Ελένη Σκότη: Η ζωή είναι πιο παράλογη από το θέατρο

Διαβάζεται σε 13'
Η Ελένη Σκότη
Η Ελένη Σκότη Βαλασόπουλος

Η Ελένη Σκότη επιστρέφει στον κόσμο του Μάρτιν ΜακΝτόνα με τη «Μοναξιά της Δύσης», το τρίτο έργο της περίφημης «Τριλογίας του Λήνεην». Μιλά για το μαύρο χιούμορ, τις δυσλειτουργικές σχέσεις, τη βία που κρύβεται μέσα στην ανθρώπινη φύση, αλλά και για την ανάγκη να κοιτάζουμε κατάματα το σκοτάδι για να μπορέσουμε να διακρίνουμε το φως.

Η Ελένη Σκότη, εδώ και πολλά χρόνια, μαζί με την ομάδα ΝΑΜΑ έχει καταφέρει να καταστήσει το θέατρο Επί Κολωνώ ένα θεατρικό στέκι, έναν πόλο σταθερά ελκυστικό για τους λάτρεις του θεάτρου. Μια γυναίκα χαμηλών τόνων, που δουλεύει ακούραστα και με πολλή αγάπη και η οποία μπορεί και εύκολα να σε ξεγελάσει. Ισορροπεί ανάμεσα στο χιούμορ και το δράμα, την καυστικότητα και την τρυφερότητα, το σκοτάδι και το φως.

Η αγγλοσαξωνική της, μερικώς, καταγωγή της δικαιολογεί εν μέρει και το αγγλοσαξωνικό χιούμορ. Εγώ πάντως, βλέπω, μια γυναίκα με θετική αύρα για τη ζωή, για τους ανθρώπους, για την τέχνη που όμως δεν κλείνει τα μάτια μπροστά στη σκληρή πλευρά της ύπαρξης με την οποία συχνά καταπιάνεται. Και σίγουρα μια πολύ καλή δασκάλα αν κρίνω από το πόσο αγαπά τη διδασκαλία και πόσο γλυκά μιλάει.

Επιστρέφεις στον Μάρτιν ΜακΝτόνα με τη «Μοναξιά της Δύσης». Τι σημαίνει αυτό το έργο για σένα;

Η «Μοναξιά της Δύσης» είναι το τρίτο μέρος της «Τριλογίας του Λήνεην». Εμείς είχαμε ανεβάσει το 2019 τη «Βασίλισσα της ομορφιάς», που είναι το πρώτο έργο της τριλογίας. Ο ΜακΝτόνα ήταν απίστευτα νέος όταν έγραψε αυτά τα έργα. Τη «Βασίλισσα της ομορφιάς» την έγραψε το 1996, στα 23 του, και πολύ σύντομα ακολούθησαν το «Ένα Ιρλανδέζικο Κρανίο» και η «Μοναξιά της Δύσης». Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα δημιούργησε έναν, αυτόνομο, ολόκληρο κόσμο.
Αυτό που συνδέει τα έργα αυτά είναι κυρίως οι δυσλειτουργικές, εξαρτημένες, συχνά αρρωστημένες σχέσεις. Άνθρωποι που κατά βάθος δεν μπορούν να ζήσουν χώρια, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούν να ζήσουν και μαζί. Και αυτή ακριβώς η αντίφαση δημιουργεί τεράστια δυσφορία, σύγχυση, βία, τα οποία διαδραματίζονται με ένα εντελώς παράλογο, μαύρο χιούμορ.

Τι είναι αυτό που σε γοητεύει περισσότερο στον κόσμο του ΜακΝτόνα;

Αυτό που με συναρπάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο «κανονικοποιεί» το αφύσικο. Μας παρουσιάζει ακραίες, συχνά βίαιες καταστάσεις, πράγματα που κανονικά θα λέγαμε «αυτό δεν γίνεται», «δεν μπορεί να μιλούν έτσι οι άνθρωποι», «δεν μπορεί να συμπεριφέρονται έτσι». Κι όμως, μέσα στον δικό του κόσμο αυτά είναι απολύτως φυσιολογικά. Και εμείς, ως θεατές, γελάμε με αυτή την τρέλα. Ίσως γιατί τελικά η ζωή πολλές φορές αποδεικνύεται ακόμη πιο παράλογη από το θέατρο. Υπάρχει λοιπόν ένας παράξενος τρόπος ταύτισης και γι’ αυτό θεωρώ ότι ο ΜακΝτόνα παραμένει τόσο επίκαιρος. Ζούμε κι εμείς σήμερα μέσα σε μια τρέλα. Νομίζω ότι πλέον μπορούμε εύκολα να γελάσουμε με την αθλιότητα που υπάρχει γύρω μας. Είναι όλα τόσο τραγικά και ταυτόχρονα κωμικά. Εν τω μεταξύ ας μην ξεχνάμε πως οι ακραίες καταστάσεις γεννούν πάντα έναν κυνισμό. Και γινόμαστε κυνικοί επειδή νιώθουμε ανήμποροι να αλλάξουμε όσα συμβαίνουν γύρω μας. Απέναντι σε αυτή την ανημποριά, στο παράλογο και στη ματαιότητα, πολλές φορές η μόνη μας αντίδραση είναι να γελάσουμε.

Η Ελένη Σκότη
Παναγιώτης Μήλας

Αυτή η κατάσταση, όμως, δεν ξεκινά και από εμάς τους ίδιους; Θέλω να πω, εμείς δημιουργούμε αυτόν τον αφόρητο βίαιο κόσμο.

Σίγουρα και αυτό είναι κάτι που με απασχολεί πάρα πολύ. Προσπαθώ να καταλάβω από πού ξεκινούν όλα αυτά και τι ευθύνη έχουμε. Το βλέπω πολύ έντονα και μέσα από την κόρη μου, η οποία είναι 24 ετών. Τη βλέπω τώρα, που έχει τελειώσει το πανεπιστήμιο και είναι έτοιμη να ξεκινήσει τη ζωή της, και αντιλαμβάνομαι πόσο διαφορετικά βλέπει τον κόσμο από ό,τι τον έβλεπα εγώ στην ηλικία της.
Εγώ όταν ήμουν μικρή είχα μεγαλύτερο ρομαντισμό. Πίστευα στο μέλλον, στις προοπτικές, στα «όνειρα του αύριο». Σήμερα, οι νέοι σε πολλά επίπεδα νιώθουν περισσότερο τη στιγμή, αυτό το «ας δω τι θα γίνει σήμερα και για το αύριο βλέπουμε». Είναι μια γενιά πιο γειωμένη, πιο κυνική ίσως, αλλά και με έναν τρόπο πιο ρεαλιστική. Και ταυτόχρονα πολύ θυμωμένη.

Καθοριστικός δεν είναι ο ρόλος που παίζει η οικογένεια σε όλο αυτό;

Βεβαίως πολύ: από πού ερχόμαστε, τι κουβαλάμε, πώς μεγαλώσαμε, τι πήραμε από τους γονείς μας και τι αναπόφευκτα θα μεταφέρουμε κι εμείς στα παιδιά μας.
Είναι εξαιρετικά δύσκολο να κοπεί αυτή η αλυσίδα. Να μπορέσουμε να σταθούμε έξω από το εγώ μας και να δούμε καθαρότερα τι μας έχει διαμορφώσει και τι από αυτό αναπαράγουμε. Όλα ξεκινούν από το προσωπικό, αλλά δεν περιορίζονται σε αυτό. Υπάρχει και ο κοινωνικός ιστός. Σε τι περιβάλλον μεγαλώσαμε; Τι ευκαιρίες μάς δίνονται; Πόση ασφάλεια αισθανόμαστε; Νομίζω ότι πάντοτε πρόκειται για έναν συνδυασμό προσωπικών και κοινωνικών συνθηκών.

Και αυτό ακριβώς βλέπουμε στη «Μοναξιά της Δύσης»;

Ναι. Βλέπουμε ανθρώπους που ζουν σε ένα περιφερειακό, σχεδόν έρημο περιβάλλον. Δεν έχουν γύρω τους προοπτικές. Υπάρχει μια αίσθηση τέλματος. Και αυτή η εξωτερική ερημιά αντανακλάται και στον ψυχικό τους κόσμο. Δεν είναι μόνο ότι ζουν σε ένα μέρος χωρίς ευκαιρίες· είναι και ότι έχουν μεγαλώσει μέσα σε πολύ δύσκολες προσωπικές συνθήκες, σε τοξικές, αρρωστημένες, ενδοοικογενειακές καταστάσεις.
Και έτσι συνεχίζεται ένας φαύλος κύκλος. Η εξωτερική πραγματικότητα και όσα έχουν βιώσει προσωπικά δημιουργούν μαζί μια πολύ θλιβερή και βαθιά μοναχική συνθήκη.

Η μοναξιά, όμως, δεν είναι μόνο υπόθεση κοινωνικής ή οικονομικής δυσκολίας.

Καθόλου. Μπορεί κάποιος να ζει στο πιο εύπορο σπίτι, σε ένα παλάτι, και αυτό το παλάτι να είναι ένα κλουβί. Η υπαρξιακή μοναχικότητα είναι βαθιά προσωπική.
Έχει σημασία τι βιώνεις μέσα στο σπίτι σου, στις σχέσεις σου, αλλά και πόσο ευαίσθητος είσαι απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω σου. Η μοναξιά δεν είναι ταξικό προνόμιο ούτε αφορά μόνο εκείνον που στερείται υλικά πράγματα.

Η Ελένη Σκότη
Παναγιώτης Μήλας

Τι μπορεί να κάνει το θέατρο απέναντι σε όλα αυτά; Μπορεί να προσφέρει απαντήσεις;

Δεν πιστεύω ότι τα έργα που επιλέγουμε προσφέρουν απαραίτητα μια κάθαρση με την κλασική έννοια. Δεν θα βγει κάποιος από την παράσταση λέγοντας «ωραία, λύθηκε το πρόβλημα». Πιθανότατα θα βγει προβληματισμένος. Πολλά από αυτά που βλέπουμε στη σκηνή μάς είναι ήδη οικεία. Απλώς στο θέατρο μπορεί να παρουσιάζονται μεγεθυμένα ή πιο ακραία. Ο ΜακΝτόνα έχει επηρεαστεί και από τον Μπέκετ. Υπάρχει πολύ έντονα η αίσθηση του κύκλου, του πράγματος που επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Κι εσύ ως θεατής μπορεί να επιστρέψεις στο σπίτι σου και να σκεφτείς: «Μήπως κι εγώ είμαι εξαρτημένος από αυτή τη σχέση; Μήπως υπάρχει τοξικότητα που δεν βλέπω; Πού βρίσκεται το δικό μου εγώ μέσα σε αυτή τη σχέση; Μπορώ να κάνω ένα βήμα πίσω;». Με αυτή την έννοια, το θέατρο επηρεάζει κάπως τις ζωές μας.

Στο έργο τα δύο αδέλφια βρίσκονται διαρκώς σε σύγκρουση. Κάτι που ακούμε, να λέμε την αλήθεια, συχνά δίπλα μας.

Δύο ενήλικοι άνδρες που τσακώνονται σαν μικρά παιδιά. Σύνηθες! Υπάρχει ανάμεσά τους ανελέητη βία, ανταγωνισμός, ναρκισσισμός. Βρίζονται, συγκρούονται, χτυπιούνται κυριολεκτικά για πράγματα που πολλές φορές είναι γελοία.
Κι όμως, πίσω από όλο αυτό υπάρχει και η ανάμνηση μιας αγάπης. Το ερώτημα είναι: πού πήγε αυτή η αγάπη; Μπορούν να κάνουν ένα βήμα πίσω;
Υπάρχει επίσης ο πάτερ Γουόλς, που προσπαθεί να τους φέρει πιο κοντά στη συμφιλίωση, στη συγχώρεση, στην αγάπη. Μέσα από αυτόν, ο ΜακΝτόνα βρίσκει την ευκαιρία να σχολιάσει και τους θεσμούς που θεωρούμε ιερούς: την Εκκλησία, τη θρησκεία, την οικογένεια. Τελικά, ούτε η θρησκεία ούτε η οικογένεια εμφανίζονται ως δυνάμεις που μπορούν αυτομάτως να μας σώσουν.

Μπαίνει, λοιπόν, και το ερώτημα μέχρι πού οφείλουμε να προσπαθούμε να σώσουμε τον άλλον;

Ακριβώς. Μέχρι ποιο σημείο θα θυσιαστούμε για να αλλάξουμε κάποιον; Πόσο χρόνο θα χάσω προσπαθώντας να αλλάξω ανθρώπους που ίσως δεν θέλουν ή δεν μπορούν να αλλάξουν, αντί να στραφώ προς τον εαυτό μου; Μπορεί τελικά να είναι πιο ουσιαστικό να κάνω μια ενδοσκόπηση: πώς μπορώ εγώ να βελτιωθώ; Και από εκεί και πέρα να βοηθήσω όσο μπορώ ανθρώπους που μπορούν πραγματικά να ανταποκριθούν και να δυναμώσουν μέσα από αυτή τη διαδικασία.
Για μένα αυτό παραμένει ένα ανοιχτό ερώτημα.

Η Ελένη Σκότη
Παναγιώτης Μήλας

Ελένη, νομίζω πως επιλέγεις συχνά αρκετά σκοτεινά έργα, παρότι εσύ δεν δίνεις την εντύπωση ενός σκοτεινού ανθρώπου.

Ισως γιατί και εγώ προέρχομαι από μια αρκετά δυσλειτουργική οικογένεια – επομένως αυτό το τοπίο το γνωρίζω. Αλλά πιστεύω ότι ειλικρίνεια είναι να μπορούμε να βλέπουμε τα πράγματα όπως πραγματικά είναι. Οι δυσκολίες υπήρχαν πάντα και θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν. Προσωπικά θέλω να πιστεύω ότι μέσα από τα σκατά, μέσα από τη βρωμιά και μέσα από το σκοτεινό κομμάτι που υπάρχει γύρω μας αλλά και μέσα μας, έχουμε πάντα τη δυνατότητα να δούμε κάποιες εκλάμψεις φωτός.

Δεν θεωρώ τον εαυτό μου σκοτεινό άνθρωπο. Είμαι αρκετά αισιόδοξη από τη φύση μου. Πιστεύω στον άνθρωπο, στη συνείδηση, στην ενσυναίσθηση. Αλλά γνωρίζω και αποδέχομαι πως υπάρχει και πολλή βία μέσα μας. Υπάρχει το σκοτεινό μας κομμάτι. Και αν δεν έχουμε τη δύναμη να το κοιτάξουμε κατάματα, αν το φοβόμαστε και αρνούμαστε να το αντιμετωπίσουμε, τότε μπορεί να μας καταβάλει.

Αυτό αναζητάς και στα έργα που σκηνοθετείς;

Ναι. Με ενδιαφέρει η ευαλωτότητα της ανθρώπινης φύσης. Ο άνθρωπος που παλεύει με τους δαίμονές του, που προσπαθεί να ακούσει τη συνείδησή του και να καταλάβει πού βρίσκεται. Γιατί κι εγώ αυτό κάνω συνεχώς. Προσπαθώ να καταλάβω πού φταίω, τι θα μπορούσα να βελτιώσω, πώς βοηθώ ή πώς βλάπτω τους γύρω μου αλλά και τον ίδιο μου τον εαυτό. Η ζωή δεν είναι ούτε μαύρη ούτε άσπρη. Βρίσκεται κάπου ανάμεσα. Υπάρχουν στιγμές φωτός, μετά μπαίνουμε πάλι στο σκοτάδι, και το ερώτημα είναι πώς θα βγούμε από εκεί. Αυτό με ενδιαφέρει: πού βρίσκει ο άνθρωπος τη δύναμη να συνεχίσει και να ζήσει τη ζωή του.

Με ποιο κριτήριο επιλέγεις κάθε φορά ένα έργο;

Δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη μέθοδος. Διαβάζεις απλώς ένα έργο που σε συγκινεί, αλλά παίζει σημαντικό ρόλο και η στιγμή στην οποία βρίσκεσαι εσύ ο ίδιος. Η ηλικία σου, η φάση της ζωής σου, αυτό που έχεις ανάγκη εκείνη την περίοδο. Τη «Μοναξιά της Δύσης», για παράδειγμα, την έκανα και γιατί είχα ανάγκη να γελάσω λίγο.

Παρά το τόσο σκοτεινό θέμα;

Μα θα γελάσεις! Ακου που σου λέω! Αυτό είναι και το περίεργο. Εγώ είχα ανάγκη μέσα σε όλη αυτή τη μαυρίλα να γελάσω λίγο. Ίσως είναι ακριβώς αυτός ο κυνισμός απέναντι στην τρέλα που ζούμε. Γελάω με αυτούς τους δύο ανθρώπους, με την ηλιθιότητά τους, με το παράλογο της κατάστασης. Είχα ανάγκη να γελάσω με την κοινωνική πραγματικότητα στην οποία βρισκόμαστε. Για μένα, η «Μοναξιά της Δύσης» είναι κωμωδία – 100% μαύρη κωμωδία. Και ίσως αυτή ήταν και η μεγάλη πρόκληση. Είναι πολύ δύσκολο έργο, ίσως δυσκολότερο από τη «Βασίλισσα της ομορφιάς», επειδή εδώ το χιούμορ είναι πολύ πιο έντονο.

Είναι έντονα αγγλοσαξονικό. Σχεδόν σαν να ακούς ανέκδοτα στη σκηνή, μόνο που τα ανέκδοτα προκύπτουν μέσα από ανθρώπινες πράξεις και πολύ σκληρές καταστάσεις. Όλα είναι ανάποδα. Μπορεί δηλαδή να έχει συμβεί κάτι τρομακτικό και αυτοί οι δύο να κάθονται να τρώνε και να μιλούν σαν να μην έγινε τίποτα. Και εσύ γελάς επειδή δεν μπορείς να πιστέψεις αυτό που συμβαίνει.

Πόσο δύσκολο ήταν να μεταφερθεί αυτό το ιδιαίτερο χιούμορ στα ελληνικά;

Πάρα πολύ. Σε αυτό με βοήθησε πολύ ο Γιώργος Χατζηνικολάου, με τον οποίο είμαστε μαζί όλα αυτά τα χρόνια στην ομάδα Νάμα, όπως και η Μαρία Τερζάκη. Για να μπορέσεις να μπεις ουσιαστικά στη νοοτροπία μιας χώρας πρέπει να καταλάβεις το χιούμορ της. Όταν καταλαβαίνεις το χιούμορ ενός λαού, αρχίζεις να καταλαβαίνεις βαθύτερα και την κουλτούρα του. Το ιρλανδικό και γενικότερα το αγγλοσαξονικό χιούμορ έχει άλλους κώδικες από το ελληνικό. Το να δημιουργήσεις λοιπόν αυτή τη γέφυρα και να μεταφέρεις το έργο στην ελληνική πραγματικότητα ήταν δύσκολο.
Και ίσως η κωμωδία να είναι τελικά το πιο δύσκολο θεατρικό είδος.

Πώς βιώνετε σήμερα τη λειτουργία ενός θεάτρου στην Αθήνα, σε μια εποχή με τόσο πολλές παραστάσεις και τόσο μεγάλο ανταγωνισμό;

Στο Επί Κολωνώ βρισκόμαστε πάρα πολλά χρόνια και έχουμε πια το δικό μας κοινό, ανθρώπους που ακολουθούν σταθερά τις παραστάσεις μας. Υπάρχει επίσης στήριξη από το Υπουργείο Πολιτισμού. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μια παράσταση είναι εξασφαλισμένη. Δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι επειδή έχεις ένα κοινό, κάθε έργο θα πάει καλά. Το θεατρικό κοινό σήμερα είναι απαιτητικό. Και υπάρχουν πάρα πολλές παραστάσεις. Ο θεατής πρέπει να επιλέξει τι θα δει σε σχέση με το πόσα χρήματα μπορεί να διαθέσει. Από τη μία, λοιπόν, είναι πολύ θετικό ότι υπάρχει μια πραγματική άνθιση, ότι λειτουργούν πολλές σκηνές και ανεβαίνουν τόσες παραστάσεις. Από την άλλη, αυτό κάνει και τη δική μας δουλειά ακόμη δυσκολότερη.

Σε προσωπικό επίπεδο, πάντως, νιώθω πολύ τυχερή και ευγνώμων που έχω τη δυνατότητα να πειραματίζομαι και να δοκιμάζω πράγματα έχοντας δίπλα μου τους πολύτιμους συνεργάτες μου. Μαζί προσπαθούμε κάθε χρόνο να στήσουμε τις δουλειές μας όσο καλύτερα μπορούμε. Απλώς τα πράγματα δεν γίνονται ευκολότερα. Κάθε χρόνο γίνονται δυσκολότερα.

Ας κλείσουμε με τη διδασκαλία. Ποιος είναι ο ρόλος της στη ζωή σου;

Πολύ σημαντικός. Η διδασκαλία πάντοτε συνόδευε τις σκηνοθεσίες μου. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι ίσως θεωρώ τον εαυτό μου πρώτα δασκάλα και μετά σκηνοθέτιδα. Υπάρχει, ασφαλώς, μια βασική διαφορά ανάμεσα στα δύο. Όταν σκηνοθετείς, υπάρχει ένα αποτέλεσμα που πρέπει να έρθει. Μπορεί η διαδικασία των προβών να είναι πολύ όμορφη, όμως ύστερα από δύο μήνες πρέπει να υπάρχει μια έτοιμη παράσταση.

Ο σκηνοθέτης οφείλει να έχει ένα όραμα, να γνωρίζει προς τα πού πηγαίνει και να δημιουργεί ένα συγκεκριμένο πλαίσιο μέσα στο οποίο οι ηθοποιοί ξέρουν προς τα πού κινούνται. Στη διδασκαλία δεν υπάρχει αυτή η πίεση του τελικού αποτελέσματος. Είναι μια διαρκής διαδικασία αυτογνωσίας για τον ηθοποιό, παράλληλα βέβαια με την εκμάθηση της τεχνικής. Ακριβώς γι’ αυτό αγαπώ τόσο πολύ τη διδασκαλία. Δεν υπάρχει ένα σημείο στο οποίο λες «τελειώσαμε». Είναι μια διαδικασία που δεν ολοκληρώνεται ποτέ. Όπως εξελίσσεται ο άνθρωπος, εξελίσσεται και η τεχνική του, εξελίσσεται και η μάθησή του. Και αυτό είναι που με γοητεύει.

«Η μοναξιά της Δύσης»
Θέατρο ΕΠΙ ΚΟΛΩΝΩ
Ναυπλίου 12 & Λένορμαν 94, Κολωνός, τηλ. 210 5138067

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα