ΘΟΔΩΡΑ ΚΡΙΝΗ/24 MEDIA LAB

Η ΔΙΚΗ-ΠΙΛΟΤΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΥΠΟΚΛΟΠΕΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ο ποινικολόγος Αλέξης Αναγνωστάκης αγόρευσε στη συνεδρίαση του ΕΔΔΑ για την υπόθεση των παρακολουθήσεων από την πολωνική κυβέρνηση. Εξηγεί στο Magazine τι θα σημαίνει η απόφαση για το σκάνδαλο υποκλοπών στην Ελλάδα.

Μια υπόθεση που αναμένεται να αποτελέσει οδηγό για το σκάνδαλο των υποκλοπών στην Ελλάδα, εξετάζει αυτές τις ημέρες το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη στο Στρασβούργο στις 27 Σεπτεμβρίου και σύντομα αναμένεται η απόφαση του δικαστηρίου.

Το Πρώτο Τμήμα του ΕΔΔΑ, εξετάζει την προσφυγή πολιτών της Πολωνίας, οι οποίοι είχαν βάσιμες υποψίες ότι οι μυστικές υπηρεσίες της χώρα τους παρακολουθούσαν συστηματικά τις επικοινωνίες τους, εξαιτίας της έντονης κριτικής που ασκούσαν στην κυβέρνηση. Πρόκειται για τον Πρόεδρο του Δικηγορικού Συλλόγου Βαρσοβίας και κορυφαίου Ποινικολόγου, Mikolaj Pietrzak, αλλά και ακτιβιστών ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η σημερινή κυβέρνηση της Πολωνίας, με τροπολογίες της τον Ιανουάριο του 2016, επέτρεψε στην Αστυνομία και τις μυστικές υπηρεσίες να συνάπτουν συμφωνίες με παρόχους τηλεπικοινωνιών και να χρησιμοποιούν τα δεδομένα τους, με μόνη υποχρέωση να καταθέτουν στατιστικές εκθέσεις για το πόσο συχνά παρακολούθησαν τηλεφωνικές επικοινωνίες και για ποιους λόγους. Ωστόσο, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες, ο έλεγχος αυτός είναι εικονικός, αφού οι δικαστές δεν έχουν πρόσβαση στους φακέλους της κάθε υπόθεσης για να επαληθεύσουν τα δεδομένα, αλλά ούτε τον απαραίτητο χρόνο να το κάνουν.

Η υπόθεση θεωρείται εξαιρετικά κρίσιμη και για την Ελλάδα, καθώς το ίδιο τμήμα του ΕΔΔΑ πρόκειται να εξετάσει και την υπόθεση του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη που έχει καταθέσει προσφυγή από τον περασμένο Ιούλιο, αλλά και μια πιθανή προσφυγή του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη. Στην ακροαματική διαδικασία της 27ης Σεπτεμβρίου αγόρευσε ενώπιον του δικαστηρίου και ο Έλληνας ποινικολόγος Αλέξης Αναγνωστάκης, ο οποίος εκπροσώπησε την Ένωση Ευρωπαίων Ποινικολόγων.

Τα κοινά σημεία με το σκάνδαλο των υποκλοπών στην Ελλάδα

Μιλώντας στο Magazine, ο Αλέξης Αναγνωστάκης εξηγεί πως η υπόθεση είναι σημαντική για την Ελλάδα, καθώς υπάρχουν αρκετά κοινά σημεία με την υπόθεση των υποκλοπών. Οι Πολωνοί προσφεύγοντες είναι άνθρωποι με παρουσία στον δημόσιο βίο της χώρας τους ασκώντας κριτική στην κυβέρνηση. Είχαν υποψίες και ενδείξεις ότι παρακολουθούνται, ενώ υπήρξε άρνηση από τις κρατικές αρχές να τους παράσχουν εξηγήσεις και να τους γνωστοποιήσουν τους λόγους παρακολούθησής τους.

«Οι προσφεύγοντες ζητούν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να επιβεβαιώσει πως από την παρακολούθησή τους παραβιάστηκε το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, περί ιδιωτικής ζωής και προσωπικών δεδομένων, καθώς σύμφωνα με τους ίδιους το σύστημα κρατικής παρακολούθησης στην Πολωνία δεν πληροί τα κριτήρια που πρέπει. Επίσης, ζητούν την αναγνώριση παραβίασης του άρθρου 13 της Σύμβασης, για το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής στα δικαστήρια και στις Αρχές συνολικά», εξηγεί ο Έλληνας ποινικολόγος.

Όπως περιγράφει ο Αλέξης Αναγνωστάκης: «Η Πολωνία δεν ερεύνησε ποτέ το θέμα εσωτερικά, καθώς απάντησε στους προσφεύγοντες ότι δεν μπορεί να τους ενημερώσει αν παρακολουθήθηκαν ή όχι. Σύμφωνα, όμως, με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, πρέπει να υπάρχουν ορισμένες διασφαλίσεις. Η πρώτη είναι πως θα πρέπει σε κάθε στάδιο της παρακολούθησης να γίνεται έλεγχος της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας αυτής. Η δεύτερη διασφάλιση, είναι η προϋπόθεση ύπαρξης δικαστικής έγκρισης από δικαστήριο. Δεν αρκεί ούτε εισαγγελέας ούτε Αστυνομία. Επίσης, πρέπει να υπάρχει αιτιολογία για την παρακολούθηση και τέλος τα στοιχεία να γνωστοποιούνται πάντα σε μια ανεξάρτητη αρχή, που θα εποπτεύει τη διαδικασία».

Ο Αλέξης Αναγνωστάκης.

«Στον αέρα η διαδικασία παρακολουθήσεων στην Ελλάδα»

Η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η οποία δεν φαίνεται να τηρείται στην Πολωνία, σημαίνει πως και η διαδικασία νόμιμων υποκλοπών που ακολουθείται στην Ελλάδα, είναι εξ’ ορισμού στον αέρα. «Στην Ελλάδα δεν λαμβάνεται η απόφαση από δικαστήριο, αλλά από εισαγγελέα. Δεν υπάρχει αιτιολόγηση των παρακολουθήσεων, δεν εποπτεύεται η διαδικασία από κάποια ανεξάρτητη αρχή και δεν υπάρχει αποτελεσματική προσφυγή. Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, αν κάποιος υποψιαστεί ότι παρακολουθείται, τελειώνει το στάδιο της μυστικότητας και έχει δικαίωμα, αν το ζητήσει, να του γνωστοποιηθεί η παρακολούθησή του, ιδίως μετά το τέλος της», εξηγεί ο Έλληνας ποινικολόγος.

Στην ελληνική υπόθεση υπάρχουν ορισμένα ακόμη πιο επιβαρυντικά δεδομένα συγκριτικά με την πολωνική. Τον Μάρτιο του 2021, η κυβέρνηση με τροπολογία της, στέρησε από την Αρχή Διασφάλισης Απορρήτου Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) τη δυνατότητα να γνωστοποιεί στους πολίτες την άρση απορρήτου των επικοινωνιών τους από την ΕΥΠ, αν ο λόγος της παρακολούθησης αφορά την εθνική ασφάλεια. «Αυτό είναι 100% κόντρα στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Στην Ελλάδα, λοιπόν, δεν έχουμε μόνο το πρόβλημα ότι δεν τηρούνται τα κριτήρια που έχει θέσει το ΕΔΔΑ, αλλά υπάρχει και ειδική τροπολογία που αποκλείει αυτά τα δικαιώματα. Συνεπώς, οι πιθανότητες να καταδικαστεί η χώρα κατά την εξέταση της υπόθεσης είναι πολλές», ξεκαθαρίζει ο Αλέξης Αναγνωστάκης, επισημαίνοντας πως οι Πολωνοί προσφεύγοντες έχουν ενδείξεις και βάσιμες υποψίες παρακολούθησης. «Αντίθετα, η ελληνική υπόθεση είναι ένα βήμα παραπέρα. Είναι αποδεδειγμένη η παρακολούθηση».

«Το ΕΔΔΑ λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψη αυτές τις υποθέσεις»

Η ακροαματική διαδικασία και το πώς αυτή διεξήχθη, έδειξε στον Έλληνα εκπρόσωπο της Ένωσης Ευρωπαίων Ποινικολόγων, ότι το δικαστήριο λαμβάνει πολύ σοβαρά υπόψη τέτοιες υποθέσεις. «Καταρχάς, έγινε ακροαματική διαδικασία, κάτι που δεν συμβαίνει συνήθως σε αυτό το στάδιο. Δεύτερον κλήθηκαν πολλά τρίτα μέρη για να διαφωτίσουν την υπόθεση, δηλαδή ο ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Πολωνίας και η Ένωση Ποινικολόγων. Τρίτον, όλοι οι δικαστές έκαναν ερωτήσεις κατά τη διαδικασία δείχνοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον».

Κατά τον Αλέξη Αναγνωστάκη: «Από ποινικής πλευράς, όταν κάποιος κατηγορείται, κρατείται ή συλλαμβάνεται και στη συνέχεια προκύπτει ότι αυτό έγινε παράνομα, τότε αποζημιώνεται – αυτό που αποκαλούμε αποζημίωση αδίκως κρατηθέντα. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και σε αυτούς που παρακολουθήθηκαν παράνομα, γιατί παραβιάστηκαν δικαιώματά τους και θα πρέπει να το γνωρίζουν, πρώτον για να μπορούν να ασκήσουν τα δικαιώματά τους και δεύτερον για να δουν αν υπέστησαν την οποιαδήποτε ζημία. Οι κυβερνήσεις – και έτσι ξεκίνησε την αγόρευσή της και η κυβέρνηση της Πολωνίας- μιλούν σε αυτές τις περιπτώσεις για τον αγώνα κατά του εγκλήματος και κατά της τρομοκρατίας. Εκεί μπαίνει η εθνική ασφάλεια και η μυστικότητα των ποινικών διαδικασιών. Η εθνική ασφάλεια είναι έννοια πολύ διευρυμένη χρειάζεται περισσότερη σαφήνεια. Αλλά σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα είναι να υπάρχουν και εγγυήσεις που τηρούνται. Πρέπει να γνωρίζεις αν παρακολουθήθηκες άδικα ή παράνομα, να ασκήσεις τα δικαιώματά σου, να δεις αν υπέστης οποιαδήποτε ζημιά και αν υπεκλάπησαν προσωπικά σου δεδομένα».

Η εθνική ασφάλεια είναι έννοια πολύ διευρυμένη χρειάζεται περισσότερη σαφήνεια.

Στην ελληνική υπόθεση που θα εξεταστεί σε επόμενο χρόνο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο θα κληθεί να αποφασίσει αν το νομικό πλαίσιο για την παρακολούθηση στην Ελλάδα είναι επαρκές ή όχι, και αν υπήρχε υποχρέωση να γνωστοποιηθεί στους παρακολουθούμενους ο λόγος παρακολούθησης, ώστε να ασκήσουν τα δικαιώματά τους.

Στο παρελθόν το ΕΔΔΑ έχει εξετάσει αντίστοιχες υποθέσεις από το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Ρωσία, την Τουρκία και τη Σουηδία. Αν μια χώρα καταδικαστεί θα πρέπει αφενός να πληρώσει αποζημίωση στους προσφεύγοντες και στη συνέχεια να προσαρμόσει την νομοθεσία της στα διεθνή πρότυπα: «Οι μόνες χώρες που δεν συμμορφώνονταν προς τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, ήταν η Ρωσία και η Τουρκία. Αν μια χώρα δεν συμμορφωθεί, το θέμα πηγαίνει στο Συμβούλιο Υπουργών της Ευρώπης, το οποίο μπορεί να επιβάλει περαιτέρω κυρώσεις. Σε ακραίες περιπτώσεις, αυτό μπορεί να φτάσει μέχρι την αποβολή μιας χώρας από το Συμβούλιο της Ευρώπης, ωστόσο πριν από αυτό υπάρχουν μέτρα συμμόρφωσης και πολιτική πίεση για αλλαγή της νομοθεσίας».

«Η Ελλάδα δεν φαίνεται να πληροί τις προϋποθέσεις αποτελεσματικής διερεύνησης»

Συμπερασματικά, ο Αλέξης Αναγνωστάκης λέει στο Magazine πως η αντιμετώπιση της υπόθεσης των υποκλοπών από τις ελληνικές αρχές, κάθε άλλο παρά ενθαρρυντική είναι: «Δεν φαίνεται να πληρούνται οι προϋποθέσεις αποτελεσματικής διερεύνησης σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα και τη διεθνή νομοθεσία. Και το κυριότερο είναι ότι έχει αποκλειστεί με νομοθετική διάταξη η υποχρέωση γνωστοποίησης. Αυτό είναι πάρα πολύ προβληματικό σημείο».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα