Γιώργος Περρής: “Το παράσημο του Ιππότη του Τάγματος των Γραμμάτων και των Τεχνών είναι μεγάλη τιμή”

Διαβάζεται σε 17'
Ο Γιώργος Περρής
Ο Γιώργος Περρής

Ο Γιώργος Περρής σε μία συνέντευξη εφ όλης της ύλης λίγο πριν τη μεγάλη του συναυλία στις 9 Ιουλίου στον κήπο του Μεγάρου Μουσικής.

Λίγες ημέρες πριν από τη μεγάλη του συναυλία στις 9 Ιουλίου στον υπέροχο κήπο του Μεγάρου Μουσικής και την τόσο τιμητική του βράβευση, ο Γιώργος Περρής μιλά, κυριολεκτικά για όλα.

Λέω «κυριολεκτικά» γιατί εμείς οι δημοσιογράφοι συνηθίζουμε να το λέμε αυτό, αλλά δεν το εννοούμε πάντα. Ο Γιώργος όμως την ίδρωσε τη φανέλλα και χωρίς να λέει «αυτό μην το γράψεις» και τέτοια. Απάντησε σε όλα όσα τον ρώτησα με αυτή την αμεσότητα που τον χαρακτηρίζει. Εντάξει, τα ενδιάμεσα σχόλια ή γέλια δεν βγαίνουν στον γραπτό λόγο, όμως πιστέψτε με είναι αδύνατον να είσαι με τον Γιώργο και να μην γελάσεις.

Πάντα, αυτοσαρκαζόμενος, θα βρει τον τρόπο. Με όλη τη γλύκα της φωνής, λοιπόν, που σε μαγεύει στη σκηνή, απαντάει και συζητάει. Και με τη γλύκα της ψυχής που χρωματίζει τα τραγούδια του, παραδέχεται αδυναμίες και αναγνωρίζει λάθη και νίκες – ευτυχώς πια. Ο Γιώργος Περρής είναι ένας Ιππότης, και εδώ σχεδόν κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά. Αν μπορούσα, θα έλεγα στη γαλλική δημοκρατία, «εύγε». Γιατί είναι ένας αληθινός ιππότης, ευγενικός και δοτικός, προστάτης αδυνάμων και δίκαιος άνθρωπος. Όπως ένας ιππότης δηλαδή.

Θα δώσεις μια συναυλία στον Κήπο του Μεγάρου στις 9 Ιουλίου. Έχεις ξανακάνει συναυλία εκεί;

Ναι, είχα εμφανιστεί ξανά στον Κήπο του Μεγάρου πριν από δύο χρόνια. Τότε το φοβόμουν πολύ, γιατί είναι ένας ανοιχτός χώρος χωρίς καθίσματα και είχα άγχος για το πώς θα λειτουργούσε η επικοινωνία με το κοινό. Μέχρι την τελευταία στιγμή είχα τεράστιο στρες. Όταν όμως βγήκα στη σκηνή και είδα όλο τον λόφο γεμάτο κόσμο, κατάλαβα ότι ήμουν ακριβώς εκεί που έπρεπε να είμαι. Ήταν μια πολύ όμορφη εμπειρία.

Τι θα ακούσουμε στη φετινή συναυλία;

Θα είναι μια συναυλία εφ’ όλης της ύλης. Δεν με συγκινούν ιδιαίτερα οι συναυλίες που βασίζονται σε μια θεματική, γιατί πιστεύω ότι κάθε τραγούδι έχει από μόνο του τη δική του δύναμη και τη δική του ιστορία. Δεν χρειάζεται μια επιπλέον «ταμπέλα» για να αποκτήσει νόημα.

Είχα την τύχη να ερμηνεύσω στη δισκογραφία μου τραγούδια σπουδαίων δημιουργών, τόσο από την Ελλάδα όσο και από το εξωτερικό. Η πρόκληση είναι να ενώσω διαφορετικούς μουσικούς κόσμους σε ένα πρόγραμμα δύο ωρών που να έχει συνοχή, χωρίς να απογοητεύσω το κοινό, αλλά και λέγοντας αυτά που έχω ανάγκη να πω σήμερα. Θα ακουστούν τραγούδια από όλο το ρεπερτόριό μου, ελληνικά και ξένα, ενώ θα υπάρχουν και κάποιες εκπλήξεις.

Θα έχεις μαζί σου τη σταθερή σου μπάντα;

Βεβαίως. Θα είμαι μαζί με έξι καταπληκτικούς μουσικούς, ανθρώπους με τους οποίους συνεργάζομαι πολλά χρόνια. Έχουμε ταξιδέψει μαζί, έχουμε παίξει αμέτρητες συναυλίες, έχουμε μοιραστεί εμπειρίες από τη ζωή μας και έχουμε χτίσει μια πραγματική σχέση εμπιστοσύνης. Για μένα αυτό είναι πολύ σημαντικό. Μέχρι πριν από κάποια χρόνια αισθανόμουν συχνά μόνος πάνω στη σκηνή. Αυτό έχει αλλάξει. Σήμερα, όταν γυρίζω και κοιτάζω τους μουσικούς μου, νιώθω προστατευμένος και ασφαλής. Νιώθω ότι είμαστε μια ομάδα, σαν επτά σωματοφύλακες που βρίσκονται εκεί ο ένας για τον άλλον.

Έχεις αναρωτηθεί ποτέ πώς νιώθουν οι μουσικοί όταν το επίκεντρο της προσοχής είναι συνήθως ο τραγουδιστής;

Είναι μέρος της δουλειάς τους, με τα θετικά και τα αρνητικά του. Δεν απολαμβάνουν την ίδια φήμη, ασφαλώς, αν για παράδειγμα κάτι πάει στραβά, ο κόσμος θα πει ότι φταίει ο καλλιτέχνης- εννοώ ότι την ευθύνη την έχεις εσύ. Υπάρχει λοιπόν μια ισορροπία. Νομίζω ότι καταφέρνουμε να είμαστε τόσο δεμένοι ακριβώς επειδή ο καθένας ξέρει τον ρόλο του και γιατί βρίσκεται εκεί. Είναι άνθρωποι δουλεμένοι, με αυτογνωσία ∙ γνωρίζουμε ο ένας τις δυνάμεις και τις αδυναμίες του άλλου και αλληλοσυμπληρωνόμαστε. Υπήρξαν στιγμές που ήμουν σε πολύ δύσκολη κατάσταση και αυτοί οι άνθρωποι με στήριξαν, με βοήθησαν να σταθώ όρθιος και να μην φοβάμαι τίποτα. Γι’ αυτό στέκομαι πάντα στους μουσικούς μου και θεωρώ σημαντικό να αναγνωρίζεται η συμβολή τους.

Πρόσφατα τιμήθηκες από τη Γαλλική Δημοκρατία με το παράσημο του Ιππότη των Γραμμάτων και των Τεχνών. Πώς προέκυψε όλο αυτό;

Η Πρεσβεία της Γαλλίας μού ζήτησε, ως Γάλλο υπήκοο, να υποβάλει αίτηση στο Γαλλικό Υπουργείο Πολιτισμού για να μου απονεμηθεί το παράσημο του Τάγματος των Γραμμάτων και των Τεχνών. Η μητέρα μου είναι Γαλλίδα και έχω γαλλική υπηκοότητα. Όταν μου το ανακοίνωσαν, νόμιζα ότι μου έκαναν πλάκα. Μου φαινόταν τελείως εξωπραγματικό. Κάποια στιγμή όμως με ενημέρωσαν ότι το σχετικό διάταγμα είχε εκδοθεί και ότι θα πραγματοποιούνταν η τελετή απονομής.

Τι σημαίνει για σένα αυτή η διάκριση;

Είναι μια τεράστια τιμή. Από τους Έλληνες μουσικούς το έχουν λάβει μόνο η Νάνα Μούσχουρη και ο Βαγγέλης Παπαθανασίου. Διεθνώς έχει απονεμηθεί σε προσωπικότητες όπως ο Έλτον Τζον. Πρόκειται για μια διάκριση που δίνεται σε ανθρώπους με σημαντική προσφορά στις τέχνες. Ακόμη και τώρα δυσκολεύομαι να το συνειδητοποιήσω.

Μου φαίνεται εξωπραγματικό, αλλά ταυτόχρονα πολύ συγκινητικό. Σε προσωπικό επίπεδο, το γεγονός ότι με αναγνωρίζει η άλλη μου πατρίδα, η Γαλλία, έχει ιδιαίτερη σημασία. Μεγάλωσα στην Ελλάδα, αλλά η Γαλλία ήταν πάντα για μένα η χώρα του ονείρου. Μέσα από την οικογένεια της μητέρας μου είχα διαρκή επαφή μαζί της και ένιωθα πάντοτε συνδεδεμένος με τον γαλλικό πολιτισμό και τους Γάλλους καλλιτέχνες. Το ότι αυτή η χώρα με τιμά με αυτόν τον τρόπο είναι πολύ συγκινητικό. Κυρίως όμως χαίρομαι γιατί νιώθω ότι κάνω τη μητέρα μου περήφανη. Κατά κάποιον τρόπο, αισθάνομαι ότι το παράσημο το παίρνει περισσότερο εκείνη παρά εγώ.

Σε οδηγεί αυτή η διάκριση πιο κοντά στη Γαλλία και επαγγελματικά;

Είναι ενδιαφέρον γιατί ήδη ετοίμαζα κάποια πράγματα που σχετίζονται με τη Γαλλία. Η ζωή έχει έναν παράξενο τρόπο να φέρνει τα πράγματα τη σωστή στιγμή. Βρίσκομαι σε μια περίοδο όπου νιώθω συνειδητά την ανάγκη να ξανασυνδεθώ με τη Γαλλία. Ταυτόχρονα απομακρύνομαι από την Αμερική, με την οποία ήμουν συνδεδεμένος για πολλά χρόνια, και ξαφνικά έρχεται αυτή η τιμή από τη Γαλλία. Είναι σαν μια επιβεβαίωση ότι ακολουθώ σωστά αυτή την εσωτερική ανάγκη.

Νιώθεις ότι αυτή η αναγνώριση λειτουργεί και ως δικαίωση μιας μεγάλης πορείας;

Ίσως, γιατί είναι και μια μορφή επιβράβευσης. Κάνω αυτή τη δουλειά εδώ και πολλά χρόνια. Ταξίδεψα πολύ, έζησα πράγματα που ποτέ δεν φανταζόμουν, δέχτηκα έντονη κριτική, είδα πόρτες να κλείνουν και άλλες να μην ανοίγουν ποτέ. Άργησα να ωριμάσω μέσα από τη μουσική και να καταλάβω πραγματικά τη διαδρομή μου.

Όταν λοιπόν έρχεται μια τέτοια διάκριση στα 42 μου χρόνια, μια διάκριση που έχουν λάβει ελάχιστοι άνθρωποι στον κόσμο, είναι από τις λίγες φορές που με κάνει να νιώθω πραγματικά περήφανος. Γιατί ποτέ δεν κατάφερνα να χαίρομαι πλήρως όσα είχα πετύχει. Πάντα τα υποτιμούσα, λέγοντας μέσα μου ότι «δεν έγινε και κάτι σπουδαίο».

Βοηθάει συνεπώς αυτή η διάκριση στο να αυτό-αναγνωρίζεσαι πια περισσότερο;

Ναι, γιατί για πολλά χρόνια είχα την τάση να υποβαθμίζω ό,τι συνέβαινε. Πλέον νιώθω ότι οφείλω να σεβαστώ αυτή την τιμή και να είμαι βαθιά ευγνώμων. Εξάλλου, αν ένα πράγμα χαρακτήριζε τη ζωή μου, ήταν η διαρκής αμφισβήτηση. Πάντα αναρωτιόμουν αν βρίσκομαι στο σωστό μέρος, αν παίρνω τις σωστές αποφάσεις, αν έχω αξία και ποια είναι αυτή.

Αυτό ξεκινά από πολύ παλιά. Από παιδί είχα μια έντονη αίσθηση ανεπάρκειας – το δικό μου τραύμα. Αυτή η αίσθηση με οδήγησε στο να αμφισβητώ συνεχώς τα πάντα, κυρίως τον εαυτό μου. Με έναν τρόπο, αυτό το παράσημο έρχεται να μου πει ότι κάτι έκανα σωστά. Ότι μπορεί να μην ήξερα πάντα πού ακριβώς έπρεπε να βρίσκομαι, αλλά η διαδρομή μου είχε αξία.

Είπες νωρίτερα, off the record, πως νιώθεις σήμερα πιο απομακρυσμένος από την Αμερική από πότε. Γιατί;

Σίγουρα παίζει ρόλο και η σημερινή πολιτική κατάσταση. Η Αμερική είναι μια βαθιά διχασμένη χώρα και θεωρώ ότι περνά μια δύσκολη περίοδο. Υπάρχει όμως και η προσωπική μου διαδρομή. Όταν βρέθηκα εκεί, πριν από πολλά χρόνια, πίστευα πολύ στο αμερικανικό όνειρο. Είχα υπογράψει με μια μεγάλη δισκογραφική και ένιωθα ότι έμπαινα σε έναν κόσμο γεμάτο δυνατότητες.

Στην πορεία κατάλαβα ότι το περίφημο american dream είναι περισσότερο μια ιδέα παρά μια πραγματικότητα. Για χρόνια πίστευα ότι μια διεθνής καριέρα έπρεπε υποχρεωτικά να περάσει από την Αμερική. Τελικά κατάλαβα ότι αυτό δεν ισχύει. Η διεθνής μου πορεία αναπτύχθηκε μέσα από πολλές χώρες και πολλές διαφορετικές εμπειρίες. Σήμερα αγαπώ ακόμη την Αμερική και θα συνεχίσω να την επισκέπτομαι, αλλά δεν νιώθω την ανάγκη να βρίσκομαι εκεί όσο παλιά. Νομίζω ότι έχει να κάνει και με την ηλικία. Μετά τα 40 βλέπεις τα πράγματα διαφορετικά και αλλάζουν οι ανάγκες σου.

Παρ’ όλα αυτά, η Αμερική συνέβαλε καθοριστικά στη διαδρομή σου.

Αναμφίβολα. Έζησα πολύ σημαντικές εμπειρίες. Μεγάλες τηλεοπτικές εμφανίσεις, περιοδείες, συναυλίες, συνεργασίες, συμφωνικές ορχήστρες. Υπήρξαν στιγμές που δεν είχα καν τολμήσει να ονειρευτώ. Τραγούδησα τον εθνικό ύμνο των Ηνωμένων Πολιτειών στο Madison Square Garden μπροστά σε 25.000 ανθρώπους.

Είδα τους δίσκους μου στα ράφια δισκοπωλείων στη Νέα Υόρκη, στο Σικάγο και στο Λος Άντζελες. Όλα αυτά ήταν εμπειρίες που ξεπερνούσαν τη φαντασία μου. Χρωστάω πολλά στην Αμερική. Απλώς σήμερα νιώθω ότι η ζωή με οδηγεί κάπου αλλού, και αυτό το νέο μονοπάτι με γεμίζει εξίσου.

Πόσο «στρατηγικά» σχεδίασες την καριέρα σου;

Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν λειτούργησα με απόλυτο σχεδιασμό. Είχα όνειρα και στόχους, αλλά πάντα άφηνα χώρο στη ζωή να με οδηγήσει. Όταν εμφανίστηκε η ευκαιρία της Αμερικής, την άρπαξα χωρίς δεύτερη σκέψη. Οσον αφορά τη μουσική είμαι πολύ τολμηρός. Αν παρουσιαστεί μια ευκαιρία που πιστεύω ότι αξίζει, μπορώ να μπω στο αεροπλάνο και να φύγω την ίδια μέρα. Στην προσωπική μου ζωή είμαι πολύ πιο διστακτικός. Η ζωή με πήγε τότε στην Αμερική ενώ σήμερα νιώθω ότι με οδηγεί κάπου διαφορετικά και μου αρέσει πολύ αυτή η νέα κατεύθυνση.

Υπάρχουν άνθρωποι που σε αδίκησαν τόσο ώστε να μην τους συγχωρείς;

Δεν το βλέπω έτσι. Στον χώρο της μουσικής ο καθένας έχει δικαίωμα στη γνώμη του, όσο σκληρή κι αν είναι. Θυμάμαι χαρακτηριστικά έναν Αμερικανό παραγωγό που, όταν με συνάντησε στα 29 μου, μου είπε ότι ήμουν ήδη πολύ μεγάλος για να πετύχω διεθνώς. Εκείνη ήταν η άποψή του. Έχω ακούσει πολλά σκληρά πράγματα κατά καιρούς. Από το ότι δεν είμαι αρκετά «σέξι» μέχρι ότι δεν έχω τα χαρακτηριστικά που χρειάζονται για να κάνω μεγάλη επιτυχία.

Για έναν νέο άνθρωπο όλα αυτά μπορεί να είναι πολύ επιβαρυντικά ψυχολογικά, και πράγματι ήταν. Σήμερα όμως, χάρη στη δουλειά που έχω κάνει με τον εαυτό μου, δεν έχουν πια την ίδια βαρύτητα. Υπάρχουν άνθρωποι με τους οποίους δεν θα συνεργαζόμουν ξανά, για λόγους αυτοπροστασίας, αλλά δεν υπάρχουν άνθρωποι που κουβαλώ μέσα μου με μνησικακία. Δεν τίθεται θέμα συγχώρεσης λοιπόν.

Έχεις νιώσει ποτέ ότι σε εμπόδισε κάποιο «σύστημα»;

Όχι. Προσωπικά δεν έχω συναντήσει ποτέ αυτό το «σύστημα» για το οποίο ακούω συχνά να μιλούν άλλοι. Πιστεύω ότι μπορείς να προχωράς και να δημιουργείς αν επιμένεις και αν κοπιάσεις. Βεβαίως παίζουν ρόλο οι συγκυρίες και η τύχη! Αν είχα γεννηθεί και μεγαλώσει στη Νέα Υόρκη, η πορεία μου ίσως να ήταν διαφορετική. Κανείς όμως δεν μπορεί να ξέρει τι θα είχε συμβεί σε μια άλλη ζωή. Ο καθένας πορεύεται με τα χαρτιά που του δόθηκαν και προσπαθεί να τα αξιοποιήσει όσο καλύτερα μπορεί.

Υπάρχει κάποια επαγγελματική απόφαση που θα άλλαζες αν μπορούσες να γυρίσεις τον χρόνο πίσω;

Ναι. Πριν από περίπου δέκα χρόνια ήρθα σε ρήξη με τη διεθνή δισκογραφική μου εταιρεία και αποχώρησα. Σήμερα πιστεύω ότι θα μπορούσα να είχα διαχειριστεί καλύτερα εκείνη την κατάσταση. Από την άλλη, τότε βρισκόμουν σε μια φάση της ζωής μου όπου έπρεπε να πάρω τα δικά μου μαθήματα. Όλα τα λάθη που έχω κάνει, τα έχω κάνει με πλήρη συνείδηση και σύμφωνα με τις πεποιθήσεις μου. Και γι’ αυτό δεν μετανιώνω. Προτιμώ να κάνω ένα λάθος ακολουθώντας αυτό που πιστεύω, παρά να ακολουθήσω έναν δρόμο που δεν θα με άφηνε να κοιμάμαι ήσυχος τα βράδια.

Και στην προσωπική ζωή; Έχεις κάνει λάθος επιλογές;

Φυσικά. Όλοι έχουμε κάνει. Όμως, αν κοιτάξω συνολικά τη ζωή μου, νιώθω κυρίως ευγνωμοσύνη. Έχω πάρει πολλή αγάπη και έχω δώσει πολλή αγάπη. Και αυτό είναι που μένει τελικά.

Ποια θεωρείς ότι είναι η μεγαλύτερη αδυναμία σου στις προσωπικές σχέσεις;

Παρότι δίνω την εικόνα ενός πολύ ανοιχτού ανθρώπου, στην πραγματικότητα δεν είμαι. Υπάρχει μέσα μου ένα παιδί πολύ ντροπαλό και πολύ φοβισμένο. Ένα παιδί που φοβάται τη σύνδεση με τους άλλους. Ευτυχώς με τα χρόνια το αποβάλλω αυτό όσο περισσότερο μπορώ.

Έχεις θυμό μέσα σου;

Βεβαίως και έχω. Απλώς άργησα πολύ να το καταλάβω. Μέχρι τα 36-37 μου χρόνια κατάπινα τον θυμό μου και προσποιούμουν ότι δεν υπήρχε. Μεγάλωσα σε ένα περιβάλλον όπου υπήρχε συνεχής σύγκρουση ανάμεσα στους γονείς μου. Έτσι έγινα ένας άνθρωπος που αναζητά διαρκώς την ειρήνη. Ακόμη και σήμερα ο θυμός δεν είναι η πρώτη μου αντίδραση. Αναγνωρίζω ότι υπάρχει, προσπαθώ να τον διαχειριστώ και να τον εκτονώσω με υγιή τρόπο, αλλά δεν επενδύω πάνω του. Αναζητώ περισσότερο την κατανόηση, την αγάπη και τη συμφιλίωση.

Πώς βλέπεις τον θυμό που χαρακτηρίζει σήμερα την ελληνική κοινωνία;

Νομίζω ότι αυτός ο θυμός δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο. Είναι παγκόσμιος. Παρ’ όλα αυτά, στην Ελλάδα πράγματι βλέπουμε μια έντονη έξαρση βίας και οργής. Τη συναντάς παντού: στον δρόμο, στις δημόσιες υπηρεσίες, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην καθημερινότητα. Από την άλλη, πρέπει να δούμε και το πλαίσιο.

Ο Έλληνας εδώ και δεκαπέντε χρόνια δεν έχει προλάβει να πάρει ανάσα. Πέρασε από την οικονομική κρίση στα capital controls, από εκεί στην πανδημία και σήμερα βρίσκεται αντιμέτωπος με νέες οικονομικές αβεβαιότητες. Όλα αυτά αφήνουν αποτύπωμα στην κοινωνική συμπεριφορά. Βέβαια, υπάρχει και η ατομική ευθύνη. Αυτό είναι ένα από τα διαχρονικά μας ελαττώματα: συχνά αναζητούμε ευθύνες παντού εκτός από τον εαυτό μας. Παρ’ όλα αυτά, έχω την αίσθηση ότι οι νεότερες γενιές αντιμετωπίζουν διαφορετικά αυτό το ζήτημα.

Παρ’ όλα αυτά, ο γενικευμένος θυμός, πού πιστεύεις ότι οφείλεται;

Ζούμε σε μια εποχή απίστευτης ταχύτητας. Έχουμε εγκλωβίσει τους εαυτούς μας σε μια καθημερινότητα όπου κυριαρχεί το πρακτικό κομμάτι της ζωής. Όταν όλη η ενέργειά σου αναλώνεται στην επιβίωση, στις υποχρεώσεις και στα προβλήματα, δεν μένει χώρος για την υπαρξιακή επεξεργασία της ζωής.

Δεν αναρωτιόμαστε ποιοι είμαστε, τι θέλουμε, με ποιες αξίες πορευόμαστε. Κι όταν δεν δίνεις χώρο σε αυτά τα ερωτήματα, η ύπαρξή σου συρρικνώνεται και ο θυμός διογκώνεται. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Ακόμη κι όταν οι βασικές ανάγκες καλύπτονται, πολλοί άνθρωποι δεν έχουν χρόνο να μείνουν μόνοι με τον εαυτό τους, να διαβάσουν, να σκεφτούν ή να ηρεμήσουν. Αυτή η συνεχής εσωτερική υπερδιέγερση δημιουργεί συσσωρευμένη ένταση.

Πόσο ρόλο παίζουν τα social media σε αυτό;

Τεράστιο. Έχω την αίσθηση ότι έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου το «σκέφτομαι» και το «κάνω» έχουν γίνει σχεδόν το ίδιο πράγμα. Δεν μεσολαβεί πια χρόνος επεξεργασίας. Κάτι μας ενοχλεί και αμέσως αντιδρούμε. Γράφουμε, σχολιάζουμε, ξεσπάμε. Αυτή η στιγμιαία εκτόνωση λειτουργεί σχεδόν σαν εθισμός. Προσφέρει μια άμεση επιβεβαίωση, μια γρήγορη ανακούφιση.

Αν όμως δεν δώσεις χρόνο στις σκέψεις σου να κατασταλάξουν, οδηγείσαι εύκολα στη βία του λόγου και στην επιθετικότητα. Εκεί βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, μια επικίνδυνη εκδοχή της συμμετοχής στον δημόσιο διάλογο: όταν η συμμετοχή μετατρέπεται απλώς σε εκφόρτιση συναισθημάτων χωρίς σκέψη και χωρίς ευθύνη. Η βία είναι πάντα ευκολότερη από την αυτοσυγκράτηση. Είναι πιο εύκολο να βρίσεις παρά να σταματήσεις και να αναρωτηθείς: «Είναι όντως έτσι; Με ενοχλεί πραγματικά αυτό; Αξίζει αυτή η αντίδραση;».

Πώς επηρεάζει αυτό την ψυχική μας ισορροπία;

Ζούμε σε μια παράδοξη εποχή. Από τη μία, η ψυχική υγεία έχει μπει στο προσκήνιο περισσότερο από ποτέ. Οι νέοι άνθρωποι πηγαίνουν σε ψυχολόγους και μιλούν ανοιχτά για τα ζητήματά τους. Από την άλλη, ανοίγεις τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και βρίσκεσαι αντιμέτωπος με μια τεράστια βιομηχανία «ποπ ψυχολογίας». Ο καθένας δίνει συμβουλές, εξηγεί ποιος είναι τοξικός, ποιος είναι νάρκισσος και πώς πρέπει να ζήσεις τη ζωή σου.

Όλο αυτό δημιουργεί σύγχυση. Πριν βιαστώ να χαρακτηρίσω τους άλλους, χρειάζεται να κοιτάξω και τον εαυτό μου. Να δω τις δικές μου αδυναμίες, τα δικά μου λάθη και τις δικές μου αντιφάσεις. Πιστεύω πάντως ότι αυτή η κατάσταση κάποια στιγμή θα βρει μια νέα ισορροπία.

Θα σε ενδιέφερε ποτέ η πολιτική;

Όχι, παρότι κατά καιρούς μου έχουν γίνει σχετικές προτάσεις. Η μόνη θέση για την οποία νιώθω πραγματικά περήφανος είναι ο ρόλος μου ως Πρεσβευτή Καλής Θελήσεως της UNICEF. Μέσα από αυτή τη διαδρομή έχω έρθει σε επαφή με πολλά παιδιά και έχω αποκτήσει μεγάλη εμπιστοσύνη στη νέα γενιά. Πρόσφατα ολοκλήρωσα μια σειρά μουσικών εργαστηρίων σε μουσικά σχολεία της Ελλάδας και είδα παιδιά με σεβασμό, πολιτική άποψη, αίσθηση ευθύνης και αισθητική καλλιέργεια. Αυτό μου δίνει ελπίδα για το μέλλον.

Γιατί θεωρείς τόσο δύσκολη τη συγκρότηση ενός ισχυρού, μετριοπαθούς πολιτικού χώρου στην Ελλάδα;

Νομίζω ότι το πρόβλημα είναι βαθύτερο από τα πρόσωπα ή τα κόμματα. Θα δανειστώ μια σκέψη της Μαρίας Ευθυμίου, η οποία είπε πρόσφατα ότι η Ελλάδα, με έναν τρόπο, εξακολουθεί να κουβαλά τον εμφύλιο μέσα της. Η πόλωση και η αντιπαλότητα δεν έχουν πραγματικά θεραπευτεί. Επίσης, θεωρώ ότι η ίδια η κοινωνία δεν είναι ακόμη έτοιμη γι’ αυτό που περιγράφουμε.

Αν το ήθελε πραγματικά, θα το είχε ήδη απαιτήσει. Ίσως κάτι άλλο αναζητά ακόμη. Συνδέεται και με αυτό που λέγαμε πριν: όταν οι άνθρωποι δεν έχουν τον χρόνο να σκεφτούν τον ρόλο τους μέσα στην κοινωνία, δυσκολεύονται να αναζητήσουν και να στηρίξουν πρόσωπα που θα τους εμπνεύσουν. Η μεγάλη διάσπαση που παρατηρούμε στον πολιτικό χώρο δεν είναι η αιτία· είναι το σύμπτωμα. Αντανακλά μια ευρύτερη δυσκολία να συνεννοηθούμε, να συνεργαστούμε και να ενωθούμε γύρω από κοινά σημεία αναφοράς. Αυτό είναι κάτι που οφείλουμε να κοιτάξουμε πολύ σοβαρά ως κοινωνία: γιατί δυσκολευόμαστε τόσο να συσπειρωθούμε και τι είναι αυτό που μας κρατά διαρκώς κατακερματισμένους.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα