ΕΙΔΑΜΕ ΣΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ ΤΗΝ ΟΡΕΣΤΕΙΑ ΤΟΥ SIMON STONE – ΚΑΙ Ο ΚΥΚΛΟΣ ΒΙΑΣ ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΚΛΕΙΝΕΙ
Αυτή η “Ορέστεια” είναι από τις παραστάσεις που ορίζουν τη θεατρική σεζόν της βρετανικής πρωτεύουσας. Και πολύ καλά κάνει. Η Μία Κόλλια ήταν εκεί.
Είχα κλείσει τις θέσεις καιρό προτού πάμε στο Λονδίνο. Με έναν μικρό δισταγμό γιατί είδα ότι το έργο θα ήταν τρεισήμισι ώρες! Ούτε στην Ελλάδα δεν το έχω τολμήσει… Αλλά εκεί όλα θα ήταν αλλιώς, εκεί θα το τολμούσα, εκεί θα ήταν μία νέα εμπειρία. Διάβασα ότι έχει δύο διαλείμματα των 20 λεπτών έκαστο.
Ντύθηκα, στολίστηκα και έφθασα στο Bridge Theatre, σχετικά νέο (μόλις 9 ετών). Ηταν μια πολύ φωτεινή ημέρα και θα έβλεπα τη μεσημεριανή παράσταση των 13:30. Με δυο λόγια έφθασα εκεί στη μία και έφυγα στις 5. Δεν έπεφτε ούτε καρφίτσα – καλός ο κόσμος, όπως συνηθίζουμε να λέμε. Μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι επιτρεπόταν το ποτό στην αίθουσα – πήρα κι εγώ το κρασάκι μου.
Πώς πέρασαν οι ώρες, καθόλου δεν το κατάλαβα. Το έργο κύλησε νεράκι, η δραματουργία (όπως θα το έθετε η Γεωργία Οικονόμου -αρκεί να ακούσετε ένα επεισόδιο Sold Οut, το αγαπημένο μας podcast για να αντιληφθείτε πόσο συχνά αναφέρεται στη λέξη και τη θεατρική της ουσία φυσικά) ήταν εξαιρετική, καμία κοιλιά, καταιγιστικός ρυθμός (χωρίς να σε κάνει να χάνεσαι γιατί δεν προλαβαίνεις), το συναίσθημα εκεί, παρόν, να σε ταρακουνάει διαρκώς.
ΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Το έργο, με αναφορές σε πολλά άλλα εκτός της κλασικής τριλογίας της Ορέστειας του Αισχύλου, έγραψε και σκηνοθέτησε ο Simon Stone. Πρωταγωνιστούν οι Mary-Louise Parker και David Morrissey και παίζουν οι Tom Glynn-Carney, Rosie Sheehy, Lloyd Hutchinson, John Macmillan, Archie Madekwe, Alyth Ross και η Rakhee Thakrar.
Τον θίασο συμπληρώνουν, ως αναπληρωματικοί ηθοποιοί, οι Seán Donegan, George Renshaw, Andy Umerah, Emily Waters και Kirsty Yates. Στη δημιουργική ομάδα συμμετέχουν η Lizzie Clachan στον σχεδιασμό σκηνικών, ο Nick Schlieper στους φωτισμούς, ο Peter Rice στον σχεδιασμό ήχου, η Emma White στα κοστούμια, η Katrina Rose στη μουσική και η Jessica Ronane CDG στη διανομή.
Τη σκηνοθεσία των σκηνών μάχης υπογράφει ο Sam Lyon-Behan, υπεύθυνος παραγωγής είναι ο Jim Leaver, βοηθός σκηνοθέτη ο Benedict Crosby, συνεργάτης στον σχεδιασμό φωτισμών ο Guy Jones, συντονιστής σκηνών οικειότητας ο David Thackeray, υπεύθυνη κοστουμιών η Anna Josephs, υπεύθυνη για περούκες, μαλλιά και μακιγιάζ η Suzanne Scotcher και υπεύθυνη φροντιστηρίου η Lily Mollgaard.
Η «Ορέστεια» είναι παραγωγή της London Theatre Company και του Wouter van Ransbeek.
ΤΟ ΕΡΓΟ
Παρότι ο συγγραφέας και σκηνοθέτης Simon Stone έχει δώσει στο έργο του τον τίτλο The Oresteia, διευκρινίζεται ότι πρόκειται για ένα δράμα «μετά τον Αισχύλο και άλλους». Ο Αισχύλος είναι αναγνωρίσιμος, ιδιαίτερα στο πρώτο από τα τρία μέρη, το πιο πιστό στο πρωτότυπο και συνάμα εξαιρετικά καθηλωτικό. Όμως εξίσου καθοριστικοί είναι και οι «άλλοι», καθώς στο έργο παρεισφρέουν πολλές αποχρώσεις της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, από την Αντιγόνη έως τη Μήδεια και ίσως ακόμη και τον Οιδίποδα Τύραννο.
Η θυσία της Ιφιγένειας από τον Αγαμέμνονα, η δολοφονία του στη συνέχεια από τη σύζυγό του, Κλυταιμνήστρα, και κατόπιν η δολοφονία της ίδιας από τον γιο τους, Ορέστη, που ζητά εκδίκηση, μεταφέρονται στη σύγχρονη ζωή μιας μητροπολιτικής οικογένειας. Υπάρχει ο Christopher (David Morrissey), ο οποίος διευθύνει μια εταιρεία τεχνολογίας, η σύζυγός του Montie (Mary-Louise Parker), μια δυναμική Αμερικανίδα, και τα παιδιά τους: ο Augie (Tom Glynn-Carney), η ατίθαση Isabel, που δεν εμφανίζεται επί σκηνής, και η δίδυμη αδελφή της, Alice (Rosie Sheehy).
Είναι τόσο προνομιούχοι, ώστε μιλούν για τη σαμπάνια Bollinger σαν να είναι κρασί για μαγείρεμα, ενώ ζουν σε ένα σπίτι με την απρόσωπη, εταιρική αισθητική μιας πολυτελούς ξενοδοχειακής αλυσίδας.
Στοιχεία από την Αντιγόνη διακρίνονται στη μορφή της Isabel, η οποία βασίζεται στην Ιφιγένεια, αλλά παρουσιάζεται λιγότερο ως αθώο θύμα και περισσότερο ως πολιτικά ανυπότακτη νεαρή γυναίκα που εξεγείρεται απέναντι στον πατριάρχη της οικογένειας. Η εταιρεία του πατέρα της έχει εμπλακεί στην πώληση στρατιωτικού εξοπλισμού σε χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ρωσία, ενώ βόμβες της έχουν πρόσφατα σκοτώσει μια ομάδα παιδιών – εδώ υπέθεσα πως ίσως αποτελεί μια αναφορά στο «Ήταν όλοι τους παιδιά μου» του Αρθουρ Μίλερ.
Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΗΣ ΒΙΑΣ
Η πιο εντυπωσιακή, ωστόσο, απόκλιση είναι ο κατακερματισμός της χρονολογικής σειράς του Αισχύλου. Στον δικό του κύκλο βίας, περνάμε μέσα από τις αιματηρές δολοφονίες και καταλήγουμε στις Ευμενίδες, όπου διατυπώνεται πλέον μια νέα ηθική και νομική τάξη. Εδώ, οι φόνοι αναφέρονται προτού δραματοποιηθούν, ενώ ένας ντετέκτιβ ακολουθεί τα ίχνη του Augie, της μορφής που αναλαμβάνει την εκδίκηση.
Η αφήγηση πηγαινοέρχεται στον χρόνο, από τη Βρετανία πριν από το Brexit και τις ημέρες της πανδημίας ως το σήμερα. Αυτή η αντίστροφη αφήγηση καταφέρνει, εντυπωσιακά, να διατηρεί την ένταση και το ενδιαφέρον ενώ γίνεται και απολύτως κατανοητό το στίγμα που θέλει να αφήσει στο σήμερα.
Υπάρχουν εξαιρετικές και με αυτοπεποίθηση διακειμενικές αναφορές για τους γνώστες του αρχαίου ελληνικού θεάτρου, όμως να επισημάνουμε πως τελικά δημιουργείται η αίσθηση μιας ιστορίας που πατάει πάνω σε μια άλλη ιστορία, ώσπου καταλήγει ενίοτε σε ένα παράξενο είδος αφηγηματικής αοριστίας, προχωρώντας ασταμάτητα προς τα εμπρός. Ο κύκλος βίας της οικογένειας επεκτείνεται ώστε να συμπεριλάβει και τον αντίστοιχο κύκλο της ίδιας της Βρετανίας: ένας Αγγλοσάξονας εμφανίζεται για να εκπροσωπήσει την ιστορική διαδοχή «εισβολής μετά την εισβολή». Γίνεται αναφορά σε σύγχρονους πολέμους -Αφγανιστάν, Ουκρανία, Συρία, Τσετσενία- αν και προκαλεί απορία η απουσία της σημερινής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Να μην παραλείψω να αναφερθώ στο εντυπωσιακό σκηνικό της Lizzie Clachan, όπου βλέπουμε την οικογένεια μέσα στο περιστρεφόμενο σπίτι της, με τα δωμάτια εκτεθειμένα και τις κρυφές πράξεις να αποκαλύπτονται. Πρόκειται για μια εξαιρετικά αποτελεσματική αξιοποίηση του χαρακτηριστικού «γυάλινου κουτιού» του Stone. Πόσο Άζαξ πρέπει να χρησιμοποιήθηκε για να λάμπουν τόσο τα γυαλιά που δεν πιστεύεις πως υπάρχουν μέχρι που κάποιος στηρίζεται πάνω τους!
Έφυγα ιδιαιτέρως ικανοποιημένη. Ικανοποιημένη από την όλη εμπειρία – αν και αυτή η λέξη της μόδας δεν μου αρέσει, αυτή τη φορά περιγράφει απολύτως το συναίσθημα. Περπάτησα μετά, πάνω από μία ώρα, όλη την Tower Bridge και ακόμη πιο πέρα. Σκεφτόμουν ποια στοιχεία με άγγιξαν περισσότερο, ποια λιγότερο, κάποιες υπερβολές, το γεγονός ότι ο Stone θέλησε να σκορπίσει τον βίαιο θάνατο κατ’ εξακολούθησιν και με στόμφο -δεν του χρειαζόταν-, το ότι μια Αμερικανίδα ηθοποιός πρωταγωνίστησε ανάμεσα σε Αγγλους με Αυστραλό σκηνοθέτη – κάτι λέει και αυτό- και ότι τελικά οι Αγγλοι τιμούν ωραία το θέατρο και από τη σκηνή και από τις θέσεις. Ο ενθουσιασμός στο τέλος και οι φωνές με εξέπληξαν. Α, και μόνο δύο φορές χειροκρότημα. Στη δεύτερη, καμαρίνι και σπίτι.
THE ORESTEIA
Bridge Theatre
3 Potters Fields Park SE1 2SG, London SE1 2SG