Καρδιαγγειακά: Ποιοι πρέπει να κάνουν την ειδική εξέταση CAC scan

Διαβάζεται σε 6'
Ασθενής μέσα σε τομογράφο
Ασθενής μέσα σε τομογράφο iStock

Η εξέταση CAC μπορεί να βοηθήσει ορισμένους ασθενείς να εκτιμήσουν καλύτερα τον καρδιαγγειακό τους κίνδυνο, αλλά για πολλούς είναι άνευ σημασίας.

Η πρόληψη παραμένει ένα από τα σημαντικότερα «όπλα» απέναντι στις καρδιαγγειακές παθήσεις, οι οποίες εξακολουθούν να αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου τόσο για τους άνδρες. Οι τακτικοί ιατρικοί έλεγχοι και η εκτίμηση του ατομικού κινδύνου σε συνεργασία με τον γιατρό έχουν, επομένως, ιδιαίτερη σημασία.

Ωστόσο, μια εξέταση που τα τελευταία χρόνια γίνεται ολοένα και πιο δημοφιλής ενδέχεται να μην είναι απαραίτητη για όλους.

Πρόκειται για την αξονική μέτρηση ασβεστίου στις στεφανιαίες αρτηρίες, γνωστή ως CAC scan, η οποία ανιχνεύει ασβεστοποιημένη αθηρωματική πλάκα στις αρτηρίες που τροφοδοτούν την καρδιά.

Η εξέταση πραγματοποιείται με αξονική τομογραφία θώρακος και δίνει μια ένδειξη για την πιθανότητα εμφάνισης καρδιαγγειακού επεισοδίου, όπως εμφράγματος ή εγκεφαλικού, τα επόμενα χρόνια.

Σκορ CAC ίσο με μηδέν σημαίνει ότι δεν ανιχνεύεται ασβεστοποιημένη πλάκα και συνδέεται με χαμηλό καρδιαγγειακό κίνδυνο. Αντίθετα, όσο αυξάνεται η βαθμολογία —και ιδίως όταν ξεπερνά το 100— τόσο ισχυρότερες είναι οι ενδείξεις εγκατεστημένης αθηρωματικής νόσου και αυξημένου κινδύνου.

Νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό JAMA, όμως, δείχνει ότι για τους περισσότερους ανθρώπους οι πληροφορίες αυτές μπορούν να εκτιμηθούν με αρκετή ακρίβεια και χωρίς αξονική τομογραφία.

Συγκεκριμένα, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το εργαλείο PREVENT της Αμερικανικής Καρδιολογικής Εταιρείας (American Heart Association) μπορεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, να προβλέψει σωστά τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.

Το PREVENT συνεκτιμά βασικούς παράγοντες, όπως η ηλικία, το φύλο, η αρτηριακή πίεση, η χοληστερόλη, ο διαβήτης, το κάπνισμα και η νεφρική λειτουργία.

Η προσθήκη του σκορ CAC δεν βελτίωσε ουσιαστικά την πρόβλεψη για τους περισσότερους συμμετέχοντες. Υπήρξε, ωστόσο, μια σημαντική εξαίρεση: τα άτομα που βρίσκονταν στην οριακή ή ενδιάμεση ζώνη κινδύνου.

Σε ποιους μπορεί πραγματικά να φανεί χρήσιμη

Στη μελέτη συμμετείχαν περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι ηλικίας 45 έως 79 ετών. Όλοι υποβλήθηκαν τόσο σε εκτίμηση κινδύνου με το PREVENT όσο και σε μέτρηση ασβεστίου των στεφανιαίων αρτηριών, ενώ στη συνέχεια παρακολουθήθηκαν επί μία δεκαετία.

Στο σύνολο του δείγματος, το CAC πρόσθεσε ελάχιστα στην ακρίβεια της πρόβλεψης. Η εικόνα άλλαζε, όμως, όταν οι ερευνητές επικεντρώνονταν στα άτομα που είχαν χαρακτηριστεί από το PREVENT ως οριακού ή ενδιάμεσου κινδύνου, δηλαδή με πιθανότητα καρδιαγγειακής νόσου 3% έως 9% μέσα σε δέκα χρόνια.

Σε αυτή την ομάδα, η μέτρηση του ασβεστίου βοήθησε να ξεκαθαρίσει αν ο πραγματικός κίνδυνος ήταν τελικά χαμηλότερος ή υψηλότερος από όσο αρχικά φαινόταν.

Όπως εξηγεί ο Nilay Shah, κύριος συγγραφέας της μελέτης και επίκουρος καθηγητής Ιατρικής στο Τμήμα Καρδιολογίας της Ιατρικής Σχολής Feinberg του Northwestern University, η εξέταση CAC μπορεί να λειτουργήσει ως «κριτής» όταν η αρχική εκτίμηση δεν οδηγεί σε σαφές συμπέρασμα.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία όταν τίθεται το ερώτημα αν ένας ασθενής πρέπει να αρχίσει θεραπεία με στατίνη για τη μείωση της χοληστερόλης. Η ανίχνευση πλάκας, δηλαδή ένα σκορ μεγαλύτερο από το μηδέν, μπορεί να ενισχύσει την απόφαση για έναρξη αγωγής. Αντίθετα, ένα μηδενικό σκορ μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να επιτρέψει την αναβολή της φαρμακευτικής θεραπείας.

Η προσέγγιση αυτή συμφωνεί με τις νεότερες κατευθυντήριες οδηγίες για τη χοληστερόλη, οι οποίες προτείνουν τη χρήση του CAC κυρίως όταν χρειάζονται πρόσθετες πληροφορίες για τη λήψη θεραπευτικής απόφασης σε άτομα ενδιάμεσου κινδύνου.

Ο καρδιολόγος Σωκράτης Κακουλίδης, επικεφαλής του ακτινολογικού τμήματος στο νοσοκοκμείο Baptist Health Heart & Vascular Care, ο οποίος δεν συμμετείχε στη μελέτη, θεωρεί ότι τα ευρήματα δεν υποβαθμίζουν τη χρησιμότητα της εξέτασης.

Όπως σημειώνει, «δεν βλέπω αυτή τη μελέτη ως αρνητική για το CAC». Αντίθετα, εκτιμά ότι βοηθά τους γιατρούς να επιλέγουν καλύτερα ποιοι ασθενείς έχουν πραγματική πιθανότητα να ωφεληθούν.

Υπάρχουν, άλλωστε, παράγοντες κινδύνου που δεν αποτυπώνονται πλήρως στο PREVENT. Σε αυτούς περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, το έντονο οικογενειακό ιστορικό καρδιοπάθειας, η προεκλαμψία, ο διαβήτης κύησης και τα αυξημένα επίπεδα λιποπρωτεΐνης(a), γνωστής ως Lp(a).

Σε ανθρώπους με τέτοιους επιβαρυντικούς παράγοντες, μια εξέταση CAC μπορεί να αποκαλύψει κίνδυνο που δεν ήταν εμφανής από την αρχική εκτίμηση.

Γιατί δεν χρειάζονται όλοι αξονική εξέταση

Για όσους βρίσκονται ήδη ξεκάθαρα σε κατηγορία χαμηλού ή υψηλού κινδύνου, η εξέταση συχνά δεν αλλάζει τίποτα στην αντιμετώπιση. Ένας άνθρωπος υψηλού κινδύνου είναι πολύ πιθανό να έχει ήδη αθηρωματική πλάκα, ενώ ένας άνθρωπος χαμηλού κινδύνου είναι πιθανότερο να εμφανίσει μηδενικό ή πολύ χαμηλό σκορ.

Στην πράξη, λοιπόν, η εξέταση μπορεί απλώς να επιβεβαιώσει κάτι που είναι ήδη γνωστό, χωρίς να επηρεάσει τη θεραπευτική απόφαση. Οι ασθενείς υψηλού κινδύνου πιθανότατα θα λάβουν έτσι κι αλλιώς στατίνη, ενώ στους ασθενείς χαμηλού κινδύνου συνήθως δεν υπάρχει άμεση ένδειξη για φαρμακευτική αγωγή.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, το CAC συνεπάγεται επιπλέον κόστος, χρόνο και έκθεση σε ακτινοβολία χωρίς αντίστοιχο κλινικό όφελος.

Στο παρελθόν η εξέταση είχε ευρύτερο ρόλο, επειδή τα παλαιότερα μοντέλα πρόβλεψης του καρδιαγγειακού κινδύνου είχαν την τάση να τον υπερεκτιμούν. Το PREVENT, αντίθετα, δημιουργήθηκε με δεδομένα από εκατομμύρια ανθρώπους και από περισσότερο ετερογενείς πληθυσμούς, γεγονός που φαίνεται να του προσδίδει μεγαλύτερη ακρίβεια.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το CAC είναι άχρηστο για κάθε άνθρωπο που βρίσκεται στα άκρα της κλίμακας κινδύνου. Ακόμη και σε έναν ασθενή υψηλού κινδύνου, για παράδειγμα, μπορεί να δείξει ότι ο κίνδυνος είναι στην πραγματικότητα πολύ μεγαλύτερος από όσο θεωρούνταν αρχικά. Ένα σκορ 70 και ένα σκορ 400 δεν έχουν την ίδια βαρύτητα, παρότι και στις δύο περιπτώσεις μπορεί να ενδείκνυται θεραπεία με στατίνη.

Αντίστοιχα, ένας άνθρωπος που κατατάσσεται ως χαμηλού κινδύνου αλλά έχει πολύ βαρύ οικογενειακό ιστορικό ενδέχεται, έπειτα από συζήτηση με τον γιατρό του, να έχει λόγο να υποβληθεί στην εξέταση.

Η πρόληψη δεν εξαντλείται σε έναν αριθμό

Οι νεότερες κατευθυντήριες οδηγίες συνιστούν τη χρήση του PREVENT για την εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου σε άτομα ηλικίας 30 έως 79 ετών. Ο υπολογισμός βασίζεται σε στοιχεία όπως η αρτηριακή πίεση και η χοληστερόλη και μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για συζήτηση με τον θεράποντα γιατρό.

Για όσους βρίσκονται σε οριακό ή ενδιάμεσο κίνδυνο, το βασικό ερώτημα είναι αν μια εξέταση CAC μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την απόφαση για θεραπεία. Αντίθετα, στους ασθενείς υψηλού κινδύνου είναι πιθανότερο να συστηθεί φαρμακευτική αγωγή ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα της εξέτασης.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η πρόληψη δεν περιορίζεται ούτε στις εξετάσεις ούτε στα φάρμακα. Η ισορροπημένη διατροφή, η συστηματική σωματική δραστηριότητα, ο επαρκής ύπνος και η αποφυγή του καπνίσματος παραμένουν βασικοί παράγοντες προστασίας της καρδιάς.

Όπως τονίζει ο Shah, «δεν υπάρχει πραγματικά καμία κατηγορία κινδύνου που να μην ωφελείται από τη βελτίωση των καθημερινών συνηθειών».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα