Ένα κόμικ για τον Παύλο Σιδηρόπουλο
Διαβάζεται σε 7'
Ένα νέο graphic novel των Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου και Κωνσταντίνου Σκλαβενίτη επιχειρεί να φωτίσει τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τον άνθρωπο πίσω από τον θρύλο του ελληνικού ροκ.
- 09 Ιουνίου 2026 06:16
Ο Παύλος Σιδηρόπουλος είναι ένας πραγματικός, σάρκινος ήρωας. Δηλαδή ένας άνθρωπος που μετά τον θάνατό του απέκτησε έναν μύθο όσο λίγοι άνθρωποι του τραγουδιού.
Όσο κι αν αυτό είναι κάτι που συμβαίνει συχνά με όσους φεύγουν νωρίς, μέσα στην νιότη, στην ομορφιά, στην ακμή, ο Σιδηρόπουλος δικαιούται να έχει μύθο. Όπως όλοι όσοι άνοιξαν έναν δρόμο μόνοι τους με τα χέρια τους, δεν ακολούθησαν τίποτα έτοιμο και ήταν επιδραστικοί για τους επόμενους.
Δύο εξαιρετικοί καλλιτέχνες ανέλαβαν το δύσκολο εγχείρημα να φτιάξουν ένα κόμικ για τον Παύλο. Και το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Φτιάχνουν κόσμο από τις πρώτες σελίδες. Τον βλέπεις να τριγυρνάει στην Αθήνα των δεκαετιών του 70 και του 80, τον ακούς να σκέφτεται, να τραγουδάει, να τσακίζει.
Ο Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου έγραψε το σενάριο και ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης το σκίτσο. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μικρός ήρως».
Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου
Έχεις πει πως όταν σού έγινε η πρόταση για αυτό το βιβλίο, δεν απάντησες αμέσως γιατί αισθάνθηκες πως θα αναλάμβανες μία ευθύνη για την οποία δεν ήξερες αν ήσουν έτοιμος. Ποιες ήταν δηλαδή ο πρώτες σου σκέψεις και ποια είναι η ευθύνη;
Οι πρώτες μου σκέψεις ήταν «Θέλω σαν τρελός να το κάνω, μπορώ όμως; Μπορώ να βιογραφήσω έναν άνθρωπο και καλλιτέχνη που σημαίνει τόσα πολλά για τόσο πολλούς ανθρώπους; Να αποτυπώσω μια τόσο αντιφατική προσωπικότητα – που μάλιστα δεν ζει για να καταθέσει τη δική του οπτική, να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει γεγονότα και συναισθήματα;» Από την επόμενη ημέρα κιόλας της πρότασης του εκδότη, Λεωκράτη Ανεμοδουρά, ξεκίνησα την έρευνα κι ένα μήνα μετά, έχοντας σχηματίσει στοιχειωδώς μια εικόνα των διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με τη ζωή και το έργο του, και με πλήρη επίγνωση του ρίσκου που έπαιρνα, είπα το «ναι».
Είναι ένα βιβλίο για τον Παύλο ή για την ανάμνηση τού Παύλου; Εννοώ, είναι για τον άνθρωπο ή για τον μύθο του;
Τολμώ να πω ότι είναι και τα δύο. Στο κόμικ ξετυλίγεται η ιστορία της ζωής του, όμως ο αφηγητής δεν είναι ο ίδιος ο Παύλος, παρότι έχει τη μορφή του. Είναι η «ηχώ» του, το απόσταγμα όσων έγραψε, είπε και άφησε πίσω του, και ταυτόχρονα το σύνολο των -συχνά αντιφατικών- αναμνήσεων όσων τον έζησαν. Αναμνήσεις που διαμορφώθηκαν από επιλογή ή από τη συγκυρία. Ουσιαστικά αποτυπώνεται η ζωή ενός ανθρώπου που έγινε
Πώς κατάφερες να επιλέξεις ποια κομμάτια από την ζωή του θα αναφερθούν και ποια θα μείνουν απ’ έξω;
Το τι θα έμενε εν τέλει εκτός, ήταν ίσως η πιο δύσκολη διαδικασία απ’ όλες. Η προσέγγισή μου ήταν μια διαρκής άσκηση ισορροπίας ανάμεσα στον σεβασμό προς το πρόσωπό του και τη δραματουργική ανάγκη του έργου. Λειτούργησα με ένα φίλτρο προσωπικής ηθικής. Άφησα απ’ έξω οτιδήποτε αντιλαμβανόμουν ως διάθεση «κλειδαρότρυπας» και κιτρινισμού, και προτίμησα να δείξω τις συνέπειες πράξεων και γεγονότων, τον αντίκτυπο που είχαν οι επιλογές του, αποφεύγοντας φτηνούς εντυπωσιασμούς στις σκοτεινές στιγμές του, και κυρίως σε ό,τι αφορούσε τη χρήση και τις συνέπειές της.
Πόσο εύκολο είναι να μιλήσεις για την ζωή ενός παιδικού σου ήρωα; Προσπάθησες να αποστασιοποιηθείς, να γίνεις «αντικειμενικός» ή η αντικειμενικότητα δεν έχει καμία θέση όταν αναφερόμαστε στις αγάπες μας;
Η αποστασιοποίηση, η αποδόμηση κι εν συνεχεία η αποκατάσταση σε μια πιο ρεαλιστική βάση, ήρθαν αναπόφευκτα μέσα από την έρευνα, και τις συνεντεύξεις -πρωτογενείς και μη- με ανθρώπους που τον έζησαν. Επέλεξα να κρατήσω μια εύθραυστη ισορροπία, στεκόμενος με σεβασμό απέναντι στον άνθρωπο-καλλιτέχνη, επιτρέποντας όμως στον αναγνώστη να δει τις ρωγμές, τη δημιουργία και την αυτοκαταστροφή μέσω των οποίων και εκφράστηκε, όπως έλεγε ο ίδιος. Νιώθω ότι, στο τέλος της ημέρας, η αληθινή αγάπη για έναν καλλιτέχνη δεν κρύβεται πίσω από εξιδανικεύσεις.
Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης
Ποιες ήταν οι πρώτες σου σκέψεις όταν σου έγινε η πρόταση για αυτό το βιβλίο;
Κάθε φορά που ξεκινάω ένα καινούργιο κόμικς μου αρέσει να διαφέρει από το προηγούμενο, να δοκιμάζω νέα πράγματα και προκλήσεις, κάνοντας όμως δουλειές που κι εγώ θα ήθελα να διαβάσω ως αναγνώστης.
Πρέπει όμως να ομολογήσω πως δεν είχα φανταστεί ποτέ τη ζωή και το έργο του Παύλου σε μορφή κόμικς. Μέχρι που μου το πρότεινε ο Λεωκράτης (υπεύθυνος των εκδόσεων Μικρός Ήρως).
Απ’ όσο ξέρω, ήταν κάτι που το επεξεργαζόταν καιρό, και ο Ηλίας είχε αναλάβει την έρευνα και το σενάριο.
Αρχικά, δεν ήμουν σίγουρος ότι ήταν κάτι που θα μπορούσα να αναλάβω, μου έμοιαζε μεγάλη ευθύνη. Σύντομα όμως, όταν βρεθήκαμε από κοντά και συζητήσαμε γι’ αυτό, πώς το φαντάζεται ο καθένας μας, θέλησα κι εγώ να γίνω μέρος αυτού του πρότζεκτ που μου φάνηκε πολύ ενδιαφέρον και διαφορετικό από ό,τι είχα κάνει ως εκείνη τη στιγμή.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση, η μεγαλύτερη δυσκολία και με ποιον τρόπο την έλυσες;
Όταν σχεδίαζα τις πρώτες σελίδες, είχα στο μυαλό μου όσο γίνεται να πετύχω την ομοιότητα των προσώπων που παρουσιάζονται στην ιστορία μας και του ίδιου του Παύλου, φυσικά. Γρήγορα όμως, αυτό έπαψε να με απασχολεί τόσο και έδωσα περισσότερο βάρος στα συναισθήματα και στην απόδοση της ατμόσφαιρας. Έτσι, το πιο δύσκολο θα πω ότι ήταν να μπορέσω να δώσω μια μουσικότητα στα σχέδια, ένα ροκ αυθορμητισμό που θα ζωντάνευε τον χάρτινο Παύλο και την εποχή του.
Αυτό προσπάθησα να το πετύχω μέσα από τις έντονες γραμμές και το παιχνίδι με το χρώμα ή την απουσία του.
Σε ενδιέφερε να αποδώσεις με ρεαλισμό τις εικόνες και τα χρώματα της εποχής ή να φτιάξεις έναν δικό σου κόσμο; Προσωπικά, διαβάζοντας το βιβλίο ένωσα πως περπατούσα στους δρόμους της Αθήνας της δεκαετίας του 80.
Πολύ χαίρομαι που το λες! Η σκέψη μου ήταν κάθε σκηνή να έχει τη δική της απόχρωση ανάλογα με την περίοδο που περιγράφεται σε αυτή, αλλά να αποτυπώνει και τα συναισθήματα, την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τότε ο Παύλος.
Καθώς η ιστορία μας εκτείνεται στο πέρασμα των δεκαετιών, βασίστηκα σε φωτογραφίες για τα κτίρια της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης του ’70 και του ‘80, όπως και για τα πρόσωπα και τα εξώφυλλα δίσκων που κυκλοφόρησαν τότε. Φυσικά, δεν με ενδιαφέρει να τα αποτυπώσω φωτογραφικά αλλά να δίνουν την εικόνα και την ατμόσφαιρα της εποχής. Γι’ αυτό κάποιες φορές τα παραλλάσσω και τα αποδίδω με τον δικό μου τρόπο ώστε να ταιριάζουν καλύτερα στη ροή της ιστορίας, οπότε ναι, ίσως πλέον μιλάμε για έναν δικό μου κόσμο, στα χνάρια του Παύλου.
Όσο σχεδίαζα, άκουγα και τα αντίστοιχα τραγούδια του, οπότε, έστω και υποσυνείδητα, επηρέασαν κι αυτά το αποτέλεσμα.
Ετοιμάζοντας το βιβλίο, υπήρξε κάποια σκέψη, κάποια ιδέα που την θεώρησες ακραία ή «επικίνδυνη» και τελικά δεν την προχώρησες;
Σχεδιαστικά μιλώντας, ειδικά στις πιο «σκοτεινές» πλευρές της ζωής του, ήθελα να αποφύγω τις υπερβολικά δραματικές απεικονίσεις. Προτίμησα τα πράγματα περισσότερο να υπονοούνται παρά να επιδεικνύονται.
Ήδη από την πρώτη μας συζήτηση με τον Ηλία και τον Λεωκράτη, όταν ακόμα φανταζόμασταν πώς θα είναι το τελικό αποτέλεσμα του βιβλίου, είχαμε πει ότι δεν θέλαμε να τονίσουμε τα σκοτάδια αλλά περισσότερο τις φωτεινές στιγμές του Παύλου.
Γι’ αυτό έδωσα περισσότερο έμφαση στο ονειρικό στοιχείο, είναι νομίζω και κάτι που χαρακτηρίζει την δουλειά μου κι εδώ το βρήκα σαν ευκαιρία για πειραματισμό.