Νέες ταινίες: Συγκίνηση με το “Toy Story 5”, ανατριχίλες με την “Εμμονή”
Διαβάζεται σε 11'
Κάθε εβδομάδα, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος βλέπει και σχολιάζει τις νέες ταινίες στις αίθουσες.
- 18 Ιουνίου 2026 06:17
Τίμιο άνοιγμα για την “Ημέρα Αποκάλυψης” του Στίβεν Σπίλμπεργκ με 38.000 εισιτήρια μετά τις πρώτες 5 μέρες και τώρα το στοίχημα να είναι τι θα δείξει το word of mouth κι η περιέργεια του κοινού. Πάντως ένα τέτοιο θέαμα πάντα χρειάζεται στις αίθουσες και η δίψα για αυτό φάνηκε ακόμα κι εν μέσω πρεμιέρας Μουντιάλ.
Πολύ καλό άνοιγμα με σχεδόν 6.000 ο εξαιρετικός “Ξένος” του Φρανσουά Οζόν, αλλά το “Backrooms” συνεχίζει να είναι το φαινόμενο σε αυτό το διάστημα, φτάνοντας τις 73.000 εισιτήρια λίγο πριν μπει στην αρένα και το έτερο horror μπλοκμπάστερ του καλοκαιριού, η “Εμμονή” που κάνει πρεμιέρα αυτή την εβδομάδα.
Οι νέες ταινίες της εβδομάδας
Εμμονή
(“Obsession”, Κάρι Μπάρκερ, 1ω49λ)
★★★½
Ένας νεαρός άντρας είναι κρυφά ερωτευμένος με την επί σειρά ετών καλή του φίλη. Όταν κάνει μια ευχή, εκείνη να τον αγαπά περισσότερο από κάθε τι άλλο στον κόσμο, τα πράγματα προφανώς και θα έχουν εντελώς φρικιαστική τροπή. Ποιος να το είχε φανταστεί!
Σε 25 λέξεις: Μέσα από την την εμμονή ενός “καλού παιδιού” εξερευνάται η δειλία και η καταστροφικότητα της οπτικής του. Σπουδαία ερμηνεία από την Ίντε Ναβαρέτε, εντυπωσιακή σκηνοθεσία, άψογη μίξη τιναγμάτων και χιούμορ.
Κριτική
Η πιο απρόσμενα μεγάλη εμπορική επιτυχία της χρονιάς, ένα εντελώς χαμηλού προϋπολογισμού θρίλερ από ένα YouTuber δημιουργό στο άλμα του στη μεγάλη οθόνη, έχει φτάσει τα $300 εκατομμύρια σε εισπράξεις παγκοσμίως. Βασιζόμενο κυρίως στο word of mouth, κάτι που αποδεικνύεται από την σοκαριστική, δίχως προηγούμενο άνοδο εισπράξεων 39%(!) τη δεύτερή του βδομάδα κυκλοφορίας.
Δεν ανοίγουμε με αυτή την πληροφορία το κείμενο της κριτικής επειδή πρόκειται για μια ταινία μαζικής κατανάλωσης χωρίς άλλο ενδιαφέρον – ίσα-ίσα, υπάρχει εδώ εξαιρετικός έλεγχος της φόρμας, μια σπουδαία κεντρική ερμηνεία κι ένα πολύ καλοφτιαγμένο σενάριο. Είναι όμως εντυπωσιακό να βλέπεις τον τρόμο να κάνει τέτοιο γκελ στο παγκόσμιο κοινό, λέγοντας μια σκοτεινή, ηθικά και ψυχολογικά βαριά ιστορία, αλλά βρίσκοντάς παρολαυτά τεράστια ανταπόκριση από το κυρίως νεανικό κοινό.
Ο Μπάρκερ ανανεώνει μια κλασική θριλερική φόρμα τύπου “Ολέθρια Σχέση” αλλά το κάνει για το σήμερα. Όχι πως υπάρχει στην ιστορία ή στο σκηνικό της ταινίας κάτι ακραία μοντέρνο, όμως το DNA της πλοκής, ο τρόπος που εκφράζεται η βασική της προβληματική, αντηχεί κάτι από τα σύγχρονα άγχη. (Μάλιστα αυτό είναι κάτι που η “Εμμονή” μοιράζεται με το “Backrooms” – άλλο ένα τρομερά σύγχρονο θρίλερ για το σήμερα, που δεν βασίζεται απαραιτήτως σε σύγχρονα δομικά στοιχεία.)
Έξυπνα, ο σκηνοθέτης λέει την ιστορία μέσα από την οπτική ενός ακραία αρνητικού ήρωα, του Μπέαρ, ο οποίος λέει από την αρχή της ταινίας πως είναι ερωτευμένος με την επί σειρά ετών φίλη του, Νίκι, χωρίς να ξέρει αν εκείνη νιώθει το ίδιο. Δε θα το μάθει, γιατί δεν της το λέει ποτέ – σε μια πάρα πολύ εύστοχη και συνειδητή επιλογή από τον Μπάρκερ, που εκφράζει μια βαθιά δειλία.
Όταν η Νίκι του δίνει το περιθώριο να της πει αν έχει αισθήματα για αυτήν, εκείνος επιλέγει να μην πάρει το ρίσκο, να μην αναλάβει την συναισθηματική του ευθύνη, και αντ’αυτού να σπάσει ένα μαγικό κλαδί που κάνει πραγματικότητα μια ευχή: Κάνοντάς τη Νίκι να τον αγαπάει μέχρι τρέλας – με το ζόρι.
Καθόλου τυχαία, η Νίκι καδράρεται σε όλη τη διάρκεια του φιλμ σαν μια φιγούρα χωρίς περιεχόμενο. Με φως από πίσω, ένα απλό περίγραμμα στο σκοτάδι, ένας μπαμπούλας χωρίς περιεχόμενο. Για τον Μπέαρ, αυτό είναι η Νίκι, μια κοπέλα-περίγραμμα στην οποία προβάλλει ό,τι εκείνος χρειάζεται να νιώσει για τον εαυτό του. Καταλήγοντας να την εκμεταλλεύεται, πολύ κυριολεκτικά, χωρίς τη συγκατάθεσή της.
Η επιμονή αυτή στην οπτική του niceguy-μπαμπούλα θέλει αρκετή σιγουριά για να υποστηριχθεί: Αφενός ο Μπάρκερ δε χάνει ευκαιρία να υπογραμμίσει πόσο δειλός είναι ο ήρωάς του, αφετέρου αφήνεται στην ερμηνευτική ένταση της Ίντε Ναβαρέτε για να μην χάσει την ταινία μέσα από τα χέρια του. Η Ναβαρέτε, που για χρόνια έπαιζε στο τηλεοπτικό “Superman & Lois”, δίνει μια ερμηνεία-θωρηκτό, μεταβάλλοντας διαρκώς τη διάθεσή της, την έντασή της, με μπαράζ απρόσμενων εκφράσεων. Πραγματικά, μια κοπέλα που μοιάζει να διαλύεται μέσα στη φυλακή της, ψάχνοντας σπασμωδικά και τραγικά να εντοπίσει τον εαυτό της.
Έτσι, η φόρμα της ταινίας καταλήγει να εξυπηρετεί ιδανικά την ιστορία και τους χαρακτήρες, σε μια ταινία που απλώνεται στην οθόνη με τεράστια σιγουριά στον ρυθμό της. Ο Μπάρκερ ξέρει πώς να στήσει αληθινά τρομακτικές σεκάνς, πώς να κινήσει την πλοκή, και τους χαρακτήρες, και την αλληγορία μέσα από αυτές, και πώς να τις εμπλουτίσει με ολόσωστα τοποθετημένα διαλείμματα χιούμορ που ποτε δεν χαλάνε την ατμόσφαιρα, ούτε υποσκάπτουν την ταινία.
Κόντρα σε ένα ρεύμα σύγχρονου τρόμου όπου το κεντρικό μοτίβο μοιάζει πιο σημαντικό από τον ίδιο τον φόβο ή την ικανότητα της ταινίας να κινείται, ο Μπάρκερ καταφέρνει να πιάσει ένα αληθινό σύγχρονο έμφυλο dynamic και μέσα από αυτό να βγάλει ένα θρίλερ παλιομοδίτικο και μοντέρνο την ίδια στιγμή. Καμία έκπληξη λοιπόν για την εμπορική του επιτυχία – θα το βλέπει κόσμος σε επαναλήψεις για δεκαετίες αργότερα.
Toy Story 5
(Άντριου Στάντον, 1ω42λ)
★★★
Ένα tablet απειλεί τη σχέση της παλιοπαρέας των παιχνιδιών με τη μικρή Μπόνι. Τι θα κάνουν ο Γούντι, ο Μπαζ και η Τζέσι μπροστά σε αυτή τη νέα μεγάλη απειλή;
Σε 25 λέξεις: Η κλασική δυναμική νέου-παλιού από το πρώτο “Toy Story” μεταφέρεται σε μια σύγκρουση παιχνιδιών και συσκευών. Χιούμορ, συγκίνηση, μερικές απρόσμενα σκοτεινές σκηνές, κι ένα απολαυστικό παράλληλο storyline με μια αρμάδα από ξέφραγους Μπαζ.
Κριτική
Νέο σίκουελ για το franchise κινουμένων σχεδίων που έγινε συνώνυμο με την Pixar, ακολουθώντας γενιές θεατών από την πρεμιέρα του πρώτου φιλμ στα μέσα των ‘90s μέχρι σήμερα, τρεις δεκαετίες αργότερα. Φυσικά στην πορεία κι η ίδια η αφήγηση μετατοπίστηκε περισσότερο προς τους γονείς πλέον, που κάποτε ήταν τα παιδιά – το συγκινητικό “Toy Story 3” δεν είναι τίποτα αν όχι η παραδοχή για το αναπόφευκτο των αλλαγών στο επίπονο κύλισμα του χρόνου.
Το “Toy Story 5”, σκηνοθετημένο για πρώτη φορά από τον θρύλο της Pixar Άντριου Στάντον (του “WALL-E” και του “Ψάχνοντας τον Νέμο”) κάνει κι αυτό κάποιες από τις ίδιες διαπιστώσεις των προηγούμενων ταινιών: Για τον χρόνο και για το πώς αναπόφευκτα αφήνουμε πίσω πράγματα για να προχωρήσουμε (εμείς ή οι άλλοι), αλλά και για μια σύγκρουση παλιού και νέου οπότε το μόνο σίγουρο αποτέλεσμα είναι πως αργά ή γρήγορα, όλα κάποτε θα γίνουν παλιά.
Αυτή η σύγκρουση εκφράζεται με την εισαγωγή ενός νέου παιχνιδιού, δηλαδή για την ακρίβεια συσκευής, που πλέον διεκδικεί την προσοχή της μικρής Μπόνι. Ο προβληματισμός πάνω στην επικράτηση των οθονών, και του τι κάνουν στην παιδική φαντασία, δεν εξερευνάται στα αλήθεια πριν αυτή η κόντρα εξελιχθεί σε ένα Γούντι εναντίον Μπαζ redux, όμως παρά τις εν τέλει μηχανικής εξελίξεις μεγάλου μέρους της ταινίας, υπάρχει γοητεία, χιούμορ, συγκίνηση εδώ.
Μια παράλληλη πλοκή με μια ορδή από ξαμολημένους Μπαζ μπορεί εν τέλει να απογοητεύει με την εξέλιξή της (απλώς ένα γρανάζι στην πλοκή της 3ης πράξης) όμως έχει στο μεταξύ δώσει μερικές πολύ διασκεδαστικές σκηνές που παρεμβάλλονται κάπως ακατανόητα στην κυρίως δράση – ανάμεσά τους μια πολύ αστεία αναφορά στην κλασική εποχή animation της Disney με την σκηνή στο δάσος.
Το πιο ωραίο στοιχείο του φιλμ ίσως να είναι η τεχνοτροπία για τις σκηνές παιχνιδιού – όταν δηλαδή τα μικρά κορίτσια χρησιμοποιούν τα παιχνίδια τους για να σκαρφιστούν κάποια ευφάνταστη πλοκή, και ξαφνικά η εικόνα αφήνει πίσω τα εντελώς πλαστικά, “αληθοφανή” σχέδια για να ζωγραφίσει κάτι πολύ πιο όμορφο, πολύχρωμο και εκφραστικό, σαν 3D ξυλομπογιές.
Σε κάθε περίπτωση, το κεντρικό συναίσθημα του φιλμ περνάει, και ποτέ δεν είναι κουραστική ή άστοχη. Απλά χάνεται συχνά η ευκαιρία για κάτι πιο τολμηρό ή ριζοσπαστικό, που θα κάνει ξανά χρήση του αλλόκοτου (αν όχι υπαρξιακά φρικώδους!) κόσμου αυτών των ταινιών. Είναι σα να χρησιμοποιεί με τον πιο ασφαλή και γνώριμο τρόπο μισή ντουζίνα αληθινά παράξενες ή ενδιαφέρουσες ιδέες.
Μεγάλο θετικό πάντως, ότι κεντρικό ηρωικό ρόλο έχει πλέον η Τζέσι, μια πολύ γλυκιά εξέλιξη. Ακόμα κι αν σημαίνει πως Γούντι και Μπαζ κατά βάση περιορίζονται σε μικρούς, περιφερειακούς ρόλους, ίσα ίσα για να θυμίζουν στους θεατές πως τα διάσημα παιχνίδια της ορίτζιναλ ταινίας είναι ακόμα εδώ. Είπαμε – κάποιες φορές πρέπει να ξέρεις πότε είναι η στιγμή για να προχωρήσεις στο επόμενο στάδιο.
Θανάσιμα Πλούσιος
(“How to Make a Killing”, Τζον Πάτον Φορντ, 1ω45λ)
★★
Αποκληρωμένος από την εξωφρενικά πλούσια οικογένειά του, ο Μπέκετ Ρεντφέλοου δε θα σταματήσει σε κανένα εμπόδιο για να έρθει στα χέρια του η κληρονομιά του – όσοι συγγενείς του κι αν στέκονται στο δρόμο του.
Σε 25 λέξεις: Όχι όσο βιτριολικό θα έπρεπε να είναι για να λειτουργήσει. Ο Γκλεν Πάουελ κάνει “Hit Man” redux, η Μάργκαρετ Κουάλεϊ το διασκεδάζει, η αφήγηση χάνει σε δάγκωμα και σε σάτιρα.
Κριτική
Διασκευή γνωστή βρετανικής κωμωδίας στην Αμερική, κάτι που κατευθείαν αφαιρεί κάτι από την ουσία, μιας σάτιρας γύρω από έναν κόσμο απαρχαιωμένης αριστοκρατίας. Εδώ έχουμε κάτι ευρύτερα κυνικό απέναντι στον σύγχρονο καπιταλιστικό αμοραλισμό, όμως χωρίς να υπάρχει αρκετό δηλητήριο για να λειτουργήσει το φιλμ.
Ο Γκλεν Πάουελ στον κεντρικό ρόλο είναι σα να του ζήτησαν να κάνει ξανά ό,τι έκανε στο “Hit Man” (μια φυσικά πολύ ανώτερη ταινία, και πιο διασκεδαστική αλλά και πιο αναπολογητική ηθικά) και μέχρι το τέλος το φιλμ μοιάζει τελικά και λίγο αβέβαιο για τη στάση του αλλά – πιο καταδικαστικά – και εν τέλει κάπως κουρασμένο από την επανάληψη μοτίβων από το ένα επεισόδιο στο άλλο. Έχει τις στιγμές και τη γοητεία του, αλλά από ένα σημείο και μετά σε εξαντλεί και λίγο.
Leviticus
(Αντριάν Τσιαρέλα, 1ω28λ)
★★
Δύο έφηβα αγόρια πρέπει να ξεφύγουν από μια φονική οντότητα που μόνο εκείνοι μπορούν να δουν και που παίρνει τη μορφή εκείνου που λαχταρούν περισσότερο – ο ένας τον άλλον.
Σε 25 λέξεις: Τυπικό δείγμα πληκτικού σύγχρονου τρόμου όπου μια αλληγορία τραβιέται για μιάμιση ώρα χωρίς αρκετό ζουμί στην ιστορία ή ενδιαφέρουσες οπτικές (ή καν τρομακτικές) ιδέες.
Κριτική
Υπάρχει μια πολύ δυνατή ιστορία στην καρδιά αυτής της ταινίας, όμως το πακετάρισμά της σαν θρίλερ δεν εξυπηρετεί τελικά τίποτα. Η κεντρική αλληγορία στήνεται γύρω από δύο νέους που μια αυστηρή, συντηρητική μικρο-κοινωνία τους φορτώνει κάτι σαν φονική ενοχή: Τους επιτίθεται βίαια η ίδια η μορφή που ποθούν περισσότερο.
Η αγωνία για να το να μπορέσεις να αποκτήσεις την ελευθερία του πόθου σου είναι ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο εκκίνησης, όμως η ταινία στηρίζεται εντελώς σε αυτή την κεντρική αλληγορία αφήνοντας οτιδήποτε άλλο κάπως ασχημάτιστο. Και αφήνοντας τελικά την αίσθηση πως ο Τσιαρέλα δεν είχε καν την θέληση (ή την ικανότητα) να γυρίσει ταινία τρόμου: Δεν υπάρχει ούτε ένα τρομακτικό καδράρισμα, ούτε μια αξιομνημόνευτη σκηνή σασπένς.
Αμελί
(“Le fabuleux destin d’Amélie Poulain / Amelie”, Ζαν-Πιερ Ζενέ, 2ω2λ)
★★★★
Η νεαρή σερβιτόρα Αμερλί περιφέρεται στα στενά της Μονμάρτης θέλοντας απλώς να βοηθήσει τους ανθρώπους γύρω της να βρουν την ευτυχία. Χτίζει έναν κόσμο φαντασίας και μοιράζει τη μαγεία της δίχως εγωισμό ή συμφέρον – αλλά τι θα γίνει με το δικό της happy end;
Σε 25 λέξεις: Από το βλέμμα της Οντρέ Τοτού, στα φίλτρα του Μπρούνο Ντελμπονέλ, στη μουσική του Γιαν Τιρσέν – μια από τις πιο iconic ταινίες του σύγχρονου σινεμά.
Ψυχώ
(“Psycho”, Άλφρεντ Χίτσκοκ, 1ω49λ)
★★★★★
Μια κυνηγημένη γραμματέας βρίσκει καταφύγιο σε ένα απομονωμένο καλιφορνέζικο μοτέλ όπου ιδιοκτήτης είναι ένας καταπιεσμένος άνδρας κι η αυστηρή του μητέρα.
Σε 25 λέξεις: Μια από τις πιο αδιανόητες μετατοπίσεις οπτικής στην ιστορία του σινεμά μαζί με τη σοκαριστικότερη ίσως σκηνή θανάτου και μετέπειτα αποκάλυψη. Μια από τις σημαντικότερες, πιο επιδραστικές ταινίες που έχουν γυριστεί ποτέ.