Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα – Ενέργεια και υπηρεσίες οι μεγάλες εστίες ακρίβειας
Διαβάζεται σε 6'
Η ενέργεια και οι υπηρεσίες εξελίσσονται στις δύο βασικές εστίες ακρίβειας, την ώρα που η εξαιρετικά χαμηλή –και αρνητική– αποταμίευση δείχνει ότι ένα σημαντικό μέρος των νοικοκυριών έχει ελάχιστα περιθώρια να απορροφήσει ένα νέο κύμα ανατιμήσεων.
- 03 Οκτωβρίου 2026 08:29
Νέα επιτάχυνση καταγράφει ο πληθωρισμός στην Ελλάδα, με τις τιμές να αυξάνονται αισθητά ταχύτερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης και την ακρίβεια να επιμένει σε κρίσιμους τομείς της καθημερινότητας των νοικοκυριών.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της Eurostat, ο ετήσιος πληθωρισμός στην Ελλάδα εκτινάχθηκε στο 5,1% τον Σεπτέμβριο, από 3,7% τον Αύγουστο. Την ίδια ώρα, στην Ευρωζώνη ο πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,8%, έναντι 3,2% έναν μήνα νωρίτερα. Η διαφορά, μάλιστα, των 1,3 ποσοστιαίων μονάδων δείχνει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις στην ελληνική οικονομία παραμένουν εντονότερες.
Οι επιταχυντές
Στην κορυφή, βέβαια, των πιέσεων βρίσκεται η ενέργεια, με τις τιμές στην Ελλάδα να αυξάνονται κατά 25,4%, έναντι 18,8% στην Ευρωζώνη. Πρόκειται για μία από τις υψηλότερες επιδόσεις μεταξύ των χωρών του ευρώ, με την ελληνική αύξηση να υπερβαίνει κατά 6,6 μονάδες τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η εξέλιξη αυτή μεταφέρεται άμεσα στο κόστος μετακίνησης, θέρμανσης και λειτουργίας των επιχειρήσεων, διατηρώντας ισχυρές τις πιέσεις στο συνολικό κόστος ζωής.
Η δεύτερη σημαντική εστία ακρίβειας εντοπίζεται στις υπηρεσίες. Οι τιμές στην Ελλάδα αυξήθηκαν κατά 6,3%, σχεδόν στο διπλάσιο του 3,2% που καταγράφηκε στην Ευρωζώνη. Η εικόνα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι ο πληθωρισμός δεν περιορίζεται πλέον μόνο στην ενέργεια, αλλά έχει περάσει σε ένα ευρύτερο φάσμα υπηρεσιών που καταναλώνουν καθημερινά τα νοικοκυριά.
Καλή εικόνα στα τρόφιμα
Αντίθετα, η εικόνα στα τρόφιμα είναι σαφώς διαφορετική. Στα επεξεργασμένα τρόφιμα καταγράφηκε μείωση τιμών κατά 0,7%, όταν στην Ευρωζώνη σημειώθηκε αύξηση 0,4%. Στα μη επεξεργασμένα τρόφιμα η άνοδος περιορίστηκε στο 0,7%, έναντι 4% στην Ευρωζώνη. Συνολικά, η κατηγορία τροφίμων, ποτών και καπνού παρουσίασε στην Ελλάδα μείωση 0,2%, την ώρα που στην Ευρωζώνη οι τιμές αυξήθηκαν κατά 1,4%.
Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι το πρόβλημα της ελληνικής ακρίβειας δεν βρίσκεται αυτή την περίοδο πρωτίστως στο καλάθι των τροφίμων. Οι μεγαλύτερες πιέσεις εντοπίζονται στην ενέργεια και στις υπηρεσίες, δύο κατηγορίες που επηρεάζουν ευρύτερα το κόστος διαβίωσης αλλά και το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων.
Στην Ευρωζώνη, άλλωστε, η εικόνα του Σεπτεμβρίου επιβεβαιώνει την ενίσχυση των ενεργειακών πιέσεων. Η ενέργεια καταγράφει ετήσια αύξηση 18,8%, από 14,3% τον Αύγουστο. Ακολουθούν οι υπηρεσίες με 3,2%, έναντι 3%, τα τρόφιμα, το αλκοόλ και ο καπνός με 1,4%, από 1,1%, ενώ τα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά περιορίζονται στο 1,1%, από 1,2%.
Να σημειωθεί, πάντως, ότι ένα νέο κύμα ανατιμήσεων φαίνεται να διαμορφώνεται στην αγορά, καθώς, οι νέοι τιμοκατάλογοι που έχουν ήδη αρχίσει να φτάνουν στα σούπερ μάρκετ δημιουργούν ανησυχία για την εξέλιξη των τιμών τους επόμενους μήνες.
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, μάλιστα, οι αυξήσεις που έχουν κατατεθεί κινούνται, κατά μέσο όρο, στην περιοχή του 7% έως 12%, με σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά προϊόν. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι αυξήσεις είναι χαμηλότερες, ενώ σε άλλα προϊόντα υπερβαίνουν αισθητά τον συγκεκριμένο μέσο όρο.
Η ακρίβεια βρίσκει τα νοικοκυριά χωρίς «μαξιλάρι»
Η επιμονή των ανατιμήσεων, όμως, αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν συνδυαστεί με την εικόνα των ελληνικών νοικοκυριών. Η Ελλάδα εμφανίζει το πρώτο τρίμηνο του 2026 το χαμηλότερο ποσοστό αποταμίευσης μεταξύ των χωρών με διαθέσιμα συγκρίσιμα στοιχεία της Eurostat.
Το ποσοστό διαμορφώθηκε στο -5,12%, όταν στην Ευρωζώνη ανήλθε σε 14,4% και στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε 14,14%. Η διαφορά από την Ευρωζώνη φθάνει τις 19,52 ποσοστιαίες μονάδες.
Αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης σημαίνει ότι, σε επίπεδο συνόλου του τομέα των νοικοκυριών και των μη κερδοσκοπικών ιδρυμάτων που τα εξυπηρετούν, οι καταναλωτικές δαπάνες υπερβαίνουν το διαθέσιμο εισόδημα. Με απλά λόγια, για κάθε 100 ευρώ διαθέσιμου εισοδήματος αντιστοιχούν περίπου 105,12 ευρώ κατανάλωσης.
Μάλιστα, η Ελλάδα και η Ρουμανία είναι οι μόνες χώρες της συγκεκριμένης σύγκρισης που εμφανίζουν αρνητική αποταμίευση, με τη Ρουμανία να καταγράφει -3,58%. Στον αντίποδα, τα υψηλότερα ποσοστά εμφανίζονται στην Ουγγαρία με 20,32%, την Ιρλανδία με 19,44%, την Τσεχία με 19,42% και τη Γερμανία με 18,89%. Στη Γαλλία το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει το 17,41%, ενώ στην Πολωνία, που βρίσκεται στο χαμηλότερο επίπεδο μεταξύ των χωρών με θετική αποταμίευση, διαμορφώνεται στο 9,55%.
«Μόλις τα βγάζουν πέρα» έξι στα δέκα νοικοκυριά
Η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα αποτυπώνεται και στις έρευνες οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ. Παρά την οριακή βελτίωση, οι εκτιμήσεις των καταναλωτών για την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους παραμένουν ιδιαίτερα αρνητικές. Ο σχετικός δείκτης διαμορφώθηκε τον Σεπτέμβριο στις -44,4 μονάδες, από -48,3 προηγουμένως.
Επίσης, με βάση το ΙΟΒΕ και την Έρευνα Οικονομικής Συγκυρίας – Σεπτέμβριος 2026 , περίπου 60% των νοικοκυριών εκτιμά ότι η οικονομική του κατάσταση επιδεινώθηκε ελαφρά ή αισθητά κατά τους προηγούμενους 12 μήνες, ενώ μόλις 3% βλέπει κάποια βελτίωση. Για σύγκριση, οι αντίστοιχοι δείκτες σε Ευρωπαϊκή Ένωση και Ευρωζώνη βρίσκονται στις -11,6 και -12,3 μονάδες.
Την ίδια στιγμή, 58% των καταναλωτών δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα», ποσοστό αμετάβλητο σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Το 12% δηλώνει ότι αντλεί από τις αποταμιεύσεις του, ενώ μόλις 22% αναφέρει ότι αποταμιεύει λίγο ή πολύ. Το 7% δηλώνει ότι έχει χρεωθεί.
Και παρά την ήπια αποκλιμάκωση των σχετικών προσδοκιών, η πλειονότητα των καταναλωτών εξακολουθεί να περιμένει νέες αυξήσεις. Ο δείκτης για τις προβλέψεις των τιμών τους επόμενους 12 μήνες υποχώρησε στις +35 μονάδες, από +40 τον Ιούλιο, ενώ το 62% των νοικοκυριών εκτιμά ότι οι τιμές θα αυξηθούν με τον ίδιο ή ταχύτερο ρυθμό.
Νέα πίεση από το πετρέλαιο
Την ίδια ώρα, στο διεθνές μέτωπο, η άνοδος του ενεργειακού κόστους επιχειρείται να αντιμετωπιστεί με την αξιοποίηση στρατηγικών αποθεμάτων. Οι χώρες της G7, υπό την πίεση της αμερικανικής κυβέρνησης, προχωρούν σε συντονισμένη απελευθέρωση αποθεμάτων αργού πετρελαίου και ντίζελ, συνολικού ύψους έως και 100 εκατ. βαρελιών, με στόχο να περιοριστούν οι ανοδικές πιέσεις στις τιμές των καυσίμων.
Η διαδικασία, που συντονίζεται από τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας (IEA), αναμένεται να εξελιχθεί μέσα στους επόμενους τέσσερις μήνες.
Ήδη, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ανέφερε ότι η έμφαση θα δοθεί ιδιαίτερα στο ντίζελ, ενώ οι χώρες δεσμεύονται παράλληλα να μην επιβάλλουν περιορισμούς στις εξαγωγές.
Για την ελληνική οικονομία, η εξέλιξη των διεθνών τιμών ενέργειας αποτελεί κρίσιμο παράγοντα, καθώς η ενεργειακή συνιστώσα αποτελεί σήμερα μία από τις βασικότερες πηγές πληθωριστικών πιέσεων. Εφόσον οι πιέσεις στα καύσιμα παραμείνουν έντονες, το κόστος ενέργειας είναι πιθανό να συνεχίσει να μεταφέρεται στην οικονομία, επηρεάζοντας τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις.
Έτσι, παρά τη σαφή αποκλιμάκωση στις τιμές των τροφίμων στην Ελλάδα, ο πληθωρισμός δεν παύει να αποτελεί σημαντική πίεση για το διαθέσιμο εισόδημα.