Ο Άντονι Χόπκινς μόλις κυκλοφόρησε άλμπουμ
Διαβάζεται σε 3'
Το Life Is a Dream, το νέο ορχηστρικό άλμπουμ του Sir Anthony Hopkins που κυκλοφορεί από τη Decca Classics, αποκαλύπτει μια δημιουργική πλευρά η οποία συνόδευε αθόρυβα ολόκληρη τη ζωή του.
- 08 Σεπτεμβρίου 2026 16:58
Το “Life Is A Dream”, το πρώτο άλμπουμ του Sir Anthony Hopkins που κυκλοφορεί από τη Decca, φέρνει στο προσκήνιο τη βαθιά του αγάπη για την κλασική μουσική, παρουσιάζοντας μια άκρως προσωπική συλλογή από πρωτότυπες συνθέσεις. Τα έργα αντικατοπτρίζουν μια ζωή γεμάτη δημιουργικότητα, φαντασία και αφηγηματική δύναμη.
Ο 88χρονος πολυβραβευμένος ηθοποιός άρχισε να παίζει πιάνο στα τέσσερά του και συνέθετε επί περισσότερες από έξι δεκαετίες, επιστρέφοντας ξανά και ξανά σε μελωδίες γεννημένες από την παιδική του ηλικία στην Ουαλία, την οικογένεια, τον κινηματογράφο και τους ανθρώπους που σημάδεψαν τη διαδρομή του. «Η μουσική ήταν η πρώτη μου λαχτάρα, η πρώτη μου επιθυμία», έχει πει ο ίδιος.
Τα δώδεκα κομμάτια του άλμπουμ λειτουργούν σαν μουσικές αναδρομές. Η σουίτα 1947 επιστρέφει στους δρόμους, στα βουνά και στο παλιό Plaza Cinema της γενέτειράς του, το My Fatherland αντλεί από παραδοσιακές ουαλικές μελωδίες και τιμά τις ταπεινές οικογενειακές του ρίζες —«είμαι ο γιος του πατέρα μου, του φούρναρη», λέει- ενώ τα Stella Aria και Tara είναι αφιερωμένα στη σύζυγο και την ανιψιά του.
Το άλμπουμ ηχογραφήθηκε τον Απρίλιο του 2026 στο Alexandra Palace του Λονδίνου από τη Philharmonia Orchestra, υπό τη διεύθυνση του Gustavo Dudamel, με τον Αργεντινό πιανίστα – γεννημένο στο Καράκας – Sergio Tiempo, τον Βενεζουελανό τσελίστα Gregorio Nieto, τη Bach Choir και τα αγόρια της χορωδίας του Καθεδρικού Ναού του Winchester. Ο Dudamel αναγνώρισε από τις πρώτες παρτιτούρες «κάτι απολύτως γνήσιο» και μια μουσική που πηγάζει από βαθύ συναίσθημα, ενώ ο Hopkins περιέγραψε τον τρόπο με τον οποίο ο μαέστρος άνοιξε τις συνθέσεις του «σαν ένα μπουκάλι κρασί».
Πίσω από τη νοσταλγία διατρέχει το έργο μια βαθύτερη επίγνωση του χρόνου. «Από τη στιγμή που γεννιόμαστε, αρχίζουμε να αποχαιρετούμε», λέει ο Hopkins, περιγράφοντας τη ζωή ως «έναν μακρύ αποχαιρετισμό». Έτσι, η μουσική του μοιάζει με σειρά ερωτικών επιστολών προς όσα γνωρίζει ότι δεν θα διαρκέσουν για πάντα: τη σύζυγό του Stella, το Margam της παιδικής του ηλικίας και την ίδια τη ζωή.
Οι πρώτες κριτικές επισημαίνουν τον έντονα κινηματογραφικό χαρακτήρα της μουσικής του. Ο Guardian διακρίνει επιρροές από τη μεγάλη παράδοση της κινηματογραφικής μουσικής, μελωδίες γραμμένες «από καρδιάς» και παλιομοδίτικη – με την καλή έννοια – συνθετική μαστοριά. Οι Los Angeles Times μιλούν για ένα έργο λυρικό, παραστατικό και απροκάλυπτα συναισθηματικό, όπου ήρεμες μελωδίες του πιάνου παραδίδονται σε ορμητικά κύματα εγχόρδων και οι ουαλικές παραδόσεις συναντούν τη μελαγχολία των Vaughan Williams και Frederick Delius.
Η τελευταία σύνθεση, το Samsara, εμπνέεται από έναν αρχαίο μύθο γύρω από το αναπόφευκτο του θανάτου. Για τον Hopkins, όμως, αυτή η σκιά δεν οδηγεί στην απόγνωση: «Ύστερα από όλες τις δυνάμεις που μας ωθούν να δώσουμε νόημα στην ύπαρξή μας, βλέπουμε στον μακρινό λόφο τη μοναχική μορφή που μας γνέφει. Είναι μια μορφή προσευχής».