ποτέ! Ξεκινάω χωρίς καμία ιδέα, και προσπαθώ μπω σε μια δημιουργική κατάσταση, να πιαστώ από φράσεις, τις οποίες αρχίζω να βάζω στη σειρά και ελπίζω ότι θα οδηγήσουν κάπου. Και σχεδόν το παρατηρώ να συμβαίνει. Είναι πολύ ωραίο αυτό.

Πρέπει να σου πω πάντως και ελπίζω να μην το πάρεις στραβά ότι μου φάνηκε βαθιά απαισιόδοξο το «Τι έχω να περιμένω». Μήπως ήσουν σε μια κατάσταση απογοήτευσης όταν το έγραψες; Πες μου γενικά τι θες να εκφράσεις με αυτό το τραγούδι.
Δεν το παίρνω στραβά γιατί έχεις δίκιο, ακούγεται απαισιόδοξο και με ενοχλούσε κι εμένα αυτό γιατί ποτέ δεν γράφω απαισιόδοξα τραγούδια. Αλλά ξέρεις τι έπαθα; ‘Οταν έφτασα στη φράση «τι έχω να περιμένω;» δεν μπορούσα να βρω μια απάντηση να τη βάλω μέσα στο τραγούδι, μου φαινόταν ότι θα γίνει πολύ διδακτικό ή πολύ δήθεν. Και μου άρεσε κάπως που έμενε στην ερώτηση, γενικά μου αρέσουν οι ερωτήσεις περισσότερο από τις απαντήσεις. Για να δίνει ο καθένας τη δική του απάντηση.

Εγώ για παράδειγμα έχω τη δική μου, που είναι ότι αυτό που θα έρθει, αυτό που έχω να περιμένω, δεν το ξέρω! Θα είναι κάτι που θα έρθει ως έκπληξη, θα έρθει και θα με αιφνιδιάσει, γιατί πάντα έρχεται κάτι.

Ταυτόχρονα είναι το πιο ροκ τραγούδι του δίσκου (καθόλου τυχαίο που το ερμηνεύει ο Γρηγόρης Κλιούμης). Σου αρέσει αυτή η αντίθεση; Γρήγορος, επιθετικός, σχεδόν ανεβαστικός ήχος, αλλά με πεσιμιστικό στίχο; Άκουγες τέτοιες μπάντες; Πχ οι Smiths το έκαναν αυτό νομίζω.
Βλέπω μια σιγουριά στον συγκεκριμένο στίχο που ταιριάζει στη ροκ. Παρότι όντως πεσιμιστικός, δεν είναι στίχος αβέβαιος και θλιμμένος, έχει αυτοπεποίθηση, ο ήρωας που αναρωτιέται τι έχει να περιμένει έχει διασχίσει μεγάλο τμήμα της διαδρομής, έχει δει πράγματα, μας τα λέει και τα βλέπουμε κι εμείς μαζί του.

Λέει για παράδειγμα «αφού οι ήρωές μου με έχουν προδώσει – αφού οι δαίμονές μου μείναν πιστοί», κλπ, γενικά εννοώ ότι ξέρει τι λέει… το ‘χει δει το έργο. Αυτό μάλλον μου φάνηκε ταιριαστό με έναν έμπειρο ροκά, έναν αυθεντικό ήρωα.

Έχεις κάποια ιστορία που να σε συνδέει με τα Υπόγεια Ρεύματα; Ένα τραγούδι τους που να σου θυμίζει κατι, που να το έχεις συνδέσει με κάτι;
Περισσότερες από μία! Θυμάμαι καταρχάς ακριβώς την πρώτη φορά που άκουσα το «Μ’ αρέσει να μη λέω πολλά», σε ένα μπαράκι στην Ούλωφ Πάλμε -δεν υπάρχει πια. Και πήγα στον dj και ρώτησα τι είναι αυτό κλπ και μου λέει κι αυτός «κι εγώ τώρα το πρωτοάκουσα, είναι καινούργιο». Και ήξερα κατευθείαν ότι έχουμε κάτι σπουδαίο.

Μετά θυμάμαι στην Αγγλία που έζησα για λίγο εκείνη την περίοδο, στο λεωφορείο για τη σχολή, να προσπαθώ να μάθω τους στίχους από το «Σαν φως» και να τους τραγουδάω μόνος μου δέκα φορές απανωτά.

Θυμάμαι κάτι απίθανα live… νομίζω στη Ριζούπολη ένα, κομμάτια όλοι μας, ούτε ένα τραγούδι δεν είχαμε ακούσει!

Στην εποχή των singles, υπάρχετε κάποιοι που ακόμα -ευτυχώς- επιμένετε να καταθέτετε μία ολοκληρωμένη μουσική πρόταση. Εσύ, αν επιτρέπεις, γιατί το κάνεις αυτό;
Κοίτα, παρότι εγώ έμαθα να ακούω μουσική από δίσκους και όχι από singles, δεν το κάνω από ρομαντισμό ή νοσταλγία. Το κάνω γιατί με ένα single δεν προλαβαίνω να επικοινωνήσω την καλλιτεχνική μου πρόταση. Δεν προλαβαίνω! Πιστεύω πως χρειάζεσαι αρκετά κομμάτια για να δώσεις ένα σύνολο της σκέψης σου, του εαυτού σου, της αισθητικής σου προσέγγισης. Και για να το χοντρύνω, ένα album είναι ένα ενιαίο καλλιτεχνικό δημιούργημα, αποτελούμενο από κομμάτια, διαφορετικά μεταξύ τους, που οδηγούν στη συνισταμένη του δημιουργού.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα