Τράπεζες: Γιατί άνοιξε ξανά η συζήτηση για τον Αναβαλλόμενο Φόρο

Διαβάζεται σε 5'
Τράπεζες: Γιατί άνοιξε ξανά η συζήτηση για τον Αναβαλλόμενο Φόρο
ISTOCK

Οι τράπεζες υποστηρίζουν ότι ήδη επιταχύνουν την απόσβεση του DTC κατά μία δεκαετία, απορρίπτουν τα σενάρια εξάλειψής του έως το 2028 και απαντούν στην κριτική ότι «δεν πληρώνουν φόρους». Το σχέδιο να «σβήσει» έως το 2033

Ο αναβαλλόμενος φόρος (Deferred Tax Credit – DTC) επανέρχεται δυναμικά τις τελευταίες ημέρες στο δημόσιο διάλογο, καθώς πληθαίνουν οι συζητήσεις για το αν οι ελληνικές τράπεζες θα πρέπει να προχωρήσουν ακόμη ταχύτερα στην πλήρη εξάλειψή του. Από την πλευρά τους, τραπεζικές πηγές υποστηρίζουν ότι η διαδικασία όχι μόνο έχει ήδη ξεκινήσει, αλλά εξελίσσεται με πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα από ό,τι προέβλεπε ο αρχικός σχεδιασμός.

Σύμφωνα με τραπεζικά στελέχη, οι ίδιες οι συστημικές τράπεζες έχουν συμφωνήσει με τις ευρωπαϊκές εποπτικές αρχές ένα νέο πλαίσιο, το οποίο οδηγεί στην πλήρη απόσβεση των οριστικών και εκκαθαρισμένων αναβαλλόμενων φορολογικών απαιτήσεων έως το 2032-2033, δηλαδή περίπου οκτώ έως δέκα χρόνια νωρίτερα από το αρχικό χρονοδιάγραμμα που έφθανε έως το 2042.

Η απόσβεση ήδη επιταχύνεται

Οι ίδιες πηγές επισημαίνουν ότι ήδη από τη χρήση του 2025 οι ελληνικές τράπεζες προχώρησαν σε απόσβεση αναβαλλόμενου φόρου ύψους περίπου 1,5 δισ. ευρώ, ποσό υπερδιπλάσιο σε σχέση με τα περίπου 700 εκατ. ευρώ που προέβλεπε η αρχική νομοθετική διαδικασία.

Η διαφορά αυτή οφείλεται στον νέο εποπτικό μηχανισμό που έχει εγκριθεί από τις ευρωπαϊκές αρχές. Πέρα από την ετήσια υποχρεωτική απόσβεση που προβλέπει ο νόμος, μειώνεται επιπλέον και ποσό που αντιστοιχεί στο 29% των μερισμάτων που διανέμονται κάθε χρόνο στους μετόχους.

Με απλά λόγια, όσο υψηλότερα είναι τα μερίσματα που επιστρέφουν οι τράπεζες στους επενδυτές, τόσο πιο γρήγορα περιορίζεται και ο αναβαλλόμενος φόρος.

Γιατί οι τράπεζες διαφωνούν με την πλήρη εξάλειψη έως το 2028

Στο τραπεζικό σύστημα αντιμετωπίζουν με ιδιαίτερη επιφύλαξη τις προτάσεις που κάνουν λόγο για πλήρη εξάλειψη του DTC μέσα στα επόμενα δύο χρόνια. Όπως εξηγούν, ακόμη και στο τέλος του 2028 το υπόλοιπο του αναβαλλόμενου φόρου εκτιμάται ότι θα ανέρχεται περίπου στα 8 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας περίπου στο 30% των βασικών εποπτικών κεφαλαίων (CET1) των ελληνικών τραπεζών.

Μια τόσο απότομη επιτάχυνση της απόσβεσης, υποστηρίζουν, θα δημιουργούσε ανάγκη άντλησης νέων κεφαλαίων όχι επειδή οι τράπεζες θα αντιμετώπιζαν προβλήματα, αλλά αποκλειστικά λόγω της αλλαγής του χρονοδιαγράμματος. Κάτι τέτοιο, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, θα μπορούσε να στείλει λανθασμένα μηνύματα στις διεθνείς αγορές και να επηρεάσει την εικόνα της ελληνικής οικονομίας.

Τι είναι τελικά ο αναβαλλόμενος φόρος

Με αφορμή τη δημόσια συζήτηση, τραπεζικές πηγές επιχειρούν να ξεκαθαρίσουν και τι ακριβώς είναι ο αναβαλλόμενος φόρος, καθώς -όπως σημειώνουν- συχνά δημιουργούνται παρερμηνείες.

Όπως εξηγούν, δεν πρόκειται για κάποιο προνόμιο των τραπεζών ούτε για φόρο που «χαρίζεται». Είναι ένας λογιστικός μηχανισμός που προβλέπεται από τα διεθνή λογιστικά πρότυπα και χρησιμοποιείται όταν υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στη λογιστική και στη φορολογική αποτύπωση συγκεκριμένων οικονομικών γεγονότων.

Οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να συμψηφίζουν τα σημερινά τους κέρδη με τις τεράστιες φορολογικές ζημιές που δημιουργήθηκαν την περίοδο της οικονομικής κρίσης, κυρίως από το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων (PSI) αλλά και από τις μεγάλες διαγραφές μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Τραπεζικοί κύκλοι υπενθυμίζουν ότι η δυνατότητα να αναγνωρίζεται μέρος του αναβαλλόμενου φόρου ως εποπτικό κεφάλαιο θεσπίστηκε σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Όπως σημειώνουν, τόσο η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου το 2014 όσο και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το 2017 διατήρησαν και ενίσχυσαν το συγκεκριμένο πλαίσιο, με βασικό στόχο να περιοριστούν οι ανάγκες νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και να προστατευθούν οι δημόσιοι πόροι που είχαν ήδη διατεθεί για τη διάσωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Χωρίς αυτή τη ρύθμιση, υποστηρίζουν, οι κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών θα ήταν σημαντικά μεγαλύτερες, γεγονός που θα είχε πολύ υψηλότερο κόστος για το ελληνικό Δημόσιο.

“Οι τράπεζες πληρώνουν φόρους”

Ένα ακόμη σημείο στο οποίο επιμένουν τραπεζικές πηγές αφορά την άποψη που διατυπώνεται συχνά ότι οι ελληνικές τράπεζες δεν καταβάλλουν φόρους.

Όπως εξηγούν, οι τράπεζες εξακολουθούν να φορολογούνται με συντελεστή 29%, υψηλότερο από τον εταιρικό φορολογικό συντελεστή 22% που ισχύει για τις υπόλοιπες επιχειρήσεις.

Παράλληλα, επειδή οι βασικές τραπεζικές υπηρεσίες απαλλάσσονται από ΦΠΑ, οι ίδιες δεν μπορούν να συμψηφίσουν τον φόρο που πληρώνουν στους προμηθευτές τους. Έτσι, ο ΦΠΑ μετατρέπεται σε πραγματικό λειτουργικό κόστος, το οποίο υπολογίζεται κάθε χρόνο μεταξύ 350 και 400 εκατ. ευρώ και καταλήγει απευθείας στα δημόσια έσοδα.

Επιπλέον, οι τράπεζες καταβάλλουν και ειδική αμοιβή προς το Ελληνικό Δημόσιο για την κρατική εγγύηση που συνδέεται με το καθεστώς του αναβαλλόμενου φόρου, με όρους που έχουν εγκριθεί από τις ευρωπαϊκές αρχές ανταγωνισμού.

Η σύνδεση με την πραγματική οικονομία

Οι ίδιες πηγές συνδέουν την ισχυρή κεφαλαιακή θέση των τραπεζών με τη δυνατότητα χρηματοδότησης της οικονομίας.

Επικαλούνται στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σύμφωνα με τα οποία την περίοδο 2022-2025 η Ελλάδα κατέγραψε μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης των δανείων προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις 10,9%, επίδοση που κατατάσσει τη χώρα στην τρίτη θέση μεταξύ των κρατών της Ευρωζώνης.

Παράλληλα, σημειώνουν ότι τα νέα στεγαστικά δάνεια με σταθερό επιτόκιο πενταετίας χορηγούνται σήμερα με μέσο επιτόκιο 3,16%, χαμηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης που διαμορφώνεται στο 3,43%.

Το μήνυμα που επιχειρούν να εκπέμψουν οι τράπεζες είναι ότι η σταδιακή και ελεγχόμενη αποκλιμάκωση του αναβαλλόμενου φόρου αποτελεί ήδη μια διαδικασία σε εξέλιξη, η οποία, όπως υποστηρίζουν, δεν πρέπει να διαταράξει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ούτε τη δυνατότητα του τραπεζικού συστήματος να συνεχίσει να χρηματοδοτεί την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα