ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΩΣΤΟΓΙΩΡΓΗ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΒΑΖΕΙ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠ’ ΟΛΑ
Το “Το φως που μέσα μας κυλά”, το τρίτο κατά σειρά άλμπουμ του βορειοελλαδίτη δημιουργού, είναι ό, τι καλύτερο έχουμε ακούσει φέτος.
Αυτήν την αφοπλιστική διαύγεια που έχει το “Μήνυμα”, το τραγούδι που σε εισάγει στο νέο άλμπουμ του Γιώργου Κωστογιώργη, συναντάς ξανά και ξανά, κατηφορίζοντας απ’ το ένα τραγούδι στο άλλο, μέχρι να φτάσεις στα “Θαλασσοπούλια”, την νοσταλγική κατακλείδα του δίσκου.
Με βασικό του όχημα τα synths και στηριγμένος στην καθαρότητα της φωνής της Κατερίνας Σισσίνι, ο Κωστογιώργης ξανασυστήνεται με το τρίτο του άλμπουμ, και ως στιχουργός αυτήν τη φορά, δημιουργώντας το καλύτερο ελληνικό άλμπουμ, που -τουλάχιστον εγώ- έχω ακούσει για το 2026.
Ο -ούτε καν 30 χρονών- βορειοελλαδίτης δημιουργός, δέχτηκε να μου απαντήσει σε μια σειρά από ερωτήσεις και να ποζάρει στον φακό του NEWS 24/7. Και νομίζω ότι η απροσποίητη ειλικρίνεια του άλμπουμ βρήκε κάμποσο χώρο και στις απαντήσεις του.
Στους δυο προηγούμενους δίσκους σου, κυρίως μελοποιούσες ποιήματα άλλων. Σε αυτό το άλμπουμ οι περισσότεροι στίχοι είναι δικοί σου. Γιατί;
Αισθάνθηκα πως ήρθε η στιγμή να κλείσει ένας κύκλος. Έγινε εντελώς ασυναίσθητα, δεν είχα δηλαδή αποφασίσει πως είχε έρθει η ώρα να εμπλακώ και στιχουργικά στα τραγούδια μου. Το αισθάνομαι σε όλα όσα καταπιάνομαι, πως κύκλοι ανοίγουν και κλείνουν δίχως όμως να κλείνουν και πόρτες. Στη μελοποιημένη ποίηση πάντα θα επιστρέφω.
Νιώθεις ότι τώρα η έκθεσή σου στο κοινό είναι μεγαλύτερη; Το φοβήθηκες αυτό;
Μέχρι και που κυκλοφόρησε το νέο άλμπουμ, είχα μια ανησυχία είν’ η αλήθεια, μα με το που δημοσιοποιήθηκε αυτή η δισκογραφική δουλειά, αισθάνθηκα πως αυτό το βάρος έφυγε από μένα. Ήταν δηλαδή μια προσωπική ανασφάλεια.
Δεν αυτοπροσδιορίζομαι ως στιχουργός και ούτε νομίζω ότι θα το κάνω ποτέ. Θέλησα απλά να μοιραστώ κάποιες ιστορίες.
Εν τω μεταξύ, σε αυτό το άλμπουμ έχεις μεγαλύτερη έκθεση από την πλευρά των στίχων (μοιράζεσαι σκέψεις, συναισθήματα) και απ’ την άλλη έχεις λιγότερη ως προς το τραγουδιστικό κομμάτι, καθώς δεν τραγουδάς ο ίδιος. Ήταν μια συνειδητή απόφαση για να μείνει η έκθεση σε μια ισορροπία ή δεν το χες σκεφτεί καθόλου αυτό (και πετάω εγώ βλακείες τώρα);
Δεν κινήθηκα έτσι προκειμένου να μείνει η έκθεση σε μια ισορροπία. Όταν γράφω ένα τραγούδι, έχω στο μυαλό μου τη φωνή που θέλω να το πει. Απ’ την άλλη αυτό είναι και παγίδα γιατί σε περίπτωση άρνησης απ’ την πλευρά κάποιου τραγουδιστή να συνεργαστούμε, μου δημιουργείται μια διάθεση να μην κυκλοφορήσει το τραγούδι.
Είναι ίσως κάπως εγωιστικό, αλλά νιώθω πως ένα κομμάτι του τραγουδιού ανήκει στην φωνή για την οποία το έγραψα.
Ωστόσο, γιατί προτίμησες να τα πει μία γυναικεία φωνή, η Κατερίνα Σισσίνι; Και γενικά τι βρίσκεις στην φωνή της.
Όπως ανέφερα και παραπάνω, εξαρχής ο δίσκος γράφτηκε για τη φωνή της. Προσωπικά, την Κατερίνα την κατατάσσω στις σπουδαιότερες φωνές που έχει βγάλει η χώρα. Έχει μοναδικό ταλέντο και έναν ολόδικό της χαρακτήρα όταν τραγουδάει.
Πότε γνωριστήκατε;
Γνωριστήκαμε πριν από χρόνια εντελώς τυχαία σε ένα στούντιο, μια συνάντηση που έμελλε να αποτελέσει σημείο τομής για την μετέπειτα πορεία μου στη μουσική.
Παρόλα αυτά, αν και οι στίχοι είναι δικοί σου, ακούγεται η φωνή κάποιου ποιητή που αγαπάς μέσα από τους στίχους σου; Τι πιστεύεις; Τρυπώνει από καμιά χαραμάδα κάποιος;
Σίγουρα έμμεσα αλλά και άμεσα επηρεάζομαι στιχουργικά απ’ τους ποιητές που διαβάζω. Η ανάγνωση των ποιημάτων τους με εμπνέουν σε όλους τους τομείς της ζωής μου και, κατ’ επέκταση, με οδηγούν στο να γράψω κι εγώ στίχους.
Υπάρχει ένα βιβλίο με τίτλο “Κουρασμένος απ’ τον Έρωτα” του Γιώργου Τσουκαλά. Είναι μια μυθιστορηματική αναφορά στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη που κυκλοφόρησε το 1927. Επιστρέφω συχνά σε αυτό το βιβλίο γιατί κάθε του ανάγνωση με “σπρώχνει” στο να γράψω ένα νέο τραγούδι.
Το “Μήνυμα” το έχω λιώσει, είναι το αγαπημένο μου απ’ το άλμπουμ. Μπορείς να μου πεις την ιστορία πίσω απ’ το κομμάτι; Και πώς ήρθες σε επαφή με τον Πανσέληνο, του ποιητή που μελοποίησες εδώ δηλαδή.
Όταν διάβασα για πρώτη φορά αυτό το ποίημα, συγκλονίστηκα. Ήμουν στον κινηματογράφο θυμάμαι και ανυπομονούσα να επιστρέψω στο σπίτι για να καθίσω στο πιάνο. Το μελοποίησα λίγο πριν ανοίξω την εξώπορτα –μου συμβαίνει αρκετές φορές αυτό γιατί αυτούσια κάποια ποιήματα έχουν μεγάλη δύναμη και στέκονται κατευθείαν με την ανάγνωση σαν τραγούδια.
Ο Πανσέληνος Ασημάκης ήταν από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους της διανόησης της γενιάς του ’30. Είναι γνωστός κυρίως ως δοκιμιογράφος και πεζογράφος. Είναι ενδεικτικό πως πολλοί αγνοούν την κυκλοφορία των τριών ποιητικών συλλογών του.
Ήμουν στο Μοναστηράκι και χάζευα, αν θυμάμαι καλά στο παλαιοβιβλιοπωλείο Ερατώ. Με το που διάβασα τον τίτλο του βιβλίου “Ταξίδια με πολλούς ανέμους” εντυπωσιάστηκα και το αγόρασα. Είναι η δεύτερη ποιητική συλλογή του Ασημάκη που κυκλοφόρησε το 1964. Τη θεωρώ αριστουργηματική.
Μιλάει για τη σχέση του με μια παντρεμένη, έτσι; Στα αλήθεια, όμως, τι σε άγγιξε τόσο σε αυτό το ποίημα ώστε να του δώσεις μουσική;
Δεν έχουν σημασία τα γεγονότα αλλά ο τρόπος που παρουσιάζονται. Το ερωτικό πάθος είναι ιεροτελεστία, είναι θεία λειτουργία. Αυτό το “να λειτουργήσουμε” με τρελαίνει. Είναι ευφυές, πονηρό και ποιητικό. Έχει κάτι βαθύτατα λαϊκό και συγχρόνως είναι πολύ τρυφερό.
Προηγείται και το “Καφέ θα ‘ρθω να πιούμε και να καπνίσουμε” και με μαγεύει αυτή η απλότητα, αυτή η ακολουθία των πραγμάτων. Με οδηγούν στον Μάρκο αυτοί οι στίχοι που ήταν ένας ρομαντικός και τρυφερός μάγκας. Το ποίημα απ’ την αρχή μέχρι το τέλος είναι συγκλονιστικό και σου δημιουργεί κατευθείαν εικόνες.
Το “Όχι, μην”, μου θύμισε λίγο Δεληβοριά, λίγο απ’ τα κομμάτια που έχει γράψει στη Φασούλη, όπως τη “Βόλτα” ας πούμε. Βρίσκεις εσύ αναφορά εκεί; Ή μήπως έχει και αναφορά κάπου αλλού;
Έχω ακούσει τόσο πολύ Δεληβοριά στη ζωή μου που πιθανώς να συμβαίνει υποσυνείδητα.
Το “Όχι μην” το είχα γράψει με κωμική διάθεση και το είχα βάλει κατευθείαν στο ντουλάπι. Στον Πάνο και την Κατερίνα οφείλεται η παρουσία του στη δισκογραφία.
Έχεις πολλά synths σε αυτό το άλμπουμ. Καταρχάς, τη μουσική σου τη γράφεις σε synths; Και γιατί έκανες την επιλογή να έχει αυτόν τον ήχο το άλμπουμ σου, διαφέροντας έτσι από τα δυο προηγούμενα;
Σχεδόν όλα τα τραγούδια του καινούργιου δίσκου γράφτηκαν σε δύο ’80s Casio συνθάκια που έχω στο σπίτι. Το ένα είναι και το πρώτο μου παιδικό πιανάκι και είμαι συναισθηματικά δεμένος μαζί του.
Μου αρέσει τρομερά ο αναλογικός ήχος και το στούντιο του Δημήτρη Σταϊκόπουλου που ηχογραφήσαμε τον δίσκο, είναι εξοπλισμένο με κορυφαία αναλογικά συνθεσάιζερ. Έτσι λοιπόν, άδραξα την ευκαιρία και τα αξιοποίησα. Ήταν απολαυστική η διαδικασία ηχογράφησης του άλμπουμ με αυτά τα όργανα. Από πέντε χρονών μαγεύομαι όποτε ακούω τον Ray Manzarek ή το Wurlitzer του Ray Charles.
Ακούς καθόλου ξένη indie pop/rock που έχει έτσι σύνθια; Προτιμάς κάποιες μπάντες; Έχεις επηρεαστεί;
Έχω ακούσει πάρα πολλή ξένη indie και κλασική rock κυρίως τα παιδικά μου χρόνια. Από πού να ξεκινήσω και που να τελειώσω όσον αφορά τις μπάντες. Μου αρέσουν πολύ οι Strokes, οι The Band, λατρεύω τους Oasis, οι Kasabian έχουν κομματάρες, μικρός άκουγα συνέχεια Ramones, Ray Charles, Blue Oyster Cult, The Doors, Kinks και Rolling Stones, ξεχνάω σίγουρα κάποιους. Ο αδερφός μου Νίκος μου έμαθε τα Ξύλινα Σπαθιά, τον Muddy Waters, τον Howlin Wolf, τον Little Walter, του χρωστάω πολλά.
Όσον αφορά τα σύνθια, λατρεύουμε τους MGMT, οι La Roux είναι επίσης απολαυστικοί.
Ο πατέρας μου έμαθε το ρεμπέτικο τραγούδι. Τον Σκαρβέλη, τον Καλυβόπουλο, την Παπαγκίκα, τον Κατσαρό, τον Μάρκο και τόσους άλλους. Όταν πέθανε η Amy Winehouse έκλαιγα για δυο μέρες. Σήμερα ακούω κυρίως τζαζ. Δεν είμαι άθεος γιατί πιστεύω στον Bill Evans.
Επίσης νομίζω ότι το γεγονός ότι έχει δικούς σου στίχους στο άλμπουμ και όχι ποιητών που έζησαν πριν εκατό χρόνια, το κάνει και αυτόματα λιγότερο ρετρό. Έχει λόγο του σήμερα, κάτι που ίσως να μην υπήρχε στα προηγούμενα άλμπουμ σου.
Το πρώτο άλμπουμ έχει χαρακτηριστεί ρετρό από πολλούς, το δεύτερο επίσης, αλλά λιγότερο.
Κατ’ εμέ, οι στίχοι των ποιητών των δύο πρώτων δίσκων είναι διαχρονικοί και δεν τους τοποθετώ σε συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. Οι στίχοι μου πάντως προσεγγίζονται σίγουρα πιο εύκολα απ’ τον ακροατή.
Ο τίτλος του άλμπουμ σου είναι στίχος από το τραγούδι “Το ποίημα γραμμένο σ’ ένα λεύκωμα”. Μ’ αρέσει αυτό όταν γίνεται. Πχ στο “Μια ματιά σαν βροχή” από Σπαθιά δεν υπάρχει μέσα τραγούδι με αυτόν τον τίτλο, αλλά τον βρίσκεις ως στίχο στο κομμάτι “Μόνο αυτό”. Σε είχε εμπνεύσει κάποιος δίσκος, κάποιος καλλιτέχνης για να το κάνεις αυτό;
Το ίδιο συνέβη και στον πρώτο δίσκο με τον στίχο “Το καλοκαίρι πέρασε σα ρίγος” από το ποίημα “Το καλοκαίρι” αλλά και στον δεύτερο αφού ο στίχος “Τα άνανθα χρόνια μου” εμπεριέχεται στο ποίημα “Κελάδισμα”. Δεν με ενέπνευσε κάποιος δίσκος ή καλλιτέχνης για να το κάνω, απλά μου αρέσει να τιτλοφορείται ένας δίσκος με αυτόν τον τρόπο.
Και γενικά γιατί ονόμασες τον δίσκο έτσι;
Είμαι αναποφάσιστος σε όλους τους τομείς της ζωής μου και τρομερά αγχώδης. Ευτυχώς, το να δώσω έναν τίτλο σε έναν δίσκο μου είναι κάτι που απολαμβάνω. Και στους τρεις δεν δυσκολεύτηκα καθόλου και μου βγήκε εντελώς αυθόρμητα. Είπα, διαβάζοντας τους στίχους, “να, αυτό ταιριάζει” και τέλος.
Πιστεύω πως ένα φως κυλάει πάντα μέσα μας ό,τι και αν μας συμβαίνει.
Είναι το δεύτερο και τελευταίο ποίημα που έχεις μελοποιήσει, αυτήν τη φορά του Λαπαθιώτη. Πότε ήρθες σε επαφή με το έργο του. Τι σ’ αρέσει σ’ αυτόν;
Στη Β’ Γυμνασίου μου έδωσε η μητέρα μου τη συγκεντρωτική του Δικταίου με τα ποιήματα του Λαπαθιώτη. Αυτός ο ποιητής καθόρισε δίχως υπερβολή τη ζωή μου. Ο τρόπος που παρουσιάζει το ερωτικό πάθος και το ερωτικό δράμα, η μουσικότητα των στίχων του και το φως που υπάρχει πάντα στο σκοτάδι του.
Είναι η νυχτερινή, ερωτική του μελαγχολία που ψιθυρίζει χωρίς να φωνάζει και το βάθος στην απλότητα του.
Τον έχουν μελοποιήσει και οι Usurum. Όταν τους είχα ρωτήσει τι τους αρέσει σ’ αυτόν, μου είπαν: “Έχει πολύ φωτοσκόταδο, πολλές τέτοιες εναλλαγές που έχουν πολύ ενδιαφέρον”. Το νιώθεις κι εσύ αυτό;
Οι αγαπημένοι μου Usurum. Όπως έγραψα και παραπάνω, μέσα από τους στίχους του αισθάνομαι πως πάντα αναβλύζει ένα φως, άρα ναι.
Το τραγούδι σου “Κουντουριώτου και Οικονόμου”, αναφέρεται στην οδό που βρίσκεται το σπίτι του Λαπαθιώτη στα Εξάρχεια. Εδώ είναι δικοί σου στίχοι. Γιατί το ζευγάρι του τραγουδιού συναντιέται εκεί;
Συναντιέται εκεί γιατί, όπως αναφέρεις κι εσύ, στη συμβολή των οδών Κουντουριώτου και Οικονόμου βρίσκεται το αριστουργηματικό σπίτι όπου ο Ναπολέων Λαπαθιώτης έβαλε τέλος στη ζωή του τη νύχτα της 7ης προς 8ης Ιανουαρίου του 1944.
Αυτό το σπίτι είναι μνημείο, σε καθηλώνει η μεγαλοπρέπειά του. Στέκομαι πάντα και το απολαμβάνω όταν βρίσκομαι στην Αθήνα. Και το αέτωμά του, ένα ποίημα. Ο ποιητής που έζησε στο ποίημα και πέθανε μέσα σε αυτό.
Μου έκανε εντύπωση που σε άκουσα να λες ότι τον δίσκο τον ηχογράφησες λάιβ στο στούντιο. Γιατί προτίμησες αυτόν τον τρόπο; Θυμάσαι άλλους που να το έχουν κάνει τα τελευταία χρόνια;
Οι Χειμερινοί Κολυμβητές και ο Παύλος Παυλίδης ηχογραφούν ζωντανά τους δίσκους τους και αυτό μου φαινόταν πάντα ιδιαίτερα δύσκολο.
Πρωτίστως αυτήν τη φορά, έγινε για λόγους οικονομίας χρημάτων και χρόνου. Αν εκείνο το διήμερο του Ιουλίου δεν πηγαίναμε στο στούντιο, θα έκανε τρία χρόνια να κυκλοφορήσει αυτός ο δίσκος. Τελικά μέσα από τη διαδικασία, κατάλαβα πόσο πιο ζωντανό και αληθινό είναι με αυτόν τον τρόπο το αποτέλεσμα. Από εδώ και πέρα, θέλω όλες μας οι δουλειές να ηχογραφούνται έτσι.
Σε είδα πολύ χαρούμενο να ανακοινώνεις στη σελίδα σου στο Facebook ότι έχεις και τα βινύλια του άλμπουμ στα χέρια σου. Γιατί είναι τόσο σημαντικό αυτό για σένα; Σε μια εποχή, ξέρεις, που κυριαρχεί το streaming κλπ;
Κάποιες δεκαετίες πριν, έπρεπε να πας στο δισκάδικο για να ακούσεις μια νέα κυκλοφορία. Τι μαγική συνθήκη, ε; Δυστυχώς δεν την έζησα. Με γοητεύουν πολύ οι δημιουργοί που κυκλοφορούν τη μουσική τους σε φυσική μορφή, αυτό μου λέει πολλά και για τον τρόπο που την αντιμετωπίζουν και τη σέβονται. Υπάρχει τέτοια πληροφορία πια και αμέτρητες ψηφιακές κυκλοφορίες με αποτέλεσμα ο όρος “δισκογραφία” να μην υφίσταται πλέον.
Προσωπικά σαν ακροατή δεν μου λένε κάτι τα single σε ψηφιακή μορφή που κυκλοφορούν συνέχεια, ένα τραγούδι δηλαδή και τέλος. Με ενδιαφέρει όταν παρουσιάζει κάποιος κάτι ολοκληρωμένο, τότε αισθάνομαι πως θέλει να μου πει κάτι. Κάνω διάφορους συνειρμούς, κάποιες φορές σκέφτομαι πως η μουσική σε φυσική μορφή είναι σαν τους ανθρώπους που επέλεξαν να μην δώσουν αντιπαροχή το πανέμορφο μεσοπολεμικό τους. Θέλω τους δίσκους μου να μπορώ να τους επεξεργαστώ, να τους πιάνω στα χέρια μου και να τους αισθάνομαι. Το να αγοράσεις έναν δίσκο από ένα δισκάδικο, είναι κάτι που δεν θα χάσει ποτέ την μαγεία του.
Εχεις πει και σε συνέντευξη ότι έχεις μια “παρελθοντολαγνεία”. Τι σου αρέσει δηλαδή που δεν ταιριάζει στο σήμερα; Και γενικά πιστεύεις ότι και εσύ ο ίδιος είτε ως άνθρωπος είτε ως καλλιτέχνης θα περνούσες καλύτερα αν ζούσες σε άλλη εποχή;
Τελευταία κατάλαβα τελικά πως είναι περισσότερο θέμα αισθητικής. Στην πλειοψηφία τους, τα νεόδμητα κτίρια είναι κακάσχημα. Σχεδιαστικά, τα καινούργια αυτοκίνητα σε αφήνουν παγερά αδιάφορο. Βλέπεις για παράδειγμα ένα Ford Torino του 1970 και γίνεσαι χίλια κομμάτια απ’ την ομορφιά. Μην μιλήσουμε για τα παλιά ραδιόφωνα και γιατί τα καινούργια και μόνο απ’ την όψη τους, σε κάνουν να μην θέλεις να τα ανοίξεις.
Πώς γίνεται με τόσες νέες τεχνολογίες να μην μας ενδιαφέρει το όμορφο; Δεν είναι τρομακτικό που στην νέα εποχή η ομορφιά δεν είναι πρωταρχικός στόχος; Εδώ φράουλες τρώμε σήμερα και δεν έχουν καν γεύση φράουλας. Σίγουρα οι φράουλες της δεκαετίας του ’60 θα ήταν πιο νόστιμες αλλά δεν μπορώ να το επιβεβαιώσω.
Παντού το συναντάς πλέον: έπιπλα, βιβλία, οικιακές συσκευές. Ήρθε τις προάλλες ένας τεχνικός να μου φτιάξει το πλυντήριο και μου είπε κατά λέξη “αυτά είναι κατασκευασμένα να χαλάνε στα πέντε χρόνια”. Μα πόσο χυδαία είναι η αλήθεια και η πραγματικότητα κάποιες φορές.
Δεν ξέρω πώς θα ήμουν εάν ζούσα σε κάποια άλλη εποχή. Δεν ξεχνάω πως ο άνθρωπος ποθεί ότι δεν έχει. Θα ήθελα τόσο όμως να ζήσω για μια μέρα στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’70 ή στη Θεσσαλονίκη του Μεσοπολέμου.
Πάντως την παρελθοντολαγνεία σου, μου την είχε επιβεβαιώσει και ο πατέρας σου, ο Αργύρης Μπακιρτζής στη συνέντευξή μας. Μου ‘χε πει “Bρήκε ο γιος μου ο Κώστας ένα μηχάνημα στα παλιατζίδικα, που ήταν για την έναρξη των θεατρικών παραστάσεων, όπου πατάς ένα πλήκτρο και βγάζει ένα γλυκό ήχο…”. Αν θες εδώ να σχολιάσεις κάτι.
Ίδιο με έκανε κι ας μου λέει πως μαζεύω πάρα πολλά πράγματα στο σπίτι μου.
Και ΟΚ καταλαβαίνω ότι σε κάποιους ίσως να έκανε έκπληξη τώρα που είπαμε ότι είσαι ο γιος του Μπακιρτζή. Θα ‘θελα μόνο να μου πεις αν σ’ αυτό το άλμπουμ ξεχωρίζει εκείνος κάποιο τραγούδι και τι μπορεί να σου έχει πει για αυτό.
Είναι αυστηρός κριτής, δεν υπάρχει περίπτωση να υποκριθεί δηλαδή. Θυμάμαι κάποτε στη Θάσο, ένας άνθρωπος γεμάτος ενθουσιασμό τον είχε ρωτήσει αν του αρέσει το σπίτι που έχτισε, με τον μπαμπά να απαντά εντελώς καλοπροαίρετα “όχι, δεν μου αρέσει”. Ξέρετε, είναι σπουδαίο να μπορείς να λες δίχως τύψεις αυτό που πιστεύεις.
Νομίζω έχει ξεχωρίσει το “Μήνυμα” απ’ τα τραγούδια του δίσκου. Ο μπαμπάς έχει γράψει κατά την άποψή μου υπέροχες μελωδίες και στίχους μέσα απ’ τα προσωπικά του βιώματα.
Να σε ρωτήσω κι ένα κλισέ: τι πιστεύεις ότι έχεις “κληρονομήσει” δημιουργικά από τον πατέρα σου;
Μας αρέσουν τα μελωδικά τραγούδια, ίσως αυτό να κληρονόμησα απ’ αυτόν.
Έχει πολλή μελωδία ο δίσκος. Πες μου λίγο για το ύφος σου. Τι σου αρέσει να ακούς, να παίζεις… Πώς θα χαρακτήριζες τη μουσική σου σε κάποιον που δεν σε έχει ακούσει ακόμα;
Όπως ανέφερα και παραπάνω, σήμερα ακούω κυρίως κλασική τζαζ. Η δισκογραφία του Bill Evans παίζει κάθε βράδυ στο σπίτι μου. Το Ballads του Coltrane είναι μνημειώδης δίσκος, το Night Lights του Gerry Mulligan επίσης. Είναι εκπληκτικός και ο δίσκος του Mingus που παίζει solo πιάνο. Ο σχετικά άγνωστος Bix Beiderbecke, ένας πραγματικός μύθος των ’20s, αξίζει να ακουστεί απ’ όσους αγαπάνε αυτήν τη μουσική.
Ειλικρινά όταν με ρωτάνε τι είδος είναι η μουσική μου δυσκολεύομαι να απαντήσω. Μεγάλωσα με τον πατέρα μου να μας βάζει στο αυτοκίνητο ρεμπέτικα και τον αδερφό μου τις μπάντες που ανέφερα προηγουμένως. Ανακάλυψα στη συνέχεια τον κόσμο της τζαζ και νομίζω πως τελικά και οι τρεις δίσκοι είναι επηρεασμένοι απ’ όσα προανέφερα. Αξίζει και πρέπει να αναφερθεί ο Πάνος Βουλγαράκης ο οποίος καθόρισε με την συμβολή του το τελικό αποτέλεσμα του άλμπουμ. Είμαι πολύ χαρούμενος που είμαστε μαζί σε αυτό το ταξίδι. Για τον Κωστή Σταμούλη και τον Γρηγόρη Οικονόμου, παρομοίως.
Πώς είναι τα πράγματα στη Θεσσαλονίκη για νέους καλλιτέχνες; Έχει μέρη να παίξετε; Ο κόσμος στηρίζει;
Είναι πλέον γνωστό πως όποιος ενδιαφέρεται να ασχοληθεί με τη μουσική, πρέπει να κατέβει την Αθήνα. Θεωρείται μονόδρομος, δεν έχει δηλαδή κανέναν λόγο να καθίσει εδώ. Εμένα η ζωή μου με έφερε στη Θεσσαλονίκη, προσπαθώ όσο μπορώ να κατεβαίνω αλλά με προβληματίζει το πώς θα διαχειριστώ αυτήν την κατάσταση. Να είναι καλά ο Μάρκος και η Δανάη που έχουν τη Μικρή Σκηνή.
Ο κόσμος στηρίζει αλλά αυτός που θα έρθει από την Αθήνα, θα είναι πάντα πιο ελκυστικός για το κοινό της Θεσσαλονίκης.
Υπάρχει σκηνή εκεί; Είστε κάποιοι καλλιτέχνες που αλληλοστηρίζεστε, που αποτελείτε κοινότητα, και αν ναι, ποιοι θα έλεγες;
Σε άνθιση βλέπω πως είναι κυρίως η ρεμπέτικη σκηνή και το ραπ αλλά και η τζαζ. Δεν μπορώ να πω πως υπάρχει σκηνή “δική μας” ή τουλάχιστον δεν έχω αντιληφθεί κάτι τέτοιο. Φιλικά και στενά μάλιστα, συνδέομαι με αρκετούς ανθρώπους και μπάντες από την Αθήνα.
Έχεις και μια αγάπη για το σινεμά. Πολλοί σε ξέρουν στη Θεσσαλονίκη ως τον άνθρωπο πίσω απ’ το Σινεμά Βακούρα και Σινεμά Απόλλων. Έχει καθόλου κινηματογραφικά στοιχεία η μουσική σου; Το “Γραμμένο σε λεύκωμα” ας πούμε εμένα μου φέρνει λίγο.
Αν δεν είχα το σινεμά και την μουσική θα ήμουν πολύ δυστυχισμένος. Αν με ρωτήσεις ποια είναι η δουλειά των ονείρων μου, θα σου απαντούσα το να γράφω μουσική για ταινίες. Επειδή δεν μου έχει δοθεί κάποια τέτοια ευκαιρία, γράφω μουσική για ταινίες που δεν έχουν γυριστεί.
Όλα μου τα τραγούδια πιστεύω πως έχουν κινηματογραφικά στοιχεία. Καλώ να με δοκιμάσουν.
Από στίχους θα έλεγα το “Χαράματα στην Τσιμισκή”, ότι εκεί όντως δημιουργείς εικόνες πολύ δυνατές που θυμίζουν ταινία.
Οδηγούσα τη βέσπα στην Τσιμισκή ενώ έβρεχε. Κοίταζα τον δρόμο και τα φανάρια που καθρεφτίζονταν στην άσφαλτο. Η ζωή είναι περισσότερο σινεμά απ’ το σινεμά.
Έχεις κάποιο λάιβ εδώ κοντά; Έχεις ίσως κάτι που θα κάνεις το καλοκαίρι και θα ήταν ωραίο να το αναφέρουμε;
Εκτάκτως θα παίξουμε με τον κ. Αργύρη Μπακιρτζή στο Ντόντο στους Αμπελόκηπους στις 17/06.
Ραντεβού full band το Φθινόπωρο στην Αθήνα. Το καλοκαίρι έχουν ακυρωθεί όλες οι εμφανίσεις μας γιατί δύο μέλη της μπάντας μας ζούνε στιγμές μοναδικές στη ζωή και συμμεριζόμαστε την ευτυχία τους. Μέχρι τότε, ελπίζω ο δίσκος να βρει τον δρόμο του και να συναντήσει ανθρώπους που θα τον αγαπήσουν.