Η Ελλάδα του 2187 θα είναι μια βιοτεχνολογική δυστοπία χτισμένη πάνω στη λήθη
Διαβάζεται σε 11'
Η «Έγκελαντ» της Άννας Αθανασιάδου δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα για το μέλλον. Είναι μια προειδοποίηση μεταμφιεσμένη σε αφήγηση. Και το ενοχλητικό δεν είναι ότι περιγράφει έναν πιθανό κόσμο — αλλά ότι αναγνωρίζεις ήδη τα πρώτα του σημάδια γύρω σου.
- 17 Ιουλίου 2026 06:48
Δεν είναι συχνό να πέφτει στα χέρια σου ένα βιβλίο που δεν ζητά απλώς να το διαβάσεις, αλλά να αποκωδικοποιήσεις τον κόσμο του. Η «Έγκελαντ» της Άννας Αθανασιάδου είναι ένα τέτοιο βιβλίο: μια δυστοπία που δεν σε τρομάζει γιατί προδιαγράφει δυστοπικά το μέλλον, αλλά με το πόσο αναγνωρίσιμο μοιάζει. Το βιβλίο το ανακάλυψα τυχαία — και κάπως έτσι ξεκίνησε μια από εκείνες τις αναγνώσεις που δεν σε αφήνουν να μείνεις απλός θεατής.
Πυκνογραμμένο, παράξενο και φιλόδοξο μυθιστόρημα, με έναν ολόκληρο κόσμο χτισμένο στις λεπτομέρειές του. Η «Έγκελαντ» τοποθετεί τον αναγνώστη στο έτος 2187, σε μια φανταστική χώρα που έχει διαδεχθεί τη σημερινή Ελλάδα ύστερα από έναν καταστροφικό σεισμό.
Εκεί έχει εγκαθιδρυθεί ένα παράξενο υβρίδιο μοναρχίας και τεχνολογικής κυριαρχίας: μια βιομεσαιωνική αυτοκρατορία, όπου η αθάνατη Λεοσαυρική δυναστεία κυβερνά έναν κόσμο στον οποίο η βιοτεχνολογία, η τεχνητή νοημοσύνη και η χειραγώγηση της μνήμης αποτελούν βασικούς μηχανισμούς εξουσίας.
Η κοινωνία της Έγκελαντ είναι βαθιά διαιρεμένη. Από τη μία βρίσκεται η Αστυνόα, η ευφυής πόλη των απέθαντων και των εξευγενισμένων, ένας σχεδόν παραδεισένιος κόσμος υψηλής τεχνολογίας, οργανικής αρχιτεκτονικής και ελεγχόμενης αρμονίας. Από την άλλη βρίσκονται τα Εξάστια, η πόλη των θνητών, όπου ζουν όσοι δεν έχουν ενταχθεί στο πρόγραμμα «εξευγενισμού». Οι δύο κόσμοι χωρίζονται από ένα θαλάσσιο ρήγμα με μαύρα νερά και ενώνονται μόνο από μια αυστηρά ελεγχόμενη γέφυρα.
Η ιστορία ξεκινά όταν ένας θανατηφόρος ιός, ο ΕΚΣΤ2, εξαπλώνεται στους θνητούς των Εξαστίων, ενώ οι άνοσοι ηγεμόνες της Αστυνόα παραμένουν προστατευμένοι. Την ίδια στιγμή, η βιοβασίλισσα Θεοδώρα επιχειρεί να ανατρέψει τους κανόνες της ίδιας της δυναστείας δημιουργώντας έναν διάδοχο έξω από τις προκαθορισμένες γενετικές προδιαγραφές. Παράλληλα, άνθρωποι από τον κόσμο των θνητών αρχίζουν να αμφισβητούν ένα σύστημα που εμφανίζεται αδιαμφισβήτητο.
Η συγγραφέας δημιουργεί έναν κόσμο όπου η τεχνολογία δεν είναι απλώς ένα μέσο προόδου αλλά ένα νέο πολιτικό και αισθητικό καθεστώς. Η μουσική, ειδικά, αποκτά πρωταγωνιστικό ρόλο: η βιομουσική της Αστυνόα επηρεάζει τις διαθέσεις των κατοίκων, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί ως πεδίο ελέγχου αλλά και ως πιθανός χώρος αντίστασης. Όπως εξηγεί η ίδια η Άννα Αθανασιάδου, η μουσική στην «Έγκελαντ» δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο, αλλά «η πραγματική πρωταγωνίστρια», μια γλώσσα που ενώνει και ταυτόχρονα χωρίζει τους ανθρώπους.
Το βιβλίο συνομιλεί έντονα με τον Σαίξπηρ, όχι ως απλή λογοτεχνική αναφορά, αλλά ως μηχανισμό κατανόησης της εξουσίας. Η συγγραφέας υποστηρίζει ότι τα σαιξπηρικά μοτίβα μετατρέπονται σε ένα είδος «βιοπολιτικού εργαλείου»: οι ηγετικές μορφές της Έγκελαντ φέρουν μέσα τους γενετικά εμφυτευμένα πρότυπα ρόλων και συμπεριφορών, σαν να είναι προγραμματισμένοι πρωταγωνιστές μιας τραγωδίας που επαναλαμβάνεται.
Με αφετηρία αυτόν τον σύνθετο κόσμο, η συζήτηση με την Άννα Αθανασιάδου ξεκινά από τη βασική ερώτηση: ποια είναι τελικά η υπόθεση της «Έγκελαντ» και ποιος είναι ο κόσμος που επιχειρεί να δημιουργήσει;
Η συγγραφέας εξηγεί ότι το μυθιστόρημα διαδραματίζεται σε μια χώρα που έχει διαδεχθεί τη σύγχρονη Ελλάδα και λειτουργεί ως αποικία εξουσίας της Ευρωνοϊκής Αυτοκρατορίας. Η νέα αυτή πραγματικότητα έχει στηριχθεί, όπως σημειώνει, σε τέσσερις βασικούς άξονες: στην κυκλικά αυτοκαταστρεφόμενη βιομεσαιωνική μοναρχία, στις εξελιγμένες βιοτεχνολογίες που επηρεάζουν ακόμη και τη μουσική, στην ελεγχόμενη τεχνητή νοημοσύνη που συμμετέχει στη δημιουργία της ευφυούς πόλης Αστυνόα και σε μια παραμορφωμένη εκδοχή άμεσης δημοκρατίας που συνδυάζεται με στοιχεία μεσαιωνικής πολιτικής θεολογίας.
Η Θεοδώρα, όπως επισημαίνει, βρίσκεται σε μια κατάσταση σταδιακής αποδυνάμωσης μέσα στη δυναστεία, καθώς το σύστημα ευνοεί τους αρσενικούς διαδόχους. Η ανατροπή ξεκινά όταν η ίδια επιχειρεί να δημιουργήσει έναν διάδοχο έξω από τους κανόνες του καθεστώτος, ενώ παράλληλα εμφανίζεται μια ομάδα θνητών που αρνείται να αποδεχθεί τους κώδικες ζωής που της έχουν επιβληθεί.
Στην ερώτηση αν πίσω από αυτή τη λαβυρινθώδη πλοκή κρύβεται μια αναφορά στη σύγχρονη πραγματικότητα, η Άννα Αθανασιάδου υπογραμμίζει ότι η Έγκελαντ δεν αποτελεί έναν απλό φανταστικό κόσμο, αλλά μια πιθανότητα. Όπως εξηγεί, οι μηχανισμοί που περιγράφει δεν είναι απαραίτητα «καλοί» ή «κακοί», αλλά εκδοχές εξελίξεων που ήδη υπάρχουν σε λανθάνουσα μορφή και απέναντι στις οποίες ο αναγνώστης καλείται να παραμείνει σε εγρήγορση.
Η «Έγκελαντ» ως σύστημα εξουσίας, θεατρική μηχανή και προειδοποίηση για το μέλλον
Η πολυπλοκότητα του κόσμου που δημιουργεί η Άννα Αθανασιάδου είναι ένα από τα πρώτα στοιχεία που προκαλούν τον αναγνώστη. Οι πολλαπλές κοινωνικές βαθμίδες, οι τεχνολογικές επινοήσεις, οι πολιτικές δομές και οι αναφορές στην ιστορία και τη λογοτεχνία δημιουργούν ένα σύμπαν που απαιτεί προσεκτική ανάγνωση.
Στην ερώτηση αν αυτή η σύνθετη κατασκευή μπορεί να γίνει προσβάσιμη στον αναγνώστη, η συγγραφέας εξηγεί ότι η «Έγκελαντ» δεν θα μπορούσε να είναι ένα απλό βιβλίο, καθώς δεν ασχολείται μόνο με ανθρώπινες σχέσεις ή μεμονωμένες καταστάσεις, αλλά επιχειρεί να δημιουργήσει έναν ολόκληρο κόσμο: ένα σύστημα εξουσίας, αισθητικής, πολιτικής και υπαρξιακής οργάνωσης. Υπάρχει, όπως σημειώνει, μια κεντρική δραματουργική γραμμή από την οποία ξεκινούν πολλά διαφορετικά νήματα, τα οποία σταδιακά ενώνονται και σχηματίζουν ένα ενιαίο, δικτυωμένο σύμπαν.
Παράλληλα επισημαίνει ότι οι λεπτομέρειες του βιβλίου δεν λειτουργούν διακοσμητικά. Οι εικόνες, οι επινοημένες έννοιες, οι τεχνολογικές κατασκευές και οι πολιτισμικές αναφορές αποκτούν σταδιακά νόημα, καθώς ο αναγνώστης αρχίζει να αποκωδικοποιεί τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η Έγκελαντ. Η ανταμοιβή, όπως υποστηρίζει, βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη διαδικασία ανασύνθεσης του κόσμου από τον ίδιο τον αναγνώστη.
Ο Σαίξπηρ ως κώδικας εξουσίας
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του έργου είναι η υπόγεια συνομιλία του με τα πολιτικά έργα του Σαίξπηρ. Η Αθανασιάδου επιβεβαιώνει ότι ο μεγάλος Άγγλος δραματουργός είναι πράγματι παρών στην «Έγκελαντ» και όχι ως απλή λογοτεχνική αναφορά.
Όπως εξηγεί, ο Σαίξπηρ λειτουργεί ως «βιοπολιτικό εργαλείο»: το έργο του μετατρέπεται σε ένα αρχείο πολιτικών προτύπων εξουσίας, το οποίο χρησιμοποιείται από το καθεστώς της Έγκελαντ για να διαμορφώσει τους ηγέτες του. Η Ευρωνοϊκή Αυτοκρατορία αντλεί από τα σαιξπηρικά έργα τα διαχρονικά μοτίβα της θεατροποιημένης εξουσίας, της φιλοδοξίας, της πτώσης και της τραγικής μοίρας των ηγετών και τα μεταγράφει σε ένα νέο βιολογικό και τεχνολογικό πλαίσιο.
Αυτή η ιδέα αποτελεί ένα από τα πιο πρωτότυπα στοιχεία του μυθιστορήματος: οι ήρωες της δυναστείας δεν είναι απλώς πρόσωπα που επιλέγουν την πορεία τους, αλλά φορείς γενετικά εμφυτευμένων προτύπων. Η συγγραφέας εξηγεί ότι τα πρόσωπα αυτά «στοιχειώνονται» βιοθεατρικά από συγκεκριμένους ρόλους, οι οποίοι τους οδηγούν σε επιλογές που μοιάζουν αυθόρμητες αλλά στην πραγματικότητα είναι προκαθορισμένες. Με αυτόν τον τρόπο ο Σαίξπηρ μετατρέπεται σε μια μηχανή αναπαραγωγής ηγετικών ρόλων, ενώ οι ίδιοι οι ηγέτες παγιδεύονται μέσα στους ρόλους που υποτίθεται ότι ελέγχουν.
Οι σαιξπηρικές φράσεις ως μηχανισμοί ενεργοποίησης
Στο βιβλίο υπάρχουν αυτούσιες φράσεις από έργα του Σαίξπηρ. Η Αθανασιάδου εξηγεί ότι αυτές οι αναφορές δεν χρησιμοποιούνται ως φιλολογικά στολίδια ούτε ως επίκληση μιας λογοτεχνικής αυθεντίας.
Αντίθετα, λειτουργούν ως κώδικες δραματουργικής ενεργοποίησης των χαρακτήρων.
Οι ήρωες έχουν ενσωματώσει αυτές τις φράσεις τόσο βαθιά, ώστε όταν τις προφέρουν ενεργοποιούνται συγκεκριμένες κατευθύνσεις συμπεριφοράς και αποκαλύπτεται η υβριδική τους ταυτότητα. Οι σαιξπηρικές ρήσεις αποτελούν, επομένως, σήματα ενός συστήματος όπου η λογοτεχνία, η βιολογία και η εξουσία έχουν συγχωνευθεί.
Η Αστυνόα και η «Μεγαλόπολις» του Κόπολα
Ένα άλλο ζήτημα που τίθεται στη συζήτηση αφορά τις πιθανές αναλογίες ανάμεσα στην Αστυνόα και την πόλη που παρουσιάζεται στην ταινία «Μεγαλόπολις» του Φράνσις Φορντ Κόπολα.
Η Άννα Αθανασιάδου διευκρινίζει ότι η «Έγκελαντ» γράφτηκε και κυκλοφόρησε πριν από την ταινία, είναι όμως ενδιαφέρον το κοινό τους υπέδαφος: η ιδέα μιας ευφυούς και ζωντανής πόλης, η οργανική αρχιτεκτονική, η φουτουριστική αισθητική και η διερεύνηση της σχέσης τεχνολογίας και κοινωνικής οργάνωσης.
Παράλληλα, τονίζει μια ουσιαστική διαφορά: ενώ στον Κόπολα η αλλαγή ξεκινά κυρίως από τις ελίτ, στην «Έγκελαντ» η αμφισβήτηση του συστήματος γεννιέται από τους απλούς ανθρώπους, από τις κοινότητες των θνητών που αρχίζουν να δημιουργούν δίκτυα αντίστασης.
Η μουσική ως εξουσία και ως αντίσταση
Η μουσική αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους άξονες του βιβλίου. Η συγγραφέας εξηγεί ότι στην Έγκελαντ δεν αποτελεί συνοδευτικό στοιχείο, αλλά βασικό μηχανισμό λειτουργίας της κοινωνίας.
Η βιομουσική της Αστυνόα επηρεάζει τις διαθέσεις των κατοίκων και αποτελεί μέρος του συστήματος ελέγχου. Ωστόσο, η μουσική είναι ταυτόχρονα και ο χώρος όπου εμφανίζεται η αντίσταση. Οι θνητοί δημιουργούν τη δική τους μουσική, μια μουσική αφύπνισης που δεν μπορεί να ελεγχθεί πλήρως από το καθεστώς.
Έτσι, η ίδια δύναμη που χρησιμοποιείται για χειραγώγηση μετατρέπεται σε μέσο απελευθέρωσης.
Από την τεχνητή νοημοσύνη στην απώλεια της μνήμης: η μεγάλη προειδοποίηση της «Έγκελαντ»
Στην «Έγκελαντ» η τεχνολογία δεν παρουσιάζεται απλώς ως ένα εργαλείο που υπηρετεί τον άνθρωπο. Αντίθετα, εξελίσσεται σε ένα σύστημα που μπορεί να αναπαράγει τις ίδιες τις δομές εξουσίας, να διαμορφώνει συμπεριφορές και τελικά να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του.
Στην ερώτηση για τον ρόλο της τεχνητής νοημοσύνης στο μυθιστόρημα, η Άννα Αθανασιάδου εξηγεί ότι η τεχνολογία στην Έγκελαντ περνά από ένα πρώτο στάδιο επιτήρησης του ανθρώπου σε ένα πολύ πιο σύνθετο επίπεδο: μετατρέπεται σε σύστημα που μπορεί να αναπαράγει αυτόνομα πολιτικές, κοινωνικές και αισθητικές εξουσίες.
Η συγγραφέας επισημαίνει ότι αυτή η υπερβολική ανάπτυξη της τεχνολογίας συνδέεται με ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα της εποχής μας: πώς θα χρησιμοποιήσει η ανθρωπότητα τα εργαλεία της τεχνητής νοημοσύνης και αν θα μπορέσει να τα κατευθύνει προς μια πραγματική απελευθέρωση του ανθρώπου. Όπως υπογραμμίζει, η πρόοδος δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς απελευθέρωση τόσο του νου όσο και του υποσυνείδητου.
Η πόλη χωρίς μνήμη
Η Άννα Αθανασιάδου δημιουργεί έναν κόσμο όπου η Ελλάδα του μέλλοντος έχει χάσει τα σημεία αναφοράς της. Μετά την οικολογική καταστροφή και την εξαφάνιση των υλικών φορέων της μνήμης, οι άνθρωποι στερούνται τη δυνατότητα να συνδεθούν με το παρελθόν τους. Έτσι, η τεχνολογία μπορεί να επιβάλει όχι μόνο πολιτική και κοινωνική εξουσία αλλά ακόμη και αισθητική κυριαρχία, ελέγχοντας τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αισθάνονται και θυμούνται.
Η συγγραφέας θεωρεί ότι αυτή ακριβώς η απώλεια μνήμης αποτελεί έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους: έναν κόσμο όπου η τεχνολογία γίνεται απόλυτη, αλλά ο άνθρωπος χάνει τη δυνατότητα να αναμετρηθεί με την ιστορία του.
Τι είναι τελικά η «Έγκελαντ»;
Η Άννα Αθανασιάδου απαντά ότι πρόκειται για ένα μυθιστόρημα βιοτεχνολογικής φαντασίας, όπου η μουσική, η μνήμη και η εξουσία ενώνονται μέσα σε μια οργανική πόλη που υπόσχεται ευτυχία και τελειότητα, αλλά σταδιακά αποκαλύπτει το κόστος αυτής της υπόσχεσης.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η ουσία του βιβλίου: η «Έγκελαντ» δεν περιγράφει απλώς έναν φανταστικό κόσμο του 22ου αιώνα. Χρησιμοποιεί το μέλλον για να μιλήσει για το παρόν. Για τον φόβο μιας κοινωνίας χωρίς μνήμη, για την επιθυμία της εξουσίας να ελέγξει ακόμη και τη βιολογία, για τη γοητεία αλλά και τον κίνδυνο της τεχνολογικής παντοδυναμίας.
Η μεγάλη ερώτηση που αφήνει πίσω της δεν είναι αν ο κόσμος της Έγκελαντ μπορεί να υπάρξει. Είναι αν, μέσα στις επιλογές που κάνουμε σήμερα, υπάρχουν ήδη τα πρώτα του ίχνη.
Και μία παρατήρηση
Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές. Όταν το αναζήτησα στα βιβλιοπωλεία για να το αγοράσω, δεν το βρήκα. Ούτε στα μεγάλα βιβλιοπωλεία του κέντρου. Το θέμα της διανομής των βιβλίων είναι εξόχως νευραλγικό. Γιατί ένα αξιόλογο βιβλίο δεν αρκεί να έχει εκδοθεί, πρέπει και να μπορεί να φτάσει στον αναγνώστη. Χωρίς επαρκή διανομή και ορατότητα, ακόμη και έργα με σαφή λογοτεχνική ταυτότητα και ουσιαστικό περιεχόμενο κινδυνεύουν να παραμείνουν στο περιθώριο.