Νέες ταινίες: Γκάι Ρίτσι, Iron Maiden και Top Gun στις αίθουσες
Διαβάζεται σε 13'
Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.
- 14 Μαΐου 2026 06:22
To “Ο Διάβολος Φοράει Prada 2” πέρασε τα 145.000 εισιτήρια σε 10 μέρες προβολής, μια εντυπωσιακή απόδοση μέχρι τώρα για ένα αληθινά άξιο χολιγουντιανό σίκουελ.
Μιλώντας για άξια χολιγουντιανά σίκουελ, αυτή την εβδομάδα κυκλοφορούν ξανά στις αίθουσες και τα δύο “Top Gun”, τόσο εκείνο του 1986 στα 40 χρόνια από την πρεμιέρα του, όσο και το “Top Gun: Maverick”. Ένα από τα σπάνια εκείνα σίκουελ που, όπως ακριβώς και το “Διάβολος Φοράει Prada 2”, κατανοεί (και δεν φοβάται) τι σημαίνει το πέρασμα του χρόνου.
Στις αίθουσες κυκλοφορεί κι ένα μουσικό ντοκιμαντέρ για τους Iron Maiden, λίγες μέρες μετά τη συναυλία-μπλοκμπάστερ των Metallica, αλλά και την κυκλοφορία ενός άλλου (πετυχημένου) concert film, το Hit Me Hard and Soft: The Tour της Μπίλι Άιλις (και του Τζέιμς Κάμερον), που έκανε 4.600 εισιτήρια το πρώτο του 4ήμερο.
Οι νέες ταινίες της εβδομάδας
Τοπ Γκαν
(“Top Gun”, Τόνι Σκοτ, 1ω50λ)
★★★½
Οι περιπέτειες νεαρών, ελίτ πιλότων της σχολής “Τοπ Γκαν” του πολεμικού ναυτικού. Όταν ο αντισυμβατικός Μάβερικ ξεκινά τη θητεία του εκεί, το ύφος του και η στάση του τον φέρνει σε σύγκρουση με τους άλλους γύρω του, οδηγώντας και στον κίνδυνο.
Σε 25 λέξεις: Ο Τόνι Σκοτ σκηνοθετεί ένα από τα διασημότερα μπλοκμπάστερ όλων των εποχών, με πανέμορφα χρώματα, επιδραστικά synths από τον Τζόρτζιο Μορόντερ και εμβληματική σταρ περσόνα από τον Τομ Κρουζ.
Top Gun: Maverick
(Τζόζεφ Κοζίνσκι, 2ω11λ)
★★★★
Ο Μάβερικ έρχεται αντιμέτωπος με το παρελθόν του καθώς εκπαιδεύει ο ίδιος πλέον νεαρούς πιλότους (ανάμεσά τους τον γιο ενός παλιού του φίλου) για μια επικίνδυνη αποστολή
Σε 25 λέξεις: Εντυπωσιακά αποτελεσματικό legacy sequel που διαθέτει δική του σφραγίδα, μια απολαυστική “γέρος καουμπόι εναντίον του σιδηρόδρομου” αφήγηση και εξαιρετική δράση. Υποψήφιο για 6 βραβεία Όσκαρ(!).
Κριτική
Πώς τα φέρνει η ζωή και τα δύο “Top Gun” βρέθηκαν να είναι οι πλέον καθοριστικές μπλοκμπάστερ κυκλοφορίες στα δύο άκρα μιας ολόκληρης χολιγουντιανής μεταμόρφωσης. Το 1986, το magic hour φωτορομάντσο του Τόνι Σκοτ μας εισήγαγε ανεπιστρεπτί σε μια νέα μπλοκμπάστερ περίοδο όπου οριστικά και αμετάκλητα πλέον το Χόλιγουντ όρισε αυστηρά –αι κυνηγούσε με μανία– την κυριαρχία στην λεγόμενη θερινή περίοδο.
Δεκαετίες αργότερα, το “Maverick” σπάει την παράδοση των χλιαρών legacy sequels φτιαγμένων απλά για να δείχνουν οι φανς την οθόνη και να χτυπάνε παλαμάκια, λέγοντας αντιθέτως μια ιστορία που λαμβάνει υπόψη το πέρασμα του χρόνου και τις ριζικές αλλαγές σε συνήθειες και συστήματα.
Είναι κοσμοϊστορικής σημασίας το timing, καθώς αυτή η γλυκά παλιομοδίτικη ιστορία πείσματος συμπίπτει με το άνοιγμα των αιθουσών μετά Covid, διασώζοντας ουσιαστικά τις αίθουσες σε μια στιγμή στο χρόνου που αναρωτιόταν εύκολα κανείς αν υπάρχει μέλλον για το εμπορικό σινεμά.
Εξίσου μεγάλο ενδιαφέρον έχουν όμως κι οι ίδιες οι ταινίες, απολαυστικές και αναπολογητικές περιπέτειες κι οι δύο, απόλυτα πετυχημένες με εντελώς διαφορετικό τρόπο, στην τελείως διαφορετική αποστολή που θέτουν για τον εαυτό τους. Το “Τοπ Γκαν” είναι για τα νιάτα και την έλξη και τα χρώματα, το “Maverick” είναι για το πείσμα και την εμπειρία και τον ήχο. Νεανική επιθυμία εναντίον ώριμης γνώσης; Ίσως αυτό το τόξο εννοιών να κρύβει από πίσω του και κάτι ευρύτερο για την διαδρομή του Χόλιγουντ όλες αυτές τις δεκαετίες (ειδικά το χρώμα → ήχος).
Για τη μάλλον συζητήσιμη θέση που κρατά η ορίτζιναλ ταινία του Τόνι Σκοτ, τόσο στο ιδεολογικό φάσμα όσο και τελικά στο ρόλο της στην εξέλιξη του χολιγουντιανού καλοκαιριού, είναι εντυπωσιακό το πόσο πλήρως αισθητικά είναι τα στοιχεία στα οποία κρέμεται. Μπορεί σε επίπεδο πρόθεσης η ταινία να κόπηκε και να ενώθηκε μέσα στα γραφεία των μεγαλοπαραγωγών της, Τζέρι Μπρουκχάιμερ και Ντον Σίμπσον, όμως η αισθητική στάμπα του Τόνι Σκοτ (που δυστυχώς χάσαμε πίσω στο 2012) είναι αναπόσπαστο μέρος της επιτυχίας και της εμβληματικότητας του όλου.
Μια ταινία πρακτικά χωρίς πλοκή: Σημαίες, ποζεριά, δίψα για ταχύτητα και για machismo, αλλά με μια φοβερή αφέλεια. Το να βλέπεις περιπέτεια (και δη μιλιταριστική) από πριν την 11η Σεπτεμβρίου είναι σχεδόν εμπειρία-ντοκουμέντο. Είμαστε σε μια στρατιωτική βάση όπου όλη τη μέρα όλοι το μόνο που κάνουν είναι χαλαρά ποτάκια, βόλεϊ στην παραλία, ραντεβουδάκια και cheesy ατάκες: «Εσείς οι δύο είστε πραγματικοί καουμπόηδες!»
Προς το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αυτού του είδους οι περιπέτειες δεν είχαν πλέον την ανάγκη ή το έρεισμα να είναι κάτι άλλο πέρα από αφελή φωτορομάντζα.
Όμως και οι φωτογραφίες ήταν ωραίες, και το ρομάντζο ανάγλυφο.
Αφενός, σε σχέση με ένα τυπικό σημερινό μπλοκμπάστερ το “Top Gun” διαθέτει σεξουαλική ένταση, που είτε ηθελημένα είτε όχι, πάει προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο Μάβερικ με την Κέλι ΜακΓκίλις, οι wingmen μεταξύ τους. Υπό τους ήχους ενός εμβληματικού synthpop σάουντρακ που ντύνει κάθε ραντεβουδάκι, κάθε ρομαντική σκιά, κάθε αγωνιώδες κυνηγητό στους αιθέρες, κάθε τρέξιμο της κάμερας της ώρα κάποιου ηλιοβασιλέματος.
Αφετέρου, η καθαρή εικαστική του αξία. Ακόμα και δεκαετίες πριν φτάσει ο Τόνι Σκοτ στην τελευταία φάση της καριέρας του, όπου τα φίλτρα, η κάμερα, το μοντάζ, οι ήχοι, όλα μαζί δημιουργούσαν ένα οπτικοακουστικό ADD εφέ που δεν έμοιαζε με άλλο (κάτι σαν εμπορικό σινεμά πειραματικής αισθητικής υπερβολής) ήθελε εξαρχής τα έργα του να μοιάζουν με οπτικά επεξεργασμένες καυτές καλοκαιρινές αφηγήσεις. Είναι λες κι έχει γυρίσει όλη τη δράση της ταινίας στη διάρκεια του magic hour, έχοντας πάντα για background ένα μόνιμο λυκόφως.
Τόνι Σκοτ: Ο άνθρωπος απλά ήξερε πώς να γυρίσει μια περιπέτεια, και πώς να σε κάνει να νιώσεις την σινεμασκόπ θερμότητά της.
Από την άλλη, στο 36-χρόνια-μετά σίκουελ της διάσημης περιπέτειας του Τόνι Σκοτ (στη μνήμη του οποίου είναι αφιερωμένο το νέο φιλμ), ο Μάβερικ του Τομ Κρουζ είναι ακόμα αυτός που ήταν, στην ίδια θέση, με τα ίδια χούγια, τις ίδιες εμμονές, μα και την ίδια αγνή πίστη στην ικανότητα του κόσμου εκεί έξω να σε εκπλήσσει. Γύρω του, τα πάντα έχουν μετακινηθεί ή εκλείψει. Φίλοι έχουν προχωρήσει στη ζωή τους, άλλοι έχουν χαθεί. Ο χρόνος κάνει αργά ή γρήγορα την εμφάνισή του, ακόμα και στο πρόσωπο (και στον κόσμο) του Τομ Κρουζ.
Μα ο ίδιος είναι ακόμα εκεί, αμετανόητος. Στην ίδια θέση. «Θα έπρεπε πια να έχεις πάρει προαγωγή ή να έχεις απολυθεί», του λέει ένας ανώτερος με ψυχρότητα, σα να μιλάει σε ένα ον του οποίου την παρουσία αρνείται να αποδεχθεί. Μιλάει φυσικά στον ίδιο τον Τομ Κρουζ. Δηλαδή τον τελευταίο σταρ του Χόλιγουντ του 20ου αιώνα που μοιάζει, περιέργως, ακόμα στην θέση του. Και δηλαδή έναν άντρα που μοιάζει κι αυτός χρόνου. Που παρακολουθεί τον κόσμο του να καταργείται και να αντικαθίσταται από έναν καινούριο δίχως αυτό να συνακολουθείται από μια αντιστοιχία γνώσης, φροντίδας ή έγνοιας.
Η ταινία ξεκινά με εικόνες και ήχους βγαλμένους κατευθείαν από τα βάθη των ‘80s, και φτάνει να κορυφώνεται σε ένα action υπερθέαμα γεμάτο καρδιά και σασπένς. Σε όλο το ενδιάμεσο, ο Τζόζεφ Κοζίνσκι (ένας σκηνοθέτης με απόλυτο έλεγχο μοντέρνας CGI αισθητικής που όμως μπορεί να εντοπίζει την αναλογικότητα του μοντερνισμού στη εικόνα, στα τοπία, στα περιβάλλοντά του – βλέπε και “Oblivion”) καταφέρνει να κινείται εκεί που η ανάμνηση γίνεται ηχώ κι εκεί που η σκιά του αύριο γίνεται εμψύχωση. Ούτε δημιουργεί κάποιο απολιθωμένο κατασκεύασμα που κουνάει τη μαγκούρα «στους νέους», ούτε και παραδίδεται αμαχητί στις τεχνικές καινοτομίες και ευκολίες.
Εντυπωσιακό στο πώς είναι σχεδιασμένη η δράση και η ας πούμε «πλοκή» του “Top Gun: Maverick”, είναι ότι οι εχθροί ποτέ δεν έχουν σώματα. Όσο μακριά από πολιτικό χρωματισμό θα μπορούσε ποτέ να είναι μια τέτοια ταινία, ρίχνει τους πιλότους-ήρωές της σε ένα σχέδιο όπου οι αντίπαλες μορφές δεν είναι παρά κάποια λιγοστά μαχητικά ή generic πιλοτικές φιγούρες. Σε αυτή του την εικονογραφικά αφηρημένη προσέγγιση, το “Top Gun: Maverick” αποτυπώνει πλήρως την συμβολική ιδέα των ηρώων που έχουν για αντίπαλο τίποτα άλλο παρά τον εαυτό τους.
Κι ο Μάβερικ, σαν τον Τομ Κρουζ, αυτό κάνει. Επανεφευρίσκει τον εαυτό του και το σώμα του ως ήρωας μιας σύγχρονης κινηματογραφικής περιπέτειας που θα μπορούσε να είναι βωβή, ενός υπερθεάματος που μοιάζει απτό, ενός φαντάσματος από το παρελθόν που πεισματικά κρατά ακόμα τη σωματική του μορφή. Σε μια κομβική σκηνή προς το τέλος του φιλμ, το φάντασμα πλέον πετά κιόλας! Μέχρι το τέλος του φιλμ, θα κυλήσουν ακόμα και δάκρυα.
Και τα δύο αυτά φιλμ, σαν κάποια χολιγουντιανή αρχή και κάποιο χολιγουντιανό τέλος (ή ίσως μια νέα αρχή) δημιουργούν ένα δίπτυχο περίεργα αρμονικό μέσα στον επιφανειακά του αταίριαστο χαρακτήρα.
Γκρίζα Ζώνη
(“In the Grey”, Γκάι Ρίτσι, 1ω38λ)
★★
Μια μυστική ομάδα ελίτ πρακτόρων ζει στις σκιές και εκτελεί τις πιο ριψοκίνδυνες αποστολές. Όταν ένας αιμοδιψής, πανίσχυρος ηγέτης κλέψει μια περιουσία δισεκατομμυρίων, οι πράκτορες αναλαμβάνουν μια επικίνδυνη αποστολή επιστροφής των χρημάτων.
Σε 25 λέξεις: Συνηθισμένος Γκάι Ρίτσι σε μια μεγάλων κυβικών heist movie περιπέτεια που έχει τις στιγμές της, αλλά σε όλη τη διάρκεια θα αναρωτιέσαι αν την έχεις ξαναδεί.
Κριτική
Σαν σε αυτόματο πιλότο τα τελευταία χρόνια ο Γκάι Ρίτσι, δεν είναι πως δεν δίνει διασκεδαστικές ταινίες, όσο ότι αυτές ξεχνιούνται συχνά ακόμα και ενώ τις παρακολουθείς. Η “Γκρίζα Ζώνη” φέρνει μαζί στοιχεία τόσο από τις πιο παιχνιδιάρικες ταινίες του σκηνοθέτη, όσο κι από κάποιες πρόσφατες πιο βαριές (λέμε τώρα) όπως ο “Άρρηκτος Δεσμός”.
Το αποτέλεσμα είναι ένα διασκεδαστικό heist movie σε ένα κάπως αταίριαστο σκηνικό. Υπάρχουν πολλές καλοφτιαγμένες σκηνές με αγωνία, με καλή δράση (και μια χιουμοριστική ελαφρότητα που σε σημεία ξενίζει), όμως το όλο αποτέλεσμα καταλήγει να μοιάζει κάπως αέρινο, κάπως πλαστικό, σα να μην υπάρχει η παραμικρή ένταση ακόμα κι όταν η πλοκή θέλει να βάλει σε μια θέση αγωνίας. Τα πράγματα απλώς συμβαίνουν, ώστε μετά να συμβούν τα επόμενα.
Το καστ είναι γεμάτο με αναγνωρίσιμες φιγούρες, όμως δεν είναι όλοι σε φόρμα. Η Έιζα Γκονζάλες όμως το κατα-διασκεδάζει και δίνει στην ταινία το κάτι παραπάνω.
Αυτόματος Τηλεφωνητής
(“Le Répondeur / Guess Who’s Calling!”, Φαμπιέν Γκοντέ, 1ω42λ)
★★½
Ο ταλαντούχος μίμος Μπατίστ προσεγγίζεται από τον διακεκριμένο συγγραφέα Πιερ που θέλει να έχει την ησυχία του, με μια παλαβή αποστολή: Να απαντά το τηλέφωνο σα να ήταν εκείνος. Αυτό σημαίνει πως ο Μπατίστ θα συνομιλεί στο εξής με όλους τους φίλους, συνεργάτες, γνωστούς, ακόμα και συγγενείς του Πιερ, σα να ήταν ο Πιερ. Προφανώς και τα πράγματα δε θα αργήσουν να πάρουν άβολη τροπή.
Σε 25 λέξεις: Αρκετά πιο σοβαρό και ανθρώπινο από όσο φαίνεται από το περιτύλιγμά του, είναι δηλαδή κανονικό σινεμά κι όχι φτηνιάρικη ξεπέτα ανάλαφρης γαλλικής κωμωδίας. Φανταστικός ο Σαλίφ Σισέ ως Μπατίστ.
Κριτική
Από την αφίσα μέχρι το σεναριακό εύρημα, τα πάντα στο περιτύλιγμα μας προετοιμάζουν εδώ για κάποια από τις κλασικές ανόητες γαλλικές κομεντί που γεμίζουν τα θερινά το καλοκαίρι, αλλά στην πραγματικότητα η ταινία του Γκοντέ έχει πολύ όμορφα κινηματογραφικά στοιχεία και μια υποψία φιλοσοφικής διάθεσης που την κάνει απρόσμενα μεστή και με περιεχόμενο.
Ειδικά ο χαρισματικός Σαλίφ Σισέ, που παίζει τον μίμο Μπατίστ, είναι απολαυστικός, δίνοντας στον ήρωά του μια αληθινή παρουσία μέσα στο κινηματογραφικό κάδρο, γεμάτο μελαγχολία αλλά και ζωή. (Ήταν αυτά του τα στοιχεία που ανύψωσαν και την ταινία-διαμαντάκι “A L’Abordage!” / “All Hands on Deck” του Γκιγιόμ Μπρακ, μια από τις ομορφότερες γαλλικές ταινίες των ‘20s που ποτέ δυστυχώς δεν κυκλοφόρησε στην χώρα μας.)
Το φιλμ κυλάει νεράκι, όμως όταν τα απρόοπτα και οι παρεξηγήσεις αρχίζουν να φρακάρουν την τρίτη πράξη, η απουσία δραματικής τριβής σε συνδυασμό με την εξωφρενική σεναριακή σύμβαση έχουν ως αποτέλεσμα μια ταινία που συγκρούεται με τον εαυτό της: Θέλει να είναι ταυτόχρονα πιο μεστή αλλά και πιο ανάλαφρη από ό,τι είναι.
Παρά τα προβλήματά της, βλέπεται τρομερά ευχάριστα και, για το είδος της, αποτελεί τιμιότατη πρόταση.
Το Τροχόσπιτο
(“Karavan / Caravan”, Σουζάνα Κιρσνέροβα, 1ω40λ)
★★
Μη μπορώντας να διαχειριστεί τη μητρότητα, η ανύπαντρη Έστερ κλέβει ένα τροχόσπιτο και το σκάει στην νότια Ιταλία με τον γιο της Ντέιβιντ, ο οποίος έχει μια νοητική αναπηρία. Εκεί συναντούν έναν νεαρό περιπλανώμενο του οποίου η εγκαρδιότητα μεταμορφώνει αυτή την αντισυμβατική οικογένεια σε κάτι πιο ελεύθερο, πιο γεμάτο ελπίδα.
Σε 25 λέξεις: Σκηνοθετικό ντεμπούτο από το Ένα Κάποιο Βλέμμα των Καννών, λυρισμός και μια κάποια ενδιαφέρουσα αγριότητα, που όμως δεν καταφέρνουν να συνθέσουν κάτι μεγαλύτερο από τα επιμέρους στοιχεία και τις προθέσεις. Η ποιητική όψη μιας ζωής με κακουχίες δεν είναι τόσο εύκολο να αποτυπωθεί στο σινεμά – όσο κι αν ο Βιμ Βέντερς το έκανε να μοιάζει απλό στο “Perfect Days”.
Κυκλοφορούν επίσης
Iron Maiden: Burning Ambition: Με πρόσβαση στα αρχεία αλλά και σε μαρτυρίες τωρινών και παλαιότερων μελών του συγκροτήματος, το ντοκιμαντέρ αφηγείται την πλήρη ιστορία των Iron Maiden, διανύοντας πέντε δεκαετίες.
Ανάμεσα σε Τρεις Ζωές: Η Χάνα και το non-binary έφηβο παιδί της, το Φράνσις, επισκέπτονται τον γκέι παππού τους, τον Τζίμπα, στο Άμστερνταμ. Το Φράνσις εκφράζει την επιθυμία να μείνει με τον παππού του για έναν χρόνο, αμφισβητώντας τις γονεϊκές πεποιθήσεις της Χάνα και αναγκάζοντάς την να αντιμετωπίσει ζητήματα του παρελθόντος. Δραματική ταινία με την Ολίβια Κόλμαν και τον Τζον Λίθγκοου.
Για Σένα: Ο Πάολο μόλις έγινε 40 χρονών ανακαλύπτει ότι πάσχει από μια σπάνια μορφή πρώιμου Αλτσχάιμερ. Η ζωή του αλλάζει ξαφνικά, όπως και της οικογένειάς του. Άντι όμως να παραιτηθεί, διαλέγει το γενναίο μονοπάτι, να ζήσει κάθε στιγμή της ζωής του απολαμβάνοντάς την με αγάπη, δύναμη και κουράγιο. Δραματική ταινία από την Ιταλία, βασισμένη σε αληθινή ιστορία.
Το Τραγούδι της Μικρής Φάλαινας: Ο Βίνσεντ, μια νεαρή μεγάπτερη φάλαινα, είναι ο γιος του τελευταίου Φαλαινοντορεμή, του μυθικού τραγουδιστή των ωκεανών, η μαγική μελωδία του οποίου κρατούσε κάποτε ασφαλείς τις θάλασσες. Οικογενειακή ταινία κινουμένων σχεδίων.