Τράπεζες – Στεγαστικά: Σε πολυετή υψηλά οι νέες χρηματοδοτήσεις

Διαβάζεται σε 5'
Ακίνητα στην Αθήνα
Ακίνητα στην Αθήνα INTIME

Προς τα 3 δισ. ευρώ οι εκταμιεύσεις το 2026 – Το μεγάλο «αγκάθι» της προκαταβολής και τι σχεδιάζει η κυβέρνηση για φθηνότερα δάνεια

Μετά από σχεδόν 16 χρόνια συνεχούς συρρίκνωσης, τα στεγαστικά δάνεια επιστρέφουν δυναμικά, καθώς όλο και περισσότεροι Έλληνες στρέφονται στις τράπεζες για την αγορά κατοικίας. Ωστόσο, για χιλιάδες νοικοκυριά το μεγάλο εμπόδιο δεν είναι μόνο η μηνιαία δόση, αλλά κυρίως τα χρήματα που πρέπει να έχουν ήδη στην άκρη για να πάρουν το «πράσινο φως» από την τράπεζα.
Τα στοιχεία δείχνουν πάντως ότι η στεγαστική πίστη έχει γυρίσει σελίδα.

Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα της Τράπεζας της Ελλάδος, στο πρώτο εξάμηνο του 2026 συμβασιοποιήθηκαν στεγαστικά δάνεια ύψους 1,83 δισ. ευρώ, ποσό αυξημένο κατά 118% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025 και το υψηλότερο από το 2013.

Μόνο τον Ιούνιο οι νέες χρηματοδοτήσεις έφτασαν τα 533 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας την καλύτερη μηνιαία επίδοση των τελευταίων 14,5 ετών.

Το μεγάλο γύρισμα στα στεγαστικά

Η σημαντικότερη αλλαγή είναι ότι για πρώτη φορά μετά από 16 χρόνια τα νέα στεγαστικά δάνεια ξεπερνούν τις αποπληρωμές των παλαιών. Αυτό σημαίνει ότι η συνολική στεγαστική πίστη αρχίζει ξανά να αυξάνεται.

Η αγορά πέρασε αρχικά σε οριακά θετικό έδαφος στα τέλη του 2025, ενώ από τον Φεβρουάριο του 2026 καταγράφει σταθερά ετήσιους ρυθμούς πιστωτικής επέκτασης περίπου 1,2%.

Στο επτάμηνο Ιανουαρίου-Ιουλίου η καθαρή ροή χρηματοδότησης διαμορφώθηκε κοντά στα 80 εκατ. ευρώ, έναντι αρνητικής ροής 50 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025 και περίπου 500 εκατ. ευρώ το 2024.

Καθοριστικό ρόλο στην ανάκαμψη έχει παίξει και το «Σπίτι μου ΙΙ», καθώς εκτιμάται ότι περίπου ένα στα πέντε στεγαστικά δάνεια του πρώτου εξαμήνου συνδέθηκε με το πρόγραμμα.

Προς τα 3 δισ. ευρώ το 2026

Οι τράπεζες εκτιμούν ότι η ανοδική πορεία θα συνεχιστεί. Με βάση τις σημερινές τάσεις, οι εκταμιεύσεις νέων στεγαστικών μπορούν να κινηθούν προς τα 3 δισ. ευρώ στο σύνολο του 2026, ενώ τα επόμενα χρόνια η αγορά θα μπορούσε να προσεγγίσει ακόμη και τα 4 δισ. ευρώ ετησίως.

Τα περιθώρια είναι μεγάλα, καθώς σήμερα μόλις περίπου το 10% των αγοραπωλησιών κατοικιών πραγματοποιείται με τραπεζικό δανεισμό. Το πρόβλημα, ωστόσο, για τον υποψήφιο αγοραστή ξεκινά πριν ακόμη φτάσει στη μηνιαία δόση.

Πόσα πρέπει να έχετε στην άκρη

Οι τράπεζες κατά κανόνα δεν χρηματοδοτούν το 100% της αξίας ενός ακινήτου. Αυτό σημαίνει ότι ο αγοραστής πρέπει να διαθέτει σημαντικά ίδια κεφάλαια.

Για ένα σπίτι αξίας 250.000 ευρώ, για παράδειγμα, με ίδια συμμετοχή 20%-30%, απαιτούνται περίπου 50.000 έως 75.000 ευρώ από τον ίδιο τον αγοραστή. Και σε αυτά θα πρέπει να προστεθούν τα υπόλοιπα έξοδα που συνοδεύουν μία αγοραπωλησία.

Για τους νεότερους δανειολήπτες μπορεί, υπό προϋποθέσεις, το ποσοστό της ίδιας συμμετοχής να περιοριστεί κοντά στο 10%, όμως και πάλι η συγκέντρωση του απαιτούμενου κεφαλαίου αποτελεί δύσκολη εξίσωση.

Αυτό ακριβώς αναδεικνύει και πρόσφατη ανάλυση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Το πρόβλημα της στέγασης στην Ελλάδα δεν αφορά μόνο τις ακριβές κατοικίες ή τα επιτόκια. Αφορά και τη χαμηλή αποταμίευση των νοικοκυριών, που δυσκολεύει την εξασφάλιση της προκαταβολής.

Στα ύψη οι τιμές των κατοικιών

Η κατάσταση γίνεται δυσκολότερη από τη μεγάλη άνοδο των τιμών. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, το 55% των κατοικιών που προσφέρονται προς πώληση κοστίζει πάνω από 200.000 ευρώ, ενώ περίπου μία στις τρεις ξεπερνά τις 280.000 ευρώ.

Από το 2017 οι τιμές των κατοικιών έχουν αυξηθεί κατά περίπου 85%, την ώρα που το διαθέσιμο εισόδημα ανά κάτοικο έχει ενισχυθεί κατά περίπου 47%. Από τα τέλη του 2020 και μόνο, η αύξηση των τιμών φτάνει περίπου το 61%.

Η πίεση δεν περιορίζεται στην αγορά κατοικίας. Το διάμεσο ζητούμενο ενοίκιο βρίσκεται περίπου στα 575 ευρώ τον μήνα πανελλαδικά και ανεβαίνει στα 785 ευρώ στην Αττική.

Τι εξετάζει η κυβέρνηση

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι τράπεζες περιμένουν με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τη νέα στεγαστική πολιτική της κυβέρνησης.

Με βάση τον σχεδιασμό που έχει παρουσιαστεί, αντί για έναν τρίτο κύκλο του «Σπίτι μου» με συγκεκριμένο κρατικό προϋπολογισμό, εξετάζεται ένα διαφορετικό μοντέλο στήριξης.

Η λογική είναι οι τράπεζες να προσφέρουν στεγαστικά δάνεια με χαμηλότερα επιτόκια σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, όπως νέους που θέλουν να αποκτήσουν πρώτη κατοικία, και ως αντάλλαγμα να λαμβάνουν φορολογικά κίνητρα.

Ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να λειτουργεί σε μόνιμη βάση, χωρίς να εξαρτάται από έναν συγκεκριμένο «κουμπαρά» χρημάτων ή από ασφυκτικές προθεσμίες αιτήσεων.

Παρά την αποκλιμάκωση των επιτοκίων και την επιστροφή των τραπεζών στην αγορά στεγαστικών, λοιπόν, η εξίσωση της πρώτης κατοικίας παραμένει δύσκολη. Για ένα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο «πόση δόση μπορώ να πληρώνω», αλλά «πόσα χρήματα πρέπει να έχω ήδη στην άκρη για να μπορέσω να πάρω το δάνειο».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα