Είδαμε Λύκους στου Φιλοπάππου – Αγγελάκας και Βελιώτης σε σκοτεινές συχνότητες

Διαβάζεται σε 8'
Είδαμε Λύκους στου Φιλοπάππου – Αγγελάκας και Βελιώτης σε σκοτεινές συχνότητες
FANI MARIA CHATZI

Ο Γιάννης Αγγελάκας και ο Νίκος Βελιώτης έφεραν τους «Λύκους» στο Θέατρο «Δόρα Στράτου», σε μια βραδιά με βροχή, απόκοσμους ήχους και απρόσμενες διασκευές μέσα στα δέντρα του Φιλοπάππου.

Ακούς «λύκοι» και σχεδόν βλέπεις το ζώο να κινείται μόνο του μέσα στη νύχτα: άγριο, ανήσυχο, με όλες τις αισθήσεις του σε εγρήγορση. Στον κόσμο του Γιάννη Αγγελάκα, ο λύκος είναι το σύμβολο μιας ανυπότακτης εσωτερικής ενέργειας που ξαγρυπνά μέσα στο σώμα, ανασαίνει στο σκοτάδι και αναγνωρίζει από μακριά την αγέλη της. Γι’ αυτό και οι «Λύκοι» είναι εδώ και χρόνια κάτι περισσότερο από το όνομα της συνεργασίας του με τον Νίκο Βελιώτη.

Αυτό το μουσικό πρότζεκτ – γιατί πώς αλλιώς να το πεις – που είδαμε στο κατάφυτο Θέατρο «Δόρα Στράτου» το βράδυ της Τρίτης (15/9) χτίζεται εδώ και πολλά χρόνια. Λιθαράκι λιθαράκι, μέσα από τη συνεργασία και τη φιλία Αγγελάκα και Βελιώτη, διαμορφώθηκε μια παράσταση με οργανική συνοχή και βάθος. Όπερ σημαίνει ότι όποιος ήρθε για να ακούσει Τρύπες, ήρθε σε λάθος live.

Η σύμπραξη με τον Βελιώτη φανερώνει μία από τις πιο εσωτερικές και πειραματικές πλευρές του Αγγελάκα: χαμηλός φωτισμός, τσέλο, βιολί, πλήκτρα, λούπες, samples, ηλεκτρονικές παρεμβάσεις, σιωπές και ξαφνικά, σχεδόν noise ξεσπάσματα. Κάτι από new wave, κάτι από synth-pop, κάτι από dark punk. Ένας δύσκολος ήχος που απλώνεται αργά και απαιτεί από τον ακροατή να αφεθεί στον ρυθμό του.

Ο Αγγελάκας και ένα “μ’αρέσει να κοιτάω ψηλά”

FANI MARIA CHATZI

Ο ουρανός, φορτωμένος με σύννεφα. Η βροχούλα έκανε το κοινό να οπλιστεί με αδιάβροχα και ομπρέλες. Η βραδιά ήταν sold out, πήραμε τις μπίρες μας, κλέψαμε κι ένα πατατάκι από τον διπλανό και μείναμε στις θέσεις μας, ακόμη και όταν φαινόταν ότι θα έριχνε γάτες και σκύλους.

Ο Αγγελάκας κάθισε στο κέντρο της σκηνής. Στα δεξιά του ο Νίκος Βελιώτης με το τσέλο και την κονσόλα του, στα αριστερά του η Καλλιόπη Μητροπούλου με το βιολί. Ντυμένος στα μαύρα, δωρικός και χαμένος στις σκέψεις του, ο Αγγελάκας ξεκίνησε να ερμηνεύει κάτω από το προστατευτικό σκέπασμα, που είχε τοποθετηθεί πάνω στη σκηνή.

Ύστερα από λίγο κοίταξε προς τους ανθρώπους της παραγωγής και εξέφρασε την επιθυμία να ξεσκεπαστεί. “Θέλω να κοιτάω επάνω” είπε. Μια φράση απολύτως “Αγγελάκας”. Ανήκει εξάλλου στους καλλιτέχνες που συναισθάνονται τον χώρο γύρω τους και αφήνουν ό,τι συμβαίνει εκείνη τη στιγμή να περάσει μέσα στη συναυλία.

Για τους «Λύκους Λάιβ» το Θέατρο «Δόρα Στράτου» ήταν η κατάλληλη φωλιά. Το υπαίθριο κηποθέατρο που δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1960 για το συγκρότημα της Στράτου, έχει μοναδική ενέργεια. Χωμένο στο πράσινο, στην πίσω πλευρά του λόφου του Φιλοπάππου και απέναντι από την Ακρόπολη, αφήνει το φυσικό τοπίο να επηρεάζει κάθε παράσταση.

FANI MARIA CHATZI

Ο Αγγελάκας παρέμεινε καθιστός σε όλη τη διάρκεια της συναυλίας (έκανε φινάλε όρθιος). Η φωνή του είχε εκείνη τη γνώριμη κοφτή ροή: άλλοτε αφηγούνταν, άλλοτε ψιθύριζε, άλλοτε έμοιαζε να ραπάρει τον στίχο και άλλοτε κατάπινε μια πνιχτή κραυγή. Με ελάχιστες κινήσεις και χωρίς σκηνικές χειρονομίες εντυπωσιασμού, έμοιαζε με ηθοποιό σε σκοτεινό μονόπρακτο.

Δίπλα του, ο Βελιώτης έχτιζε τον ήχο σχεδόν μπροστά στα μάτια μας. Με το τσέλο, τα ηλεκτρονικά και τα πετάλια στα πόδια του, δημιουργούσε μικρές φράσεις, τις αποθήκευε, τις επανέφερε και πρόσθετε επάνω τους νέα στρώματα. Μια δοξαριά γινόταν βόμβος, ρυθμός ή απειλητικός παλμός. Οι λούπες πολλαπλασιάζονταν και ένας μόνο μουσικός ακουγόταν σαν ολόκληρη σκοτεινή ορχήστρα.

Η Καλλιόπη Μητροπούλου έδεσε όμορφα με αυτόν τον κόσμο. Το βιολί της μπήκε οργανικά ανάμεσα στη φωνή, στο τσέλο και στα ηλεκτρονικά, άλλοτε οξύνοντας την ένταση και άλλοτε ρίχνοντας λίγο φως μέσα στον πυκνό ήχο. Ο Αγγελάκας στρεφόταν προς το μέρος της και της έδινε ένα ανεπαίσθητο σήμα επιδοκιμασίας.

FANI MARIA CHATZI

Είναι όμορφο να βλέπεις στη σκηνή ανθρώπους που είναι φίλοι εδώ και πολλά χρόνια. Η σχέση του Αγγελάκα με τον Βελιώτη φαίνεται στον τρόπο με τον οποίο αφήνεται ο ένας στον άλλον. Συχνά έπαιζαν με κλειστά μάτια, απορροφημένοι ο καθένας στον δικό του κόσμο. Ανάμεσά τους ένα αόρατο νήμα, πλεγμένο μέσα από περισσότερες από δύο δεκαετίες φιλίας, δίσκων, συναυλιών και κοινών πειραματισμών.

Ο ένας ήξερε πότε να αφήσει χώρο στον άλλον. Ο Αγγελάκας άφηνε μια λέξη να αιωρηθεί και ο Βελιώτης ήξερε πότε να την περικυκλώσει με το τσέλο. Ο Βελιώτης βυθιζόταν στις λούπες του και ο Αγγελάκας άφηνε τη φωνή του να περάσει από μέσα τους.

FANI MARIA CHATZI

Μεγάλο μέρος του προγράμματος στηρίχθηκε στις κοινές δουλειές τους, από τις «Ανάσες των Λύκων» και το «Πότε θα φτάσουμε εδώ» μέχρι το διπλό άλμπουμ «Λύκοι στη χώρα των θαυμάτων» του 2019.

Η επιλογή των διασκευών – όπως έχουν πει σε συνεντευξεις τους – σχηματίζει μια υποκειμενική ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Μια ιστορία φτιαγμένη από το αποτύπωμα που άφησε κάθε δημιουργός πάνω τους, από τον τρόπο με τον οποίο τέσσερα συγκεκριμένα αυτιά άκουσαν διαφορετικές εποχές και κράτησαν ό,τι είχε σημασία για εκείνα. Οι αποστάσεις ανάμεσα στους καλλιτέχνες παραμένουν. Η συγγένεια γεννιέται μέσα από το υποκειμενικό βλέμμα του Αγγελάκα και του Βελιώτη.

Η φωνή του Αγγελάκα κινείται σε διαφορετικό πεδίο από τις φωνές των πρώτων ερμηνευτών. Η σύγκριση όμως δεν προσφέρει κάτι. Εκείνος παίρνει τον λόγο και τον μεταφέρει στο δικό του αναγνωρίσιμο ιδίωμα, ενώ ο Βελιώτης στήνει γύρω του ένα νέο ηχητικό περιβάλλον με τσέλο, λούπες, samples και ηλεκτρονική επεξεργασία.

FANI MARIA CHATZI

Στην «Προσευχή του ακροβάτη» του Χατζιδάκι μετακινηθήκαμε προς έναν σκοτεινό και υπόκωφο τόπο. Ο «Δρόμος» του Μπακιρτζή και των Χειμερινών Κολυμβητών κράτησε την παράξενη, λοξή του ματιά και βυθίστηκε στο βουητό των «Λύκων». Το «Ήρθε ο χειμώνας» του Άκη Πάνου ακούστηκε κάτω από έναν φορτωμένο ουρανό και στο «Με παρέσυρε το ρέμα» του Τσιτσάνη, ο έρωτας έγινε μια δύναμη που τραβά τον άνθρωπο έξω από τον έλεγχό του.

Ακολούθησαν – μεταξύ άλλων – τα: «Βαθιά στη θάλασσα θα πέσω» του Ζαμπέτα, το «Μπιρ Αλλάχ (στη μνήμη του Ναύτη)» και το «Άνθρωποι μονάχοι» του Γιάννη Σπανού και του Γιάννη Καλαμίτση. Στην ιστορική ερμηνεία της Βίκυς Μοσχολιού, η μοναξιά είχε το βάρος και την αξιοπρέπεια του μεγάλου λαϊκού τραγουδιού. Στους «Λύκους» ακούστηκε πιο γυμνή, πιο ψυχρή, σχεδόν σαν φωνή που ανεβαίνει από το εσωτερικό κάποιου ανθρώπου όταν γύρω του έχουν σβήσει όλα.

Ακούσαμε και το προσωπικό αγαπημένο «Όπως ξυπνούν οι εραστές», από το «Πότε θα φτάσουμε εδώ» του 2007, σε μουσική του Νίκου Βελιώτη και στίχους του Γιάννη Αγγελάκα.

Ήταν μια συναυλία που ζητούσε να συντονιστείς σε μια πολύ συγκεκριμένη συχνότητα. Με προσήλωση στις επαναλήψεις, στις παύσεις, στα μικρά ηχητικά συμβάντα και στη σκοτεινή της βραδύτητα.

Ο Αγγελάκας έχει γράψει πολλά χιλιόμετρα και πια δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα. Μπορεί να κάθεται στο κέντρο μιας σκηνής, και να αφήνει τη φωνή του να συναντήσει ένα τσέλο, ένα βιολί, τα samples και τη βροχή. Μαζί με τον Βελιώτη “κλείνεται” σε μια περιοχή δική τους, φτιαγμένη από όσα έχουν ακούσει, αγαπήσει και κουβαλήσει μαζί όλα αυτά τα χρόνια.

Και το story συνεχίζεται!

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα