ΔΕΗ
Η δημοσιογράφος της ΕΡΤ, Βαλέρια Δολαψάκη, στον σεισμό της Κολομβίας NEWS 24/7

Η ΒΑΛΕΡΙΑ ΔΟΛΑΨΑΚΗ ΠΗΓΕ ΣΤΟΝ ΣΕΙΣΜΟ ΤΗΣ ΚΟΛΟΜΒΙΑΣ. ΕΚΕΙ ΟΠΟΥ ΟΙ ΑΡΙΘΜΟΙ ΑΠΕΚΤΗΣΑΝ ΠΡΟΣΩΠΑ

Η δημοσιογράφος της ΕΡΤ, Βαλέρια Δολαψάκη, περιγράφει στο NEWS 24/7 όσα έζησε καλύπτοντας, στο πλαίσιο του ρεπορτάζ, τον φονικό σεισμό στην Κολομβία.

Υπάρχουν τόποι που τους γνωρίζεις πρώτα μέσα από τις ειδήσεις και ύστερα, αν η δουλειά σε οδηγήσει ως εκεί, ανακαλύπτεις πόσο λίγα ήξερες γι’ αυτούς. Η Κολομβία είναι ένα τέτοιο μέρος. Μια χώρα όπου η ομορφιά και η βία, η γενναιοδωρία και ο φόβος, το εκτυφλωτικό φως και οι σκοτεινές μνήμες μοιάζουν να συνυπάρχουν στην ίδια εικόνα.

Εκεί βρέθηκε η Βαλέρια Δολαψάκη, δημοσιογράφος της ΕΡΤ, για να καλύψει τον φονικό σεισμό που άφησε πίσω του εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες και ανυπολόγιστες ζημιές. Υλικές και μη.

Έφτασε για να καταγράψει αριθμούς, διασώσεις, μαρτυρίες. Πολύ γρήγορα, όμως, οι αριθμοί απέκτησαν πρόσωπα. Τα χαλάσματα έγιναν σπίτια όπου, λίγες ώρες νωρίτερα, άνθρωποι έτρωγαν, γελούσαν, κοιμούνταν. Και οι «μαρτυρίες» έγιναν φωνές που δύσκολα αφήνεις πίσω σου όταν τελειώσει η ζωντανή σύνδεση.

Γιατί ίσως αυτή να είναι η πιο σκληρή αλήθεια της δημοσιογραφίας: πηγαίνεις κάπου για να διηγηθείς την ιστορία των άλλων και επιστρέφεις κουβαλώντας ένα κομμάτι της μέσα σου.

Και η δική της Κολομβία δεν είναι μόνο ο σεισμός. Είναι οι άνθρωποι που συνάντησε, οι δρόμοι που διέσχισε, οι ιστορίες που άκουσε όταν οι κάμερες έσβηναν. Είναι όσα χώρεσαν στα τηλεοπτικά πλάνα και, κυρίως, όσα έμειναν έξω από αυτά.

Κάπου εκεί, ανάμεσα στις ζωντανές συνδέσεις, τις σειρήνες και τις μαρτυρίες, η δημοσιογραφία παύει να είναι απλώς καταγραφή. Γίνεται παρουσία. Το βλέμμα που μένει λίγο περισσότερο πάνω σε ένα πρόσωπο, η σιωπή πριν από την επόμενη ερώτηση, η συνείδηση ότι πίσω από κάθε “θύμα” υπήρχε μέχρι χθες μια ολόκληρη ζωή.

Για τη Βαλέρια, όπως περιγράφει στο NEWS 24/7, όλα αυτά άρχισαν πριν ακόμη πατήσει το πόδι της στην Κολομβία. Χωρίς το δίχτυ ασφαλείας που προσφέρει η εξοικείωση με έναν τόπο, μπήκε στο αεροπλάνο γνωρίζοντας ότι θα έπρεπε να μάθει πολλά καθ’ οδόν. Να καταλάβει τη χώρα, να οργανώσει μετακινήσεις, να βρει τους ανθρώπους που θα την οδηγούσαν εκεί όπου βρισκόταν η είδηση.

Και κάπως έτσι, η αποστολή στην τέταρτη σε έκταση χώρα στη Νότια Αμερική, μαζί με τον εικονολήπτη Αλέξη Πόνσε, ξεκίνησε ουσιαστικά μέσα στο αεροπλάνο.

Επιχείρηση έρευνας και διάσωσης στα συντρίμμια της Κολομβίας Associated Press

Στη Μπογκοτά, τίποτα δεν προμήνυε όσα θα ακολουθούσαν. Η πρώτη πραγματική εικόνα της καταστροφής ήρθε αργότερα, στον δρόμο από το αεροδρόμιο του Κάλι προς την πόλη: ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο κατεστραμμένο. Και ύστερα, όσο το αυτοκίνητο προχωρούσε, ολοένα και περισσότερα μεγάλα οικιστικά συγκροτήματα με εμφανείς ζημιές.

Ακόμη κι αυτά, όμως, δεν ήταν αρκετά για να αντιληφθεί το πραγματικό μέγεθος όσων είχαν συμβεί.

«Η στιγμή που αντιλήφθηκα το μέγεθος της καταστροφής και το πού είμαι και τι γίνεται ήταν όταν πήγαμε κατευθείαν -επειδή ήταν ακόμα οι πρώτες μέρες- σε μία επιχείρηση έρευνας και διάσωσης».

Μπροστά της βρισκόταν ό,τι είχε απομείνει από μια επταώροφη πολυκατοικία. Δηλαδή, σχεδόν τίποτα. Γύρω από τα συντρίμμια, συγγενείς, κάτοικοι, εξειδικευμένοι διασώστες και εθελοντές. Κάποιοι από τους τελευταίους προσπαθούσαν να βοηθήσουν ακόμη και με γυμνά χέρια. Οι οργανωμένες ομάδες διάσωσης, αντίθετα, ήταν πλήρως εξοπλισμένες και λειτουργούσαν με αυστηρούς κανόνες.

Η οργάνωση ήταν, μάλιστα, ένα από τα πρώτα πράγματα που εξέπληξαν το ελληνικό συνεργείο. Η πρόσβαση στα σημεία απαιτούσε ειδικές άδειες, κάθε κίνηση έπρεπε να γνωστοποιείται, ενώ ακόμη και η λήψη εικόνων γινόταν μέσα σε συγκεκριμένο πλαίσιο. Δεν μπορούσαν να κινηθούν ή να καταγράψουν ό,τι ήθελαν, όποτε ήθελαν. «Μπορεί να θεωρούμε στο μυαλό μας ότι η Κολομβία θα υστερεί σε τέτοιου είδους ζητήματα, ωστόσο κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Ήταν πάρα πολύ σωστά οργανωμένοι».

Διασώστες στην Κολομβία παίρνουν μια ανάσα προτού επιχειρήσουν ξανά κάτω από τα ερείπια Associated Press

Κι όμως, καμία οργάνωση, κανένας επαγγελματικός αυτοματισμός και καμία εικόνα που έχεις δει προηγουμένως σε μια οθόνη δεν σε προετοιμάζει πραγματικά για τη στιγμή που βρίσκεσαι μέσα σε μια τέτοια καταστροφή.

«Αν διάβαζα γι’ αυτόν τον σεισμό από μια αίθουσα σύνταξης, δεν θα με άγγιζε με τον ίδιο τρόπο. Εκεί, μπορώ να σου πω, υπήρχαν στιγμές που με επηρέαζε αρκετά».

Γιατί από κοντά η καταστροφή δεν είναι μόνο εικόνα. Έχει ήχο, έχει βλέμματα, έχει μυρωδιά.

«Η μυρωδιά, δυστυχώς, του θανάτου. Κάτι που δεν μπορείς να νιώσεις από μια αίθουσα σύνταξης».

Η δημοσιογράφος της ΕΡΤ, Βαλέρια Δολαψάκη, στον σεισμό της Κολομβίας NEWS 24/7

Και ύστερα είναι τα πρόσωπα. Ο φόβος, η θλίψη, εκείνη η έκφραση ανθρώπων που ακόμη προσπαθούν να καταλάβουν τι ακριβώς τους έχει συμβεί. «Νιώθεις τον φόβο, τη στεναχώρια, τα νιώθεις όλα γιατί απλά τα ζεις. Βλέπεις ανθρώπους μετά από μια καταστροφή και γίνεσαι μέρος αυτής».

Ίσως γι’ αυτό δεν μπορεί να διαλέξει μία και μοναδική εικόνα που να συνοψίζει όσα είδε. Ο εικονολήπτης της αποστολής, Αλέξης Πόνσε, όπως διηγείται η Βαλέρια, είχε καταφέρει να καταγράψει σχεδόν τα πάντα: τον άνθρωπο που περπατούσε κρατώντας όσα είχε προλάβει να περισώσει, εκείνον που καθάριζε το μπαλκόνι του κατεστραμμένου σπιτιού του, τα βλέμματα των κατοίκων, τις μικρές σκηνές που, τοποθετημένες η μία δίπλα στην άλλη, σχημάτιζαν τελικά την πραγματική διάσταση της τραγωδίας.

Γιατί δεν υπήρχε μία πραγματικότητα, αλλά πολλές ταυτόχρονα. «Υπήρχε εκείνος που έχασε τα πάντα. Εκείνος που επέζησε, αλλά έχασε τους ανθρώπους του. Κι εκείνος που μπορεί να μην έχασε ούτε το σπίτι ούτε κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο, αλλά είδε μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα την πόλη και τη ζωή γύρω του να αλλάζουν».

Υπήρχαν, βέβαια, και στιγμές που η κάμερα δεν μπορούσε -και δεν έπρεπε- να καταγράψει. Όπως οι ανασύρσεις των νεκρών από τα ερείπια.

Και τότε οι αριθμοί που επαναλαμβάνονται στα δελτία ειδήσεων -νεκροί, τραυματίες, αγνοούμενοι- έπαυαν να έχουν την ασφάλεια της στατιστικής. «Κάθε άνθρωπος κουβαλούσε ένα δράμα. Κάθε κατεστραμμένο κτίριο έκρυβε μια ιστορία».

Μία από αυτές τη συνάντησε την τρίτη ημέρα.

Ήταν μια γυναίκα που κάτω από τα συντρίμμια του σπιτιού της είχε χάσει τους γονείς και την ανιψιά της. Όταν την εντόπισαν, ο πατέρας και η ανιψιά της είχαν ήδη ανασυρθεί νεκροί. Εκείνη παρέμενε στο σημείο περιμένοντας να βρεθεί και η μητέρα της, ώστε η οικογένεια, όπως είπε, να «ενωθεί ξανά».

«Αυτή η γυναίκα ήταν εκεί επί τρεις ημέρες, καθισμένη σε μια καρέκλα. Δεν κοιμόταν, απλά περίμενε».

Σε τέτοιες στιγμές, η δουλειά του δημοσιογράφου αποκτά ένα επιπλέον βάρος. Γιατί πρέπει να πλησιάσεις. Να ρωτήσεις. Να ζητήσεις από έναν άνθρωπο να σου εμπιστευτεί κάτι από τη χειρότερη στιγμή της ζωής του, ενώ πολλές φορές ούτε ο ίδιος έχει ακόμη συνειδητοποιήσει τι έχει συμβεί.

Πληγέντες από τον σεισμό στην Κολομβία περιμένουν να μάθουν κάποιο νέο για τους δικούς τους ανθρώπους Associated Press

Αυτό που εξέπληξε περισσότερο τη Βαλέρια ήταν πως οι περισσότεροι ήθελαν να μιλήσουν.

Παρά το σοκ, παρά τον πόνο, παρά το γεγονός ότι αρκετές φορές χρειάζονταν χρόνο ακόμη και για να καταφέρουν να ξεκινήσουν μια συνέντευξη. Και όταν μάθαιναν ότι το τηλεοπτικό συνεργείο είχε μεταβεί από την Ελλάδα, η ανάγκη αυτή γινόταν ακόμη μεγαλύτερη. Για εκείνους, Ελλάδα σήμαινε Ευρώπη. Και Ευρώπη σήμαινε ότι ίσως η φωνή τους μπορούσε να ταξιδέψει πιο μακριά. Ίσως κάποιος να τους άκουγε. Ίσως να έφτανε περισσότερη βοήθεια.

«Μού έκανε πάρα πολύ μεγάλη εντύπωση πώς μου μίλησαν όλοι οι άνθρωποι που πλησίασα. Δεν το έχω ξαναζήσει».

Υπήρχαν φορές, δε, που οι ρόλοι αντιστρέφονταν με έναν τρόπο σχεδόν αμήχανο.

«Αντί να τους ευχαριστώ εγώ, με ευχαριστούσαν εκείνοι. Εκεί ήταν που συγκινήθηκα, μπορώ να σου πω».

Το γεγονός και μόνο ότι ένα δημοσιογραφικό συνεργείο είχε ταξιδέψει από τόσο μακριά για να βρεθεί δίπλα τους έμοιαζε να έχει για ορισμένους μια σημασία μεγαλύτερη από την ίδια την τηλεοπτική κάλυψη. Όταν στο αυτοκίνητο της αποστολής τοποθετήθηκε η ένδειξη «Greek Press», η αποδοχή έγινε ακόμη πιο εμφανής.

Όπως τούς έλεγαν, δεν ένιωθαν πια τόσο μόνοι.

Αυτή η προθυμία να μιλήσουν, όμως, δεν σήμαινε ότι το μικρόφωνο μπορούσε να μένει ανοιχτό χωρίς όρια.

Η Βαλέρια το επαναλαμβάνει πολλές φορές στη συζήτησή μας: σεβασμός, χρόνος, καμία πίεση. Αν κάποιος ήθελε να αφηγηθεί την ιστορία του, εκείνη θα την άκουγε. Όχι όμως με οποιοδήποτε κόστος.

«Πρέπει να έχεις πάντα στο νου σου ότι αυτός ο άνθρωπος πιθανότατα δεν είναι σε μια κατάσταση που να αντιλαμβάνεται τι του συμβαίνει. Πρέπει, επομένως, να τον προστατεύσεις κάποιες φορές».

Το όριο, για εκείνη, είναι τελικά απλό ακριβώς επειδή είναι ανθρώπινο. «Όσο αντέχει και όσο θέλει ο άλλος».

Και κάθε φορά που κάποιος αποφασίζει να σου εμπιστευτεί την τελευταία στιγμή με έναν δικό του άνθρωπο, έναν φόβο, μια απώλεια, μια εικόνα που πιθανότατα θα τον ακολουθεί για όλη του τη ζωή, η δημοσιογραφική υποχρέωση αλλάζει βάρος.

«Σίγουρα είναι ευθύνη, είναι και τιμή σου, όμως, ταυτόχρονα να σου μιλάει κάποιος και να μοιράζεται τέτοια πράγματα μαζί σου».

Για τη Βαλέρια, αυτή η τιμή φέρνει μαζί της και μια υποχρέωση: να μεταφέρεις την ιστορία όσο πιο κοντά γίνεται σε εκείνο που πραγματικά σου εμπιστεύτηκε ο άνθρωπος απέναντί σου. «Χωρίς να την αλλοιώσεις. Χωρίς να προσθέσεις δράμα εκεί όπου υπάρχει ήδη περισσότερο από όσο μπορεί να αντέξει κανείς».

Μέσα σε όλο αυτό, υπήρχαν και στιγμές που αποκάλυπταν μια διαφορετική πλευρά της κοινωνίας γύρω τους. Στις επιχειρήσεις διάσωσης, για παράδειγμα, η ζωή ενός κατοικίδιου δεν αντιμετωπιζόταν ως κάτι δευτερεύον«Όταν ένα ζωάκι έβγαινε ζωντανό από τα ερείπια, η χαρά των ανθρώπων ήταν πραγματική, συλλογική, σχεδόν ίδια με εκείνη που συνόδευε κάθε επιτυχημένη διάσωση».

Κυρίως, όμως, αυτό που η ίδια θεωρεί ότι δεν πρόλαβε ίσως να αποτυπωθεί όσο θα έπρεπε στα διεθνή μέσα ήταν κάτι άλλο: η ενότητα.

Στο Κάλι, φορτηγά έφταναν διαρκώς από διαφορετικά σημεία της χώρας φορτωμένα με τρόφιμα και είδη πρώτης ανάγκης. Στην Περέιρα, η Βαλέρια θυμάται ένα φορτηγό που είχε ξεκινήσει από τη Μπογκοτά. Πίσω από την κίνηση αυτή βρίσκονταν παλιοί συμφοιτητές, οι οποίοι είχαν ξαναβρεθεί μέσω Facebook. «Συγκέντρωσαν εκατοντάδες κιλά πρώτων βοηθειών και τροφίμων και τα έστειλαν στους πληγέντες».

Την ίδια στιγμή, ένα μεγάλο γήπεδο στο Κάλι, όπου επρόκειτο να πραγματοποιηθεί φεστιβάλ, άλλαξε μέσα σε λίγες ώρες χρήση. Το φεστιβάλ ακυρώθηκε και ο χώρος μετατράπηκε σε κέντρο διαλογής και διανομής της βοήθειας.

Στους δρόμους, ο ένας βοηθούσε τον άλλον. Όσοι είχαν σπίτια που εξακολουθούσαν να είναι κατοικήσιμα άνοιγαν τις πόρτες τους σε όσους δεν είχαν πού να μείνουν. Οι γείτονες στήριζαν τους γείτονες. Και μέσα σε μια καταστροφή που θα μπορούσε να τους διαλύσει, εκείνοι έμοιαζαν να ανακαλύπτουν στην πράξη κάτι που, όπως έλεγαν, πίστευαν ανέκαθεν για τον εαυτό τους: ότι είναι ενωμένοι.

Μαζί με την ενότητα υπήρχε και κάτι ακόμη. Μια σχεδόν πεισματική βεβαιότητα ότι όλα θα ξαναχτιστούν.

«Ενώ εγώ θα σκεφτόμουν ότι όλα τελείωσαν, αυτοί ζούσαν το δράμα αλλά μου λέγανε “όταν θα ξανάρθεις, θα τα έχουμε φτιάξει”. Μου το είπαν πάρα πολλές φορές αυτό και τους υποσχέθηκα να ξαναπάω να τα δω φτιαγμένα».

Ίσως, τελικά, αυτή να είναι και η εικόνα που τής έμεινε περισσότερο από την Κολομβία. Όχι μία συγκεκριμένη λήψη, ούτε ένα μόνο πρόσωπο. Αλλά άνθρωποι που, ενώ ακόμη έψαχναν μέσα στα χαλάσματα, μιλούσαν ήδη για την επόμενη μέρα.

Εθελοντές σε χώρο συλλογής και διανομής βοήθειας, μετά τον σεισμό στην Κολομβία
Εθελοντές σε χώρο συλλογής και διανομής βοήθειας, μετά τον σεισμό στην Κολομβία Associated Press

Και υπάρχει και κάτι που η Βαλέρια έφερε μαζί της πίσω.

Ο ντόπιος οδηγός που συνόδευε το συνεργείο στις μετακινήσεις τούς έβαζε συχνά, όπως περιγράφει, παραδοσιακή κολομβιανή μουσική στη διαδρομή. Ήταν κι εκείνος ένας από τους ανθρώπους που είχαν επηρεαστεί από όσα είχαν συμβεί και, παρ’ όλα αυτά, περνούσε τις ημέρες του βοηθώντας τους ανθρώπους που είχαν πάει από την άλλη άκρη του κόσμου για να αφηγηθούν τη δική του καταστροφή.

Στο τέλος της αποστολής, της χάρισε ένα στικάκι. Μέσα είχε 15 ώρες παραδοσιακής κολομβιανής μουσικής. «Ό,τι πιο πολύτιμο δώρο θα μπορούσαν να μου κάνουν».

Κάπως έτσι, η Κολομβία που χώρεσε τελικά στις αποσκευές της δεν ήταν μόνο εκείνη των ερειπίων. Ήταν και οι άνθρωποι που περίμεναν, εκείνοι που μιλούσαν, εκείνοι που βοηθούσαν. Και μια υπόσχεση που έμεινε ανοιχτή: να επιστρέψει και να τα δει, όπως τής έλεγαν διαρκώς, ξανά φτιαγμένα.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα