ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΡΟΚΙΔΗΣ: Ο ΚΙΘΑΡΙΣΤΑΣ-ΣΥΜΒΟΛΟ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΣΤΟ NEWS 24/7
Μια μεγάλη προσωπική εξομολόγηση του μουσικού που άφησε το αποτύπωμα του σε μια ολόκληρη εποχή.
Για 15 χρόνια η κόκκινη κιθάρα του Χριστόφορου Κροκίδη συνόδευε τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου παντού, διαμορφώνοντας σε μεγάλο βαθμό τον ήχο του αλλά και χαρίζοντάς του τραγούδια-σταθμούς -μια προίκα που κουβαλάει μέχρι σήμερα.
Και μπορεί στα ‘90s όσοι ακούγαμε εναλλακτικό ροκ να ψιλοσνομπάραμε το στιβαρό, hard rock παίξιμο του Κροκίδη ως παλιακό, όμως στα γήπεδα που τότε γέμιζε ο Βασίλης, κανείς δεν έδινε δεκάρα για το τι πιστεύαμε εμείς. Και πρέπει να παραδεχτούμε, ότι όσο αυτή η ψηλόλιγνη φιγούρα ανεβοκατέβαζε με άνεση τα δάχτυλά της πάνω στην κλασική κόκκινη κιθάρα, η δεξιοτεχνία της έστελνε τους δικούς μας ροκ ήρωες πίσω στο νηπιαγωγείο.
Έχοντας αυτά στο μυαλό μου, συναντήθηκα μαζί του πριν δέκα μέρες, στη Νίκαια και του ζήτησα να μου αφηγηθεί τη ζωή του. Και επειδή μού έκανε το χατίρι, προέκυψε απ’ αυτήν την εξομολόγηση ένα κείμενο-ποταμός, το οποίο το συνέταξα σε πρώτο πρόσωπο για να σας αφήσω ήσυχους εγώ και οι ερωτήσεις μου, και να μείνει αυτό που μετράει: η υπέροχη και γεμάτη καριέρα του Χριστόφορου Κροκίδη.
Γεννήθηκα στην Παλιά Κοκκινιά το 1955. Έχασα τη μητέρα μου έξι χρονών.
Ο πατέρας μου ξαναπαντρεύτηκε. Η μητριά στο σπίτι ήταν δύσκολη ιστορία. Πρόσεχε περισσότερο τα δύο μεγαλύτερα αδέρφια μου που δούλευαν. Εγώ ήμουν κάπως παραπεταμένος. Ο πατέρας μου ήταν οδηγός λεωφορείου. Τα χρόνια ήταν πολύ φτωχικά.
Η μητέρα μου έπαιζε μαντολίνο και αυτό το ξέρω μόνο από μια φωτογραφία που την έχω δει να το κρατάει. Δεν την είχα ακούσει ποτέ να παίζει.
Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΚΙΘΑΡΑ
Εγώ ξεκίνησα να παίζω κιθάρα το 1963, οκτώ χρονών. Κρυφά. Ο μεγάλος μου αδερφός, 15-16 χρονών, έπαιζε λίγο, αλλά δεν με άφηνε να ακουμπάω την κιθάρα του. Την κλείδωνε στην ντουλάπα.
Τα Σαββατοκύριακα που δεν δούλευε, καθόταν με φίλους έξω από το σπίτι, κάτω από ένα δεντράκι και έπαιζαν -κυρίως Beatles και τέτοια πράγματα. Κάποια στιγμή του ζήτησα να δοκιμάσω κι εγώ. Μου είπε: “Αυτά δεν είναι για παιδιά”.
Μου κακοφάνηκε τόσο πολύ που πήγα και έφτιαξα αντικλείδι. Όταν έλειπε, ξεκλείδωνα την ντουλάπα, έπαιρνα την κιθάρα και μάθαινα μόνος μου. Παρακολουθούσα τι έπαιζαν τα Σαββατοκύριακα, κρατούσα στο μυαλό μου κινήσεις, συγχορδίες, και μετά προσπαθούσα να τα βγάλω μόνος μου.
Ύστερα από καιρό, του ξαναζήτησα να παίξω μπροστά τους. Εγώ στο μεταξύ είχα μάθει καλύτερα από αυτούς. Μου έδωσε την κιθάρα και έμειναν άφωνοι. Αναρωτιόνταν πού έμαθα.
ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑΤΑ
Εκείνη την εποχή υπήρχαν πολλά συγκροτηματάκια στη γειτονιά. Εμείς, όταν πήγαινα γυμνάσιο, είχαμε τους Mini Boys. Όλοι γνωριζόμασταν μεταξύ μας, γιατί υπήρχε ένας χώρος εκεί που είναι τώρα τα Λιπάσματα στη Δραπετσώνα, όπου γίνονταν συναυλίες. Πηγαίναμε και παίζαμε.
Από εκεί γνώρισα και τον Γιοκαρίνη που έμενε λίγο εδώ πιο πάνω. Κάναμε και στρατό μαζί.
Τα τραγούδια τα μαθαίναμε με το αυτί. Παρτιτούρες δεν υπήρχαν. Όταν άρχισα να μελετάω πιο σοβαρά, στο γυμνάσιο, είχαμε κάτι ψευτοπικάπ, παίρναμε δίσκους και τους λιώναμε στο άκουσμα, προσπαθώντας να βγάλουμε ό,τι ακούγαμε.
Παίζαμε σε γειτονιές και πάρτι τα τραγούδια της εποχής… Idols, Πασχάλη, ό,τι άκουγε όλος ο κόσμος. Μάλιστα, με τους Mini Boys είχαμε παίξει γύρω στο ’69-’70 σε έναν κινηματογράφο εδώ στη Νίκαια που λεγόταν «Ποπίκο», ανοίγοντας το πρόγραμμα των Idols.
Επί χούντας, είχαμε πάει και στην εκπομπή “Χαρούμενα Ταλέντα” του Γιώργου Οικονομίδη στην ΥΕΝΕΔ. Διαγωνισμός ήταν. Κι εκεί ένα τραγούδι των Idols παίξαμε.
“ΜΙΚΡΟ ΜΕ ΦΩΝΑΖΑΝ ‘ΔΙΑΟΛΟ'”
Πιτσιρικάς δούλευα σε έναν φούρνο απέναντι απ’ το σπίτι μου, κάνοντας διανομές με τρίκυκλο. Όσο περίμενα να ψηθούν τα ψωμιά, έτρεχα σπίτι και έπαιζα κιθάρα. Ο κυρ Αλέκος, ο φούρναρης, φώναζε: “Χριστόφορε, βγήκαν τα ψωμιά”. Εγώ χαμένος στην κιθάρα.
Την έπαιρνα και μαζί στις διανομές. Οδηγούσα το τρίκυκλο με τα πόδια και έπαιζα. Τρέλα.
Καμιά φορά με έστελνε να εισπράξω χρήματα από πελάτες. Έπαιρνα τα λεφτά, σταματούσα σε δισκοπωλεία και αγόραζα δίσκους. Όταν του έλεγα πού πήγαν τα λεφτά, έλεγε “δεν πειράζει, χαλάλι”. Ήταν ωραίος άνθρωπος.
Θυμάμαι έναν live δίσκο των Cream που είδα τυχαία σε ένα δισκοπωλείο. Είχε ένα σκοτεινό εξώφυλλο με ένα τρίο που έπαιζε κιθάρα, μπάσο, ντραμς. Κάτι μου έκανε στο μάτι. Ο δισκοπώλης μου είπε: “Αυτό βρήκες να πάρεις; Ένα χρόνο το έχω, δεν το θέλει κανείς. Δεν είναι καλό”. Εννοείται, το πήρα.
Μικρό με φώναζαν “διάολο”. Όχι μόνο λόγω της μουσικής. Ήμουν άνθρωπος της πατέντας. Ό,τι χάλαγε το έφτιαχνα μόνος μου. Μηχανάκια, κατασκευές, τα πάντα. Βέβαια, κάποιοι το συνέδεαν και με το παίξιμό μου γιατί στα 15 μου έπαιζα περίπου όπως παίζω τώρα. Ήμουν φαινόμενο για την ηλικία μου. Αλλά δεν έγινε από μόνο του. Έπαιζα είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο.
Την πρώτη ηλεκτρική κιθάρα την πήρα γύρω στο ’70. Φτηνή κιθάρα, της πλάκας, αλλά για μένα ήταν ένας κόσμος ολόκληρος.
SOCRATES ΚΑΙ ΕΞΑΔΑΚΤΥΛΟΣ
Είχα κι έναν συμμαθητή που έπαιζε μουσική, τον Κώστα Δουκάκη που αργότερα ήταν στους Εξαδάκτυλος. Εδω λίγο πιο πάνω ήταν το Οικονομικό Γυμνάσιο πηγαίναμε. Ήταν μεγάλη μορφή. Κιθαρισταράς.
Το ‘72 γνώρισα τον Λεωνίδα Αλαχαδάμη, τον ντράμερ των Εξαδάκτυλος. Έγινε ο μεγάλος μου αδερφός.
Αυτός με είδε σε μια συναυλία εδώ σε έναν κινηματογράφο. 17 χρονών ήμουνα. Αυτός ήταν ήδη φίρμα τότε. Του είχε μιλήσει κάποιος για μένα και ήρθε και με άκουσε. Και την επόμενη μέρα, έρχεται και σε ένα δωματιάκι που κάναμε πρόβες.
Αυτός ήταν ένα περίεργο μούτρο, με κάτι κατακόκκινα μαλλιά μέχρι εδώ, με ένα κόκκινο κοτλέ παντελόνι, εφαρμοστό. Μιλάμε τυπάς.
Κι έρχεται, λοιπόν, στο στούντιο, ρίχνει μια κλωτσιά στην πόρτα, με βλέπει και μου λέει “μάζεψε τα όργανα κι έλα μαζί μου”. Ξεκινήσαμε να παίζουμε από το 1972 και αυτό κράτησε μέχρι και το 2018 που “έφυγε”.
Μια χρονιά τον είχα πάρει και με τον Παπακωνσταντίνου, τότε που είχαμε δύο ντράμερς.
Μέσα από όλα αυτά γνώρισα διάφορο κόσμο. Με τους Socrates είχαμε βρεθεί πολλές φορές. Με τον Τουρκογιωργη, πριν το εγκεφαλικό του, ήμασταν σχεδόν καθημερινά μαζί.
Κοιτάζω πίσω και σκέφτομαι πόσοι έφυγαν. Ο Αντώνης, ψυχούλα. Ο Δουκάκης. Ο Λεωνίδας. Άνθρωποι που ήταν κομμάτι της ζωής μου.
ΒΑΣΙΚΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΡΟΚ
Η μεγάλη αλλαγή έγινε όταν κυκλοφόρησε το Woodstock γύρω στο ’70. Πάθαμε σοκ. Ήταν σαν να ανοίγει μια πόρτα σε έναν άλλον κόσμο. Μέχρι τότε, η μουσική σκηνή στην Ελλάδα ήταν κυρίως ποπ.
Δεν ξέρω ακριβώς πώς έγινε αυτή η αλλαγή μέσα μου. Έχω ένα κενό στο μυαλό μου από το ’69 μέχρι το ’71. Θυμάμαι ότι παίζαμε σε πάρτι μπαλαντούλες και διασκεδαστικά τραγούδια και ξαφνικά ο κόσμος γύρισε ανάποδα και με θυμάμαι να παίζω Deep Purple, Led Zeppelin, Alvin Lee, το “I’m Going Home” -κομμάτια αδιανόητα για την εποχή.
Εκείνη την περίοδο με τον Λεωνίδα Αλαχαδάμη φτιάξαμε ένα τρίο και στην αρχή κάναμε κυρίως πειραματισμούς. Αργότερα, γύρω στο ’83-’84, φτιάξαμε ένα γκρουπ που έπαιζε δικά μας κομμάτια, λίγο προς jazz fusion. Παίζαμε κυρίως για την πάρτη μας.
Η ΕΚΡΗΞΗ ΣΤΟ ΚΑΡΑΒΙ
Υπήρχε πάντα το θέμα της επιβίωσης, οπότε αναγκαστήκαμε να αρχίσουμε να δουλεύαμε σε σκυλάδικα. Τι να κάναμε;
Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’70, πολλοί μουσικοί θεωρούσαμε ότι αν πας να παίξεις σε σκυλάδικα, “πουλάς” τον εαυτό σου. Οπότε δουλεύαμε αλλού. Σε εργοστάσια, σε φάμπρικες, σε σκληρές δουλειές, και τη μουσική την κρατούσαμε για εμάς.
Εγώ, αν και μαθητής ακόμη, δούλευα στα ναυπηγεία ως βοηθός υδραυλικού. Στα δεκαεπτά μου έγινε ένα ατύχημα που μου άλλαξε πολλά. Τινάχτηκε ένα καράβι στον αέρα κι ήμουν το μοναδικό θύμα. Όλη αυτή η πλευρά του σώματός μου είχε καεί. Θυμάμαι να βγαίνω έξω και να βλέπω το δέρμα μου μαζεμένο, να νομίζω πως ήταν χαρτί. Πήγα να το πιάσω και ήταν το δικό μου δέρμα.
Για τρεις-τέσσερις μήνες δεν μπορούσα να κρατήσω κιθάρα. Και τότε πήρα μια απόφαση: δεν θα ξαναδουλέψω σε φάμπρικα. Δεν θα ξαναμπώ σε τέτοια δουλειά.
Ήταν τόσο δύσκολα τα χρόνια, οικονομικά, που δεν υπήρχαν λεφτά ούτε για ένα παντελόνι. Τα έραβα εγώ ο ίδιος. Ξήλωνα παλιά ρούχα, έπαιρνα το ύφασμα και έφτιαχνα για μένα και για φίλους.
Έχω δουλέψει και σε κρουαζιερόπλοια. Όχι μία φορά -για χρόνια. Το πρώτο ήταν το 1973, το Stella Solaris. Μεσόγειο, Ιταλία, Μάλτα κτλ.
Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΣΤΑ ΣΚΥΛΑΔΙΚΑ
Το πρώτο μαγαζί που δούλεψα επαγγελματικά ήταν το 1972, στη Λάρισα. Παράτησα το γυμνάσιο και πήγα με τον Λεωνίδα Αλαχαδάμη και έναν φίλο. Το μαγαζί λεγόταν “Ρομάντικα”. Ήμουν δεκαεπτά χρονών. Παιδί.
Τα ωράρια τότε ήταν εξαντλητικά. Ξεκινούσαμε 21.30 – 22.00 το βράδυ και τελειώναμε 10.00 το πρωί. Εγώ δεν άντεχα. Μετά τη μία πήγαινα στα καμαρίνια, έβρισκα το καλοριφέρ και κοιμόμουν. Έπαιζα δύο ώρες και μετά κατέρρεα.
Μετά άρχισαν τα ταξίδια. Λάρισα, Κρήτη, Γιάννενα, Αμαλιάδα. Στο Ηράκλειο έμεινα χρόνια μαζί με την πρώτη γυναίκα μου. Εκεί γνώρισα και πολλούς ανθρώπους που αργότερα έγιναν μεγάλα ονόματα.
Θυμάμαι τον Μανώλη Λιδάκη πιτσιρικά. Τον έσπρωχνα να βγαίνει να τραγουδάει. Το αφεντικό νευρίαζε γιατί τραγουδούσε πολύ Πάριο και δεν τον ήθελε. Δούλεψα επίσης με ανθρώπους όπως τον Σαλαμπάσης, τον Γερολυμάτο, την Καίτη Γαρμπή, μικρή ακόμα.
ΤΣΑΜΠΟΥΚΑΔΕΣ ΚΑΙ ΠΥΡΟΒΟΛΙΣΜΟΙ
Τα περίεργα περιστατικά ήταν συχνά και, συνήθως, όταν γίνονταν φασαρίες μέσα, η μουσική δεν σταματούσε.
Σε ένα μαγαζί στην Καβάλας, μια μέρα έγινε ένας τσαμπουκάς και έπεσαν πυροβολισμοί. Και ένας πιτσιρικάς μουσικός που είχα πάρει μαζί τρόμαξε. Μου λέει “τι έγινε”. “Μην ανησυχείς, του λέω, μια σαμπάνια άνοιξαν δίπλα στο μικρόφωνο”. Για να μην πανικοβληθεί.
Άλλη φορά, στην Κρήτη, σε καλοκαιρινό μαγαζί στην Κνωσό, έγινε τεράστιος καβγάς για μια γυναίκα. Τραπέζια πετούσαν, ξύλο παντού. Εμείς τους βλέπαμε και γελούσαμε, δεν δίναμε σημασία. Οι μουσικοί σπάνια κινδυνεύαμε άμεσα.
Εγώ είχα ένα πετάλι στην κιθάρα που έβγαζε ήχο σειρήνας. Το πατάω και μόλις ακούστηκε, όλοι έφυγαν τρέχοντας στα χωράφια νομίζοντας ότι ήρθε η αστυνομία. Όταν ήρθαν στ’ αλήθεια οι αστυνομικοί, βρήκαν το μαγαζί άδειο.
Μετά, κάθε φορά που πήγαινε να γίνει φασαρία, οι σερβιτόροι μου έλεγαν “Πάτα τη σειρήνα”.
Σε άλλο μαγαζί στην Αμαλιάδα, ένα μεσημέρι μπήκε ένας τύπος που είχε μόλις αποφυλακιστεί. Μας είπε ότι θα έρθει πάλι το βράδυ “να καθαρίσει”, να παίξουμε για πάρτη του. Και λέμε “πού ήρθαμε ρε συ. Άμα αρχίζουν από το μεσημέρι οι φασαρίες, φαντάσου το βράδυ τι θα γίνει”. Τελικά δεν εμφανίστηκε ποτέ. Μάθαμε αργότερα ότι, όπως ερχόταν, του είχαν στήσει καρτέρι και τον είχαν σαπίσει στο ξύλο.
“ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΝΑ ΑΠΑΡΝΟΥΜΑΙ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ”
Η νύχτα δεν ήταν ποτέ όνειρο για μένα. Ήταν καθαρά θέμα επιβίωσης.
Δεν κάπνισα ποτέ στη ζωή μου, ούτε ήμουν άνθρωπος του ποτού. Είχα επιλέξει να είμαι μουσικός. Το καλό ήταν ότι σε κάθε δουλειά πηγαίναμε πάντα δυο-τρεις φίλοι μαζί. Αυτό μαλάκωνε τη δυσκολία.
Συνολικά δούλευα σε τέτοια μαγαζιά από το ’72 μέχρι περίπου το ’85-’86 -με κάποια διαλείμματα. Πάνω από δέκα χρόνια δηλαδή. Είναι μέσα στη ζωή μου όλα αυτά. Δεν τα απαρνούμαι. Είναι σαν να θέλω να απαρνηθώ τον εαυτό μου.
Η μετάβαση από τα μπουζούκια στις πιο μουσικές σκηνές δεν έγινε απότομα. Δεν υπήρξε μια μέρα που είπα “φεύγω από εδώ και πάω εκεί”. Τα πράγματα συνέβαιναν παράλληλα. Ενδιάμεσα, ενώ δούλευα ακόμα στη νύχτα, έπαιζα με ανθρώπους όπως ο Μαρκόπουλος, ο Μικρούτσικος κτλ.
Με τον Δήμο Μούτση συνεργαστήκαμε δυο-τρεις χρονιές. Κάναμε συναυλίες και κάποια στιγμή, στον τελευταίο δίσκο που ετοίμαζε τότε, το “Να!…”, ενώ είχαμε ξεκινήσει να οργανώνουμε μαζί τα τραγούδια, έγινε μια παρεξήγηση στο τέλος και το διαλύσαμε.
Με τον Ανδρέα Μικρούτσικο είχαμε κάνει ένα καλοκαίρι συναυλίες. Ήταν η Σοφία Βόσσου, ο Λέκκας, ο Θωμαΐδης, η Μαρία Δημητριάδη. Είχα παίξει επίσης με τους Κατσιμιχαίους. Δουλέψαμε έναν ολόκληρο χειμώνα, τότε που είχαν μόλις βγει τα “Ζεστά Ποτά”.
ΤΕΡΛΕΓΚΑΣ ΚΑΙ ΓΟΝΙΔΗΣ
Είχα αρχίσει να παίρνω μέρος και σε πολλές ηχογραφήσεις χωρίς να δίνω σημασία. Έχω παίξει σε δίσκους του Μυτιληναίου, του Τερλέγκα, του Γονίδη και πολλών άλλων.
Οι μαέστροι είχαν μια πατέντα: μπαίναμε στο στούντιο να γράψουμε χωρίς να ξέρουμε ποιος θα τραγουδήσει, ούτε καν τι κομμάτι είναι. Ηχογραφούσαμε πρώτα τα όργανα και μετά ακούγαμε ξαφνικά από πάνω κάτι φωνές, κάτι μοιρολόγια και λέγαμε: “Τι έγινε εδώ τώρα;”.
Πηγαίναμε, παίζαμε και φεύγαμε. Δεν κοιτούσαμε credits, ούτε αν έγραφε το όνομά μας. Δεν μας ένοιαζε. Σε πολλούς δίσκους έχω παίξει χωρίς να αναφέρομαι πουθενά. Αργότερα ανακάλυψα δουλειές που είχα κάνει και τις είχα ξεχάσει. Μόνο όταν άρχισε η ιστορία με τα πνευματικά δικαιώματα το έψαξα πιο σοβαρά.
Παράλληλα, όλο αυτό το διάστημα, η μελέτη μου στην κιθάρα συνεχιζόταν, ήταν ανεξάρτητη από τις δουλειές. Το ότι έπαιζα σε μαγαζιά για να ζήσω δεν είχε σχέση με το πόσο μελετούσα. Και πάντα έγραφα μουσική. Έγραφα ινστρουμένταλ. Είχα ένα τετρακάναλο, όπου ηχογραφούσα ιδέες.
Ανάμεσα στα ινστρουμένταλ, έγραψα τότε και κάποια ροκ θέματα, που αργότερα έγιναν το “Τα χάλια μου” και το “Παράπονα στη Λίνα”.
Εννοείται ότι το ‘80 παρακολουθούσα και όλη τη ροκ σκηνή της εποχής. Το ΑΝ ήταν σημείο αναφοράς. Έπαιζαν οι Απροσάρμοστοι, ο Σιδηρόπουλος, όλη εκείνη η σκηνή. Παίξαμε πολλές φορές εκεί με το τζαζ ροκ τρίο που είχαμε φτιάξει. Με τον Σιδηρόπουλο είχαμε κάνει μαζί και ένα τζαμάρισμα σε λάιβ στη Θεσσαλονίκη.
“ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΑ ΝΑ ΤΟΝ ΑΚΟΥΩ”
Άκου μια απίστευτη ιστορία με το ΑΝ. Το 1981 παίζαμε στη Σητεία, σε ένα μπουζουκάδικο με τον Λεωνίδα και τον Βαγγέλη Κανταρά. Επειδή δεν πήγαινε καλά το μαγαζί, βρήκαμε κι ένα μικρό μπαρ και παίζαμε τα δικά μας -τζαζ, Paco de Lucía και τέτοια.
Εν τω μεταξύ, εγώ τότε τον Παπακωνσταντίνου δεν ήθελα ούτε να τον ακούσω. Τον άκουγε όμως η προηγούμενη γυναίκα μου φανατικά, αλλά τα παλιά που έλεγε, τα “Σωτήρη Πέτρουλα” κι αυτά. Εγώ έκλεινα τα αυτιά μου.
Ο ιδιοκτήτης του μπαρ λεγόταν Νίκος Σκορδαλάκης -αυτός έφτιαξε αργότερα το ΑΝ. Μια μέρα μού φέρνει μια Ovation ακουστική κιθάρα να παίξω. Τον ρωτάω “παίζεις;”, μου λέει “όχι”. “Και τι την κάνεις την κιθάρα;”. Μου λέει “μού την έχει κάνει δώρο ο κουμπάρος μου”, λέω ποιος “είναι κουμπάρος σου;”. “Ο Βασίλης”. Όχι ρε γαμώτο, λέω, με κυνηγάει παντού.
Για πολλά χρόνια έβλεπα την ελληνική σκηνή κάπως αφ’ υψηλού. Είχα μεγαλώσει με αγγλικά και αμερικάνικα ακούσματα, με τζαζ, ροκ και άλλους ήχους, κι έτσι ό,τι γινόταν εδώ μου φαινόταν λίγο παιδικό. Ακόμα και ο ελληνικός στίχος με ενοχλούσε.
Μπορεί να ήταν και λάθος μου αυτό. Στο κάτω κάτω, στην Ελλάδα ζούσαμε.
Η ΠΡΩΤΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ
Το 1987, όταν γύρισα από δουλειά σε κρουαζιερόπλοιο στην Καραϊβική, βρέθηκα να παίζω με τον Αντώνη Βαρδή σε ένα μαγαζί στη Συγγρού, τη “Λεωφόρο”. Μια μέρα, σε ρεπό, ο Βαρδής είπε να πάμε να δούμε τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου στο “Κεντρί”. Ε, λέω, και τι έγινε, πάμε.
Στην πόρτα ήταν ένας παιδικός μου φίλος από τη Νίκαια, ο Γιώργος Ψωμόπουλος. Με το που με βλέπει, μου λέει: “Δεν έρχεσαι να παίξεις με τον Βασίλη;”. Του λέω “κάνε μας τη χάρη ρε, δεν θέλω ούτε να τον βλέπω”.
Κατεβήκαμε μετά στα καμαρίνια, επειδή ήξερα τους μουσικούς, και πέσαμε πάνω σε φασαρία. Μάλωναν όλοι μεταξύ τους, ποιος ξέρει γιατί. Μάλλον για το παίξιμο. Έφυγα ακόμη πιο βέβαιος πως δεν είχα καμία δουλειά εκεί μέσα.
Πέρασε καιρός. Το 1988, καλοκαίρι πρέπει να ήτανε, με πήρε ξανά τηλέφωνο ο Ψωμόπουλος. Ο Βασίλης έψαχνε κιθαρίστα. Εγώ τότε είχα ταλαιπωρηθεί πολύ από τη δουλειά και σκέφτηκα “δεν πειράζει, ας πάω”.
Κλείσαμε ραντεβού και βρεθήκαμε σε ένα στέκι στο Παγκράτι, το “Πάρτι”, όπου μαζευόταν τότε όλο το καλλιτεχνικό σινάφι -Χατζιδάκις, Σαββόπουλος κτλ.
Εκεί γνώρισα για πρώτη φορά πραγματικά τον Βασίλη. Μου φάνηκε πολύ συμπαθής. “Πού να ήξερες, του λέω, το τι βρισίδια έχεις φάει από μένα τόσα χρόνια”. Και του εξήγησα όλο το σκηνικό. Έτσι έγινε το κονέ.
Η πρώτη συναυλία που παίξαμε μαζί ήταν στο Καυταντζόγλειο, το 1988, σε μια μεγάλη διοργάνωση με την Αλεξίου, τον Νταλάρα και την Αρβανιτάκη. Από την αρχή υπήρξε χημεία. Κολλήσαμε αμέσως μουσικά. Δεν χρειάστηκε χρόνος.
Τέλος Οκτώβρη αρχίσαμε να δουλεύουμε στο Κεντρί, σε ένα σχήμα μαζί με Μπουλά, Τζούλι Μασίνο κ.α. Ήταν πεσμένη χρονιά όμως. Δεν είχε επιτυχία.
Ο Βασίλης είχε κάνει τον δίσκο “Όλα από χέρι καμένα” και δεν είχε πάει καλά. Ακόμα κι ο ίδιος απέφευγε να λέει τραγούδια από αυτόν στις εμφανίσεις.
Τότε, τον χειμώνα του ‘89 ξεκινήσαμε να δουλεύουμε πάνω σε καινούριο υλικό, που αργότερα έγινε το “Χορεύω”. Δεν είχα ακόμη δικά μου τραγούδια στον δίσκο.
Ο Βασίλης ήταν ο άνθρωπος που με έσπρωξε σοβαρά να γράψω τραγούδια.
Έγιναν πολλά ευτράπελα τότε γιατί στην αρχή με φοβόταν μουσικά. Είχε στο μυαλό του ότι ήμουν τζαζίστας και νόμιζε πως θα του κάνω τα τραγούδια τζαζ. Εγώ δεν έκανα κάτι τέτοιο όμως.
ΕΛΛΑΣ
Θυμάμαι χαρακτηριστικά το “Ελλάς”. Ο Σταμάτης Μεσημέρης, που το έγραψε, δούλευε σε ένα κέντρο απεξάρτησης και εκεί είχε φτιάξει ένα συγκρότημα με τα παιδιά για να ασχολούνται με τη μουσική. Μας έφερε το τραγούδι όπως το είχαν ηχογραφήσει. Ήταν μια πολύ απλή, ερασιτεχνική εκτέλεση.
Ήμασταν στο στούντιο και γράφαμε τις κιθάρες όταν ήρθε ο Βασίλης μαζί με τον παραγωγό τον Αχιλλέα Θεοφίλου, και μου ζήτησαν να παίξω την εισαγωγή όπως είχε γραφτεί αρχικά. Αρνήθηκα. Τους είπα πως ντρεπόμουν να παίξω κάτι τόσο ερασιτεχνικό.
Τσακωθήκαμε. Πάντα μαλώναμε με τον Βασίλη σ’ αυτά τα θέματα. Είχαμε τις διαφωνίες μας.
Τελικά, ο Βασίλης μου λέει “ωραία, και εσύ τι θα έπαιζες;”. Κι εκεί, αυθόρμητα, έπαιξα την εισαγωγή του “Ελλάς”, όπως την ξέρει ο κόσμος σήμερα. Προς τιμήν του, ο ίδιος ο Μεσημέρης είπε ότι πρέπει να ηχογραφήσουμε τη δική μου εισαγωγή.
Παρεμπιπτόντως, το κομμάτι δεν είχε στίχους στο ρεφρέν. Το “Ελλάς, τι θα γίνει φίλε μου με εμάς” το έγραψε η Ελένη Ζιώγα.
Είναι υπερ-ευχαριστημένοι πια και πάω στον ηχολήπτη, τον Κώστα Καλημέρη και του ζητάω να μου γράψει σε κασέτα το “Ελλάς”, που παίξαμε και κάνα δυο ακόμα, το “Όχι σε όλα” και το “Βικτώρια” νομίζω.
Πήρα μετά την κασέτα σπίτι, δούλεψα όλη τη νύχτα πάνω στις κιθάρες, στα σόλο, στις ενορχηστρώσεις, και την επόμενη μέρα, ξαναγράψαμε σχεδόν τα πάντα -μόνο τα ντραμς κρατήσαμε.
Έρχεται ο Βασίλης πιο αργά και του λέει του Καλημέρη “βάλε να ακούσω τι γράψαμε χθες”. Και με το που το ακούει, τρελάθηκε! “Τι έγινε ρε παιδιά; Ποιοι ήρθανε και παίξανε εδώ”;
Εκείνη η παραγωγή, το “Χορεύω”, πιστεύω πως είναι η καλύτερη που έγινε ποτέ σε δίσκο του Βασίλη.
Ναι, είχα συνθετική συμμετοχή σε διάφορα τραγούδια κατά καιρούς αλλά ποτέ δεν τη διεκδίκησα. Λάθος μου. Όχι μόνο εγώ. Πολλοί μουσικοί της εποχής βάζαμε την ψυχή μας μέσα σε τραγούδια.
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ
Μια άλλη μεγάλη διαφωνία που είχαμε ήταν στον δίσκο “Χρόνια Πολλά”, το 1991.
Αρχικά να πω ότι εγώ λάτρευα τον Βασίλη Σαλέα από τότε που ήμουν στα κρουαζιερόπλοια στην Αμερική. Όταν μου ζητούσαν οι ξένοι να ακούσουν κάτι ελληνικό, τους έβαζα Σαλέα και έμεναν άφωνοι.
Έτσι, όταν έγραψα το “Όλα για πάρτη σου” σε στίχους Άλκη Αλκαίου, και ο ηχολήπτης που είχαμε τότε, ο Σάκης Τρίκης, έβαλε κλαρίνο του Σαλέα στο τραγούδι, εγώ ξετρελάθηκα. Ο Βασίλης, όμως, όχι. Ήθελε να το σβήσουμε γιατί δεν ήθελε κλαρίνα στον δίσκο.
Μαλώσαμε πολύ, μόνο ξύλο που δεν παίξαμε. Τελικά το σβήσαμε το κλαρίνο.
Φεύγω από το στούντιο τρελαμένος με τον Μίμη Βασιλείου τον φωτιστή, πάνω στο παπάκι του και πάμε προς την Αχαρνών να φάμε στο εστιατόριο ο “Θεσσαλονικιός”. Και πάνω στον δρόμο βλέπω ένα μαγαζί με μια ταμπέλα που έγραφε “Βασίλης και Σαράντης Σαλέας”. Και του λέω “ρε συ, θέλω να γνωρίσω τον Σαλέα”.
Παρκάρει το μηχανάκι, μπαίνουμε μέσα και μας τον φωνάζει ο σερβιτόρος. Αυτός με ήξερε. Του λέω “σε λατρεύω ως μουσικό” και εκείνη την ώρα μού λέει αυτός “θέλεις να κάνουμε ένα δίσκο μαζί;”. “Και βέβαια θέλω”. Το συμφωνήσαμε και την επόμενη μέρα πήγαμε στο στούντιο.
Το “Χρόνια πολλά” το έγραψα στη Θεσσαλονίκη. Ξεκίνησε χωρίς στίχους, μόνο με μελωδίες, με “να να να”. Μετά μπήκαν οι στίχοι του Αλκαίου. Έτσι έγραφα σχεδόν πάντα.
Ήταν μια εποχή που, όπου και να βρισκόμουν, πάντα κουβάλαγα κι ένα τετρακάναλο μαζί μου. Και πάντα έγραφα.
Όλα αυτά τα τραγούδια, το “Οδός Ελλήνων”, η “Άσπρη Καμπαρντίνα” κτλ. Προέκυψαν όταν δουλεύαμε με τον Βασίλη στη “Σφεντόνα”. Μας ζητούσε να γράφουμε και επειδή μου άρεσε και εμένα, άρχισα να φέρνω το τετρακάναλο και να γράφω είκοσι ιδέες τη μέρα. Κυριολεκτικά.
Εκεί γεννήθηκαν πολλά τραγούδια, όπως το “Να με φωνάξεις”, το “Φρόνιμα κούκλα μου” κλπ. Έγραφα ασταμάτητα. Μάς έβλεπε τότε ο Θάνος Μικρούτσικος και είχε τρελαθεί.
ΧΑΜΕΝΕΣ ΑΓΑΠΕΣ
Πολύ αργότερα, όταν έγραψα τα τραγούδια απ’ τον δίσκο “Χαμένες Αγάπες”, τα προόριζα για τον πρώτο προσωπικό μου δίσκο, αλλά δεν έβρισκα εταιρεία να τα βγάλει. Τα είχα δώσει παντού. Κανείς δεν ενδιαφερόταν. Κάποια στιγμή ζήτησα από τον Βασίλη να τα πει εκείνος. Του άρεσαν και συμφώνησε.
Παίξαμε στο Κατράκειο και την άλλη μέρα πήγε τα τραγούδια στη Minos. Ο παραγωγός που μήνες πριν τα είχε αγνοήσει, με πήρε τηλέφωνο ενθουσιασμένος. Έτσι προχώρησε η ιστορία.
Το 2002 σταματήσαμε τη συνεργασία μας. Η απόφαση ήταν δική του. Τότε ξεκίνησα τη συνεργασία μου με τον Γιώργο Νταλάρα. Ήταν από τις καλύτερες συνεργασίες. Ο Νταλάρας είναι άψογος σε όλα.
Του είχα δώσει πριν 3-4 χρόνια κι ένα τραγούδι, τον “Όμορφο κόσμο”. Είχε κυκλοφορήσει online ως single.
Την ίδια περίοδο ξεκίνησα να συνεργάζομαι και με τη Μαρινέλλα. Αυτό κράτησε μέχρι το 2018. Υπήρχε αξιοπρέπεια, σεβασμός, καλό κλίμα. Η Μαρινέλλα ήταν κυρία.
Κάπου εκεί πήρα και δίπλωμα πιλότου. Από πολύ πιτσιρικάς είχα τρέλα και με τα αεροπλάνα και στα χρόνια των περιοδειών με τον Βασίλη, πάντα είχαμε ένα pc και παίζαμε συνεχώς Flight Simulator.
ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΜΕ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ
Τι να πρωτοθυμηθώ από τις συναυλίες με τον Βασίλη. Ήταν ουσιαστικά μια ολόκληρη ζωή. Μιλάμε για εποχές που το πράγμα είχε ξεφύγει. Το 1988 παίξαμε στο Καυτανζόγλειο μπροστά σε 80.000 κόσμο. Την επόμενη χρονιά στο Χαριλάου με 45.000. Εκείνα τα χρόνια, όπου πηγαίναμε γινόταν χαμός.
Θυμάμαι όταν είχε βγει το “Ελλάς” και ξεκινήσαμε περιοδείες, στην αρχή είχαμε πολύ λίγο κόσμο. Ακυρώνονταν συναυλίες, η μία μετά την άλλη, και υπήρχε μεγάλη απογοήτευση.
Και κάποια στιγμή, ενώ βρισκόμασταν στην Καλαμάτα, έσκασε ξαφνικά το “Ελλάς” και μαζεύτηκαν 15.000 άτομα. Έγινε χαμός. Από εκεί και μετά άλλαξαν όλα. Γυρίσαμε ξανά στα μέρη όπου πριν δεν πατούσε κανείς και τώρα βλέπαμε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους.
Τότε οι συναυλίες του Βασίλη ήταν γεγονός. Οι πιτσιρικάδες πήγαιναν σχολείο την επόμενη μέρα και μιλούσαν για όσα είχαν δει. Έτσι φούντωνε όλο αυτό χρόνο με τον χρόνο.
Ήταν σχεδόν μόδα να πηγαίνεις το καλοκαίρι σε συναυλία του Παπακωνσταντίνου. Και οι περιοδείες ήταν οργανωμένες: μέναμε μέρες σε μια περιοχή, κάναμε συνεχόμενες εμφανίσεις σε κοντινές πόλεις. Όχι όπως τώρα που ένας καλλιτέχνης μπορεί να πάει σήμερα στην Αλεξανδρούπολη, αύριο στην Αρχαία Ολυμπία, μεθαύριο στη Ρόδο.
Θυμάμαι ότι υπήρχε ένα φαν κλαμπ, καμιά δεκαριά άτομα που ακολουθούσαν τον Βασίλη παντού. Όταν λέμε παντού, εννοούμε παντού.
Κάποτε ήμασταν στο Μάντσεστερ, μέσα στο κρύο, με θερμοκρασίες υπό το μηδέν. Μετά τη συναυλία γυρνάμε στο ξενοδοχείο και τους βλέπω απ’ έξω. Δεν είχαν κλείσει δωμάτιο, δεν είχαν ούτε υπνόσακο. Θα κοιμόνταν έτσι, σαν να είχαν πάει εκδρομή στα Μάταλα. “Τους λέω είστε καλά ρε; Θα ψοφήσετε”. Και τους βάζω τρεις τρεις στα δωμάτιά μας να κοιμηθούν.
Από τα τραγούδια που παίζαμε ζωντανά, σε ορισμένα είχα μεγαλύτερη ελευθερία για αυτοσχεδιασμό, πχ στο “Θα ’ρθω να σε βρω” του Άσιμου ή στη “Βικτώρια”. Τα πρώτα χρόνια υπήρχε χώρος να παίξει η μπάντα, να φτιάξει μεγάλες εισαγωγές, να εκφραστεί. Προς το τέλος αυτό άλλαξε.
ΚΑΛΛΙΜΑΡΜΑΡΟ 2023
Το 2023 ξανάπαιξα με τον Βασίλη στο Καλλιμάρμαρο, όπου γιόρτασε τα 50 χρόνια του στη δισκογραφία.
Ήταν συγκινητικό, όπως συμβαίνει συχνά όταν αναπολείς το παρελθόν. Όμως ήταν και λίγο στενάχωρο γιατί ξέρεις ότι δεν πρόκειται να το ξανακάνεις.
Με ρωτάς αν μου λείπει να παίζω μπροστά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους. Η αλήθεια είναι ότι το έχω ζήσει τόσο πολύ, που ίσως να το έχω χορτάσει. Σίγουρα πάντως μου λείπει οικονομικά.
Ακόμη και σήμερα, 24 χρόνια μετά, υπάρχουν άνθρωποι που με σταματούν και νομίζουν ότι παίζω ακόμη με τον Βασίλη. Είναι περίεργο. Σαν να μην έφυγα ποτέ.
Ναι, ισχύει ότι αρκετά παιδιά άρχισαν κιθάρα επειδή με έβλεπαν τότε. Αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο κομμάτι. Κάποια περίοδο δίδαξα κιόλας, σε ωδεία. Όταν έβλεπα πιτσιρικάδες με ταλέντο που δεν είχαν χρήματα, τους έλεγα να έρχονται τζάμπα.
Η ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΙΘΑΡΑ
Η κόκκινη κιθάρα που με έχει συνδέσει ο κόσμος δημιουργήθηκε το 1990, από τον Λεωνίδα Βραχάτη. Αρχικά ήταν μια τεράστια χειροποίητη κιθάρα με δύο μπράτσα, σχεδόν σαν αυτές που χρησιμοποιούσε ο Jimmy Page. Ζύγιζε όμως 25 κιλά και δεν παλευόταν. Του είπα να την κόψει. Έτσι προέκυψε η μορφή που έχει σήμερα.
Από τότε παίζω σχεδόν πάντα μ’ αυτήν. Όχι από γούρι -απλώς είναι φτιαγμένη για τα χέρια μου. Είναι σαν βιολί.
Μόνος μου έμαθα να διαβάζω και παρτιτούρα. Ήταν εποχή που ψαχνόμουν. Χρειάστηκε μωρέ. Ήθελα να μάθω όσο πιο πολλά μπορώ.
Ποτέ δεν πίστεψα ότι το ωδείο ή η κλασική παιδεία εγγυώνται πως θα γίνεις καλός μουσικός. Έχω δει ανθρώπους με σπουδές να ανεβαίνουν στη σκηνή και να μην μπορούν να παίξουν τίποτα. Η μουσική δεν είναι μόνο τεχνική.
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΑΛΜΠΟΥΜ
Έχω βγάλει και τέσσερις προσωπικούς δίσκους. Το 2002 έβγαλα τον πρώτο μου δίσκο, τον “Φύλακα των Σκουπιδιών”, σε στίχους του Απόστολου Μπουλασίκη. Το 2012 έβγαλα το “Με τα μάτια κλειστά”, πάλι σε στίχους του Μπουλασίκη και το 2020 έβγαλα την “Ολική Λοβοτομή”, σε στίχους του Σπύρου Φυλακτού.
Φέτος, λίγο πριν τις γιορτές, έκανα και τον τελευταίο μου δίσκο, το “Για ποια Ελλάδα μου μιλάς;”, με τον Σπύρο Κορδερά.
Αν έπρεπε να προτείνω σε κάποιον να ακούσει κάποια τραγούδια μου που ξεχωρίζω, θα του έλεγα τα “Μίλησέ μου και ας μη θες”, το “Ένα βήμα”, το “Ένας φίλος από την Παλιά Κοκκινιά”, “Τα κουπόνια της χαράς” και το “Η φυλή της παρακμής”.
Εδώ και 4-5 χρόνια έχω βγει στη σύνταξη. Παράλληλα, έχω ένα στούντιο στο Αιγάλεω, το “K-Rock Studio”, όπου κάνω παραγωγές, ηχογραφήσεις για φίλους και ό,τι προκύψει, και έτσι συμπληρώνω τα έξοδά μου. Κάνω και κάποια live, λίγες συναυλίες τον χρόνο, κυρίως επετειακές ή ειδικά αφιερώματα.
Ξέχασα να πω στην αρχή ότι πριν ξεκινήσω επαγγελματικά να παίζω, στα 14 μου είχα πάει για δυο μέρες σε ένα μπουζουκάδικο αλλά με διώξανε. Ο λόγος ήταν ότι ο ιδιοκτήτης κατάλαβε ότι δεν ήξερα τους “δρόμους” στο μπουζούκι.
Και επειδή δεν μπορούσα να πάω σε ωδείο τότε, θυμάμαι ότι προχωρούσα στον δρόμο, έστηνα αυτί και αν άκουγα κανέναν που έπαιζε μπουζούκι, χτύπαγα την πόρτα και “έλεγα γεια χαρά. Μπορείς να μου δείξεις τους δρόμους”; Είχα πάρει στυλό και μολύβι. Έτσι έμαθα τα χιτζάζ και όλα αυτά.
Και τον Χιώτη μελετούσα πολύ μικρός. Ήθελα να μαθαίνω τα πάντα, από τζαζ μέχρι ροκ, οτιδήποτε απαιτούσε δεξιοτεχνία. Άκουγα πράγματα στο μπουζούκι και τα μετέφερα στην κιθάρα.
Αργότερα με τη Μαίρη Λίντα έπαιξα και στο Ηρώδειο. Όχι μωρέ, δεν της είπα κάτι, περασμένα ξεχασμένα.
“ΔΕΝ ΠΗΓΑ ΠΟΤΕ ΜΕ ΤΗ ΜΟΔΑ”
Αν έπρεπε να περιγράψω τον ήχο μου, θα έλεγα ότι είμαι περισσότερο melodic classic rock.
Ναι, αρχές του ‘90 μου λέγανε ότι ήταν λίγο πιο παλιακό το στυλ μου αλλά δεν με ένοιαζε. Όντως δεν συγχρονιζόταν με το ροκ όπως παιζόταν τότε έξω, πχ Nirvana κλπ. Αυτό το στυλ το έβρισκα λίγο καλαμπουρτζέικο κιθαριστικά. Εύκολο. Παρότι είχε δυναμική κτλ.
Όταν βγήκαν τραγούδια όπως το “Ελλάς” και γενικά εκείνος ο ήχος, προφανώς και ήξερα ότι στο εξωτερικό το ροκ είχε ήδη πάει αλλού. Είχαν εμφανιστεί νέα ρεύματα, άλλες κιθάρες. Μας το έλεγαν πολλοί. Δεν μας ενδιέφερε όμως τι γινόταν έξω. Κάναμε αυτό που γουστάραμε εμείς, δεν πήγαμε με τη μόδα.
Δεν σημαίνει ότι δεν εκτιμώ αυτές τις μουσικές. Υπάρχουν γκρουπάρες και κιθαρισταράδες, που τους ακούς και σου φεύγει ο τσαμπουκάς. Αλλά τι να κάνεις τώρα; Δεν γίνεται να τα παίξεις όλα. Θέλω η κιθάρα να λέει κάτι μελωδικά, όχι μόνο να δημιουργεί ένταση ή θόρυβο.
Παρόλα αυτά, η αλήθεια είναι ότι είμαι άνθρωπος της παλιάς σχολής. Εγώ μεγάλωσα με άλλη λογική, με δεξιοτεχνία, με ανθρώπους που έπαιζαν το όργανο σε άλλο επίπεδο. Πάντα με τραβούσαν οι κιθαρίστες και τα συγκροτήματα που δούλευαν τη μουσική πιο βαθιά. Γι’ αυτό αγαπούσα τόσο τους Deep Purple, τον Santana, όλους αυτούς.
Από ένα σημείο και μετά, ειδικά μετά την έκρηξη του πανκ και κάποιων πιο εναλλακτικών ρευμάτων, ένιωθα ότι χάθηκε το παίξιμο της κιθάρας όπως το αγαπούσα εγώ.
Όταν, όμως, υπάρχει κάτι καλό, είμαι ανοιχτός μουσικά. Για παράδειγμα στο “Με τα μάτια κλειστά”, τα παιξίματα δεν είναι τόσο κλάσικ ροκ, όπως είναι στους δύο τελευταίους δίσκους. Και τώρα σε κάποια που ετοιμάζω κάνω και προσπάθειες να είμαι λίγο πιο fusion.
Γενικά έχω δουλέψει και με ανθρώπους σε πιο εναλλακτικές κατευθύνσεις.