Ο Έλληνας ψυχολόγος που επέστρεψε από το Κονγκό και έζησε από κοντά τη μάχη με τον Έμπολα
Διαβάζεται σε 12'
Ο Δημήτρης Τριανταφύλλου μεταφέρει την εμπειρία του από μια κοινότητα που καλείται να διαχειριστεί τον φόβο, την απώλεια και τον θάνατο, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει μια εντυπωσιακή ανθεκτικότητα.
- 05 Σεπτεμβρίου 2026 08:40
Μόλις επέστρεψε από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, όπου εργάστηκε με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα ως υπεύθυνος ψυχικής υγείας, έχοντας βρεθεί στην πρώτη γραμμή της ψυχοκοινωνικής διαχείρισης της επιδημίας του Έμπολα. Ο Δημήτρης Τριανταφύλλου μεταφέρει την εμπειρία του από μια κοινότητα που καλείται να διαχειριστεί τον φόβο, την απώλεια και τον θάνατο, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει μια εντυπωσιακή ανθεκτικότητα.
«Κάθε ανάρρωση από τον Έμπολα γιορτάζεται σαν θαύμα και νίκη της ζωής και της ανθεκτικότητας των ανθρώπων», περιγράφει. Η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη και πιο θανατηφόρα επιδημία Έμπολα στην ιστορία της. Ο αριθμός των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων έχει πλέον ξεπεράσει τα 6.100, ενώ οι επιβεβαιωμένοι θάνατοι έχουν ξεπεράσει τους 2.900.
Ο φόβος ως πρώτη «φωνή» στις κοινότητες που πλήττονται από Έμπολα
«Ο φόβος είναι πάντα ένα πυρηνικό συναίσθημα που συνδέεται άμεσα με την επιβίωση. Μια εγγενής φωνή αυτοσυντήρησης του είδους. Οπότε, σε περιπτώσεις όπου το άτομο ή η συλλογικότητα νιώθει κίνδυνο ή απειλή για την υπόστασή της, όπως σε μία επιδημία, ο φόβος είναι η πρώτη “φωνή” που συναντούμε.
Δεδομένου, ωστόσο, του ότι οι κοινότητες είναι ζωντανά και δυναμικά συστήματα πολλών διαφορετικών φωνών που βρίσκονται σε διαρκή αλληλεπίδραση, αναδύονται, ή μάλλον συγκατασκευάζονται, σχεδόν ταυτόχρονα με τον φόβο και άλλες φωνές, όχι απαραίτητα όμως δύσκολες.
Η άρνηση είναι πάντα ένα συναίσθημα που συνοδεύει τον φόβο ως μέσο διαχείρισης της δυνητικής απώλειας ή του θανάτου. Η ενοχή, που επίσης είναι παρούσα, ιδίως σε ατομικό και οικογενειακό επίπεδο και κατά συνέπεια σε συλλογικό, είναι επίσης μια πολύ σημαντική φωνή, η οποία, αν και δύσκολη για το άτομο και τις κοινότητες, είναι απόδειξη της ύπαρξης της αίσθησης του ανήκειν για κάθε μέλος της κοινότητας και της αίσθησης ευθύνης απέναντι στους συνανθρώπους τους.
Αυτό ακριβώς το στοιχείο οδηγεί και στην, εξαρχής, ανάδυση των “φωνών” της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας, παράλληλα με τον φόβο, τον θυμό και την άρνηση, όπως είδαμε και συνεχίζουμε να βλέπουμε σε αυτή την επιδημία.»
Το «δεύτερο τραύμα» των επιζώντων
Μία επιδημία, όπως εξηγεί ο Δημήτρης Τριανταφύλλου, δεν περιορίζεται στις επιπτώσεις της ασθένειας. Επηρεάζει ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό, από το άτομο και την οικογένεια μέχρι την κοινότητα.
«Μία επιδημία διαρρηγνύει τον ιστό μίας κοινωνίας σε πολλά επίπεδα, κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά και ψυχολογικά. Αυτό εκφράζεται ψυχοκοινωνικά με στιγματισμό, αποκλεισμό και απομάκρυνση από την οικογένεια και τους κοντινούς ανθρώπους, που οδηγεί σε απομόνωση.
Αυτό, όπως αντιλαμβάνεστε, είναι μία τραυματική εμπειρία για τους/τις επιζήσαντες/επιζήσασες και τις οικογένειες των οποίων η συνοχή διαρρηγνύεται και η ψυχική διάρρηξη που προκαλεί, το λεγόμενο τραύμα, είναι κάτι που συνεχίζει να υπάρχει και μετά την ανάρρωση.
Ωστόσο, ο κοινωνικός αποκλεισμός και ο στιγματισμός λόγω φόβου, υπάρχει αλλά αφορά κυρίως την περίοδο της ασθένειας. Στον Έμπολα συγκεκριμένα, συναντούμε κάτι διαφορετικό μετά την ανάρρωση.
Οι άνθρωποι στο Κονγκό γίνονται κατά έναν τρόπο σύμβολα επιβίωσης και ανθεκτικότητας. Έκφραση αυτού αποτελεί αυτό που βιώσαμε άμεσα οι ίδιοι οι εργαζόμενοι στο πεδίο, οι επευφημίες και τα τραγούδια των εργαζομένων στην υγεία και της κοινότητας προς τιμήν των επιζήσαντων του Έμπολα.
Λόγω της ταχύτητας της εξάπλωσης της επιδημίας και των υψηλών ποσοστών θνησιμότητας, κάθε ανάρρωση γιορτάζεται σαν θαύμα και νίκη της ζωής και της ανθεκτικότητας των ανθρώπων.
Οπότε, η νίκη της ζωής απέναντι στον θάνατο είναι ένα στοιχείο που ενδυναμώνει το κάθε άτομο, την κάθε οικογένεια και ολόκληρη την κοινότητα και βοηθά στην ατομική και συλλογική διαχείριση του τραύματος, της ασθένειας και της απώλειας λόγω της επιδημίας.»
Η ψυχολογική υποστήριξη στην καρδιά μιας επιδημίας
Η ψυχολογική υποστήριξη, σημειώνει ο Δημήτρης Τριανταφύλλου, δεν αποτελεί μια συμπληρωματική υπηρεσία αλλά θεμελιώδες κομμάτι στην αντιμετώπιση μιας υγειονομικής κρίσης.
«Η ψυχολογική υποστήριξη βοηθά τα άτομα, τις οικογένειες και τις κοινότητες να διαχειριστούν την απώλεια, τις ραγδαίες μεταβολές που προκαλεί μια τέτοια υγειονομική κρίση στην καθημερινότητά τους, συμπεριλαμβανομένων του φόβου και της αβεβαιότητας που αυτές οι μεταβολές επιφέρουν, όπως τα αυστηρά μέτρα περιορισμού και η απομόνωση.
Βοηθάει επίσης στον περιορισμό του στίγματος καθώς και του πένθους. Επιπροσθέτως, προστατεύει τους επαγγελματίες υγείας από την εξάντληση, τη ματαίωση, τον φόβο μόλυνσης και το δευτερογενές τραύμα (το φαινόμενο κατά το οποίο οι ιστορίες των ασθενών, στις οποίες εκτίθενται καθημερινά οι εργαζόμενοι, έχουν σημαντικό ψυχοσυναισθηματικό αντίκτυπο στους ίδιους).»
Εικόνες που δεν ξεχνιούνται
Ανάμεσα στις εμπειρίες που έχουν μείνει πιο έντονα στη μνήμη του Δημήτρη είναι οι ιστορίες των Κονγκολέζων συναδέλφων του από τον πόλεμο, αλλά και οι καθημερινές εικόνες γυναικών που είχαν υποστεί σεξουαλική βία.
«Σκέφτομαι από τη μία τις συγκλονιστικές διηγήσεις των Κονγκολέζων συναδέλφων, κατά τη διάρκεια προσωπικών συζητήσεών μου μαζί τους, σχετικά με το πώς βίωσαν τον πόλεμο και τις ένοπλες επιθέσεις μέσα στην πόλη της Γκόμα (η μεγαλύτερη πόλη του Ανατολικού Κονγκό, η οποία πέρυσι καταλήφθηκε μετά από εμπόλεμες συγκρούσεις από τον στρατό του M23 της Ρουάντα και σήμερα βρίσκεται υπό την κατοχή τους). Ήταν για εκείνους μια εξαιρετικά τραυματική εμπειρία, από την τρομακτική καθημερινή έκθεση στις εκρήξεις και στα πυρά του πολέμου μέχρι τα αμέτρητα σώματα νεκρών συμπατριωτών τους που γέμιζαν τους δρόμους της πόλης την περίοδο εκείνη.
Από την άλλη μου έρχονται στο μυαλό καθημερινές στιγμές στο νοσοκομείο, στο Sake, όταν υποδεχόμασταν και δουλεύαμε με γυναίκες που είχαν υποστεί σεξουαλική βία ακόμα και πριν από λίγες ώρες και στέκονταν κουρασμένες, φοβισμένες και τραυματισμένες σωματικά και ψυχικά, αλλά πάντα με τα παιδιά τυλιγμένα στην πλάτη τους ή στην αγκαλιά τους, δίχως να στερούν, ακόμα και σε αυτή την κατάσταση, την τρυφερότητα και τη φροντίδα από αυτά. Και μετά το πέρας της συνεδρίας μας, φόρτωναν στην πλάτη μαζί με τα μωρά τους και τα υπάρχοντά τους και βάδιζαν κουρασμένες αλλά όρθιες, με μία ήρεμη θλίψη στα μάτια. Ασύλληπτη δύναμη και ανθεκτικότητα.»
Πώς προστατεύονται οι επαγγελματίες υγείας
Στην πρώτη γραμμή της κρίσης βρίσκονται και οι ίδιοι οι επαγγελματίες υγείας, οι οποίοι καλούνται να διαχειριστούν όχι μόνο τον φόρτο εργασίας, αλλά τον φόβο και το δικό τους τραύμα.
«Οι επαγγελματίες υγείας που εργάζονται στο πεδίο, και ιδίως στην πρώτη γραμμή, πολύ συχνά διακατέχονται από υπερβολικό φόρτο εργασίας που εκφράζεται με πολύωρες βάρδιες και ενίοτε εργασία πάνω από 5 μέρες την εβδομάδα.
Παράλληλα υπάρχει το συναίσθημα του φόβου της μόλυνσης, καθώς και το συναίσθημα της ενοχικότητας του θεραπευτή που αδυνατεί να βοηθήσει ή να προσφέρει τις υπηρεσίες του και τη φροντίδα που θεωρεί πως χρειάζονται οι θεραπευόμενοί του λόγω παραγόντων που είναι πέραν του ελέγχου του.
Πρακτικοί τρόποι αυτοπροστασίας απέναντι στους παραπάνω επιβαρυντικούς παράγοντες είναι καταρχάς η επαρκής σωματική και ψυχική ξεκούραση και αποφόρτιση, η οποία προϋποθέτει οριοθέτηση μεταξύ του χρόνου εργασίας και της προσωπικής ζωής.
Δεύτερον, είναι ιδιαίτερα σημαντική η εγκαθίδρυση ενός συστήματος αλληλοϋποστήριξης και εσωτερικής εποπτείας μεταξύ συναδέλφων που θα ενθαρρύνει το μοίρασμα και την αποφόρτιση.
Τρίτον, και πολύ σημαντικό, είναι η ύπαρξη ψυχολόγου για το προσωπικό στον χώρο εργασίας που θα παρέχει ψυχοκοινωνική υποστήριξη στους εργαζόμενους.»
Μπορεί μια κοινότητα να συνηθίσει τον φόβο;
Απέναντι στη διαδοχή κρίσεων, ο Δημήτρης απορρίπτει την ιδέα ότι ο φόβος μπορεί απλώς να γίνει μια μόνιμη «κανονικότητα».
«Ξέρετε, μια κοινότητα δεν είναι κάτι στάσιμο. Η κοινότητα είναι ένα απέραντα πολύπλοκο σύστημα πολλών διαφορετικών φωνών που διαρκώς αλληλο-εμπλέκονται και συμμετέχουν σε μια δημιουργική διαδικασία συγκατασκευής εννοιών, εθίμων, τελετουργικών, διαλέκτων και, κατά συνέπεια, ποικίλων μηχανισμών αυτορρύθμισης και αυτοσυντήρησης.
Οι μηχανισμοί αυτοί περιλαμβάνουν μορφώματα και δράσεις ευαισθητοποίησης, συνεργατικότητας, αλληλεγγύης και αλληλο-υποστήριξης με πρωτοβουλία της ίδιας της κοινότητας και των τοπικών ηγετών της (συχνά και σε συνεργασία με εξωτερικούς οργανισμούς όπως οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα).
Συνεπώς, ως μία συναρμογή ανθρώπων που μοιράζεται κοινά ήθη και έθιμα, κοινές αξίες, τόπο και καθορίζεται από τη διαρκή μεταξύ τους αλληλεπίδραση, κάθε κοινότητα έχει μια αυτορυθμιστική δυνατότητα η οποία επιτρέπει συλλογικά την επεξεργασία και τον μεταβολισμό τόσο του τραύματος όσο και του φόβου ή/και της απώλειας.
Συνεπώς… δεν μπορεί ο φόβος να αποτελέσει μόνιμη συνθήκη που “συνηθίζεται” παρά μόνο ίσως αν δεν υφίσταται πολυφωνία και κατά συνέπεια αυτο-ρύθμιση.
Ένα παράδειγμα των αυτορυθμιστικών δυνατοτήτων της κοινότητας εντοπίζεται στο ίδιο το Ανατολικό Κονγκό, το οποίο, παρά το γεγονός πως τα τελευταία 100 χρόνια δεν έχει γνωρίσει ούτε μία μέρα δίχως πόλεμο ή ένοπλες συγκρούσεις, ο φόβος δεν είναι το πρωτεύον συναίσθημα, αλλά στις καθημερινές συζητήσεις, η αισιοδοξία για ένα καλύτερο μέλλον χωρίς πόλεμο είναι πάντα παρούσα.»
Η προσωπική αποφόρτιση του ψυχολόγου
Και ο ίδιος, ως επαγγελματίας ψυχικής υγείας που έρχεται καθημερινά αντιμέτωπος με ιστορίες τραύματος και απώλειας, χρειάζεται να προστατεύει τον προσωπικό του χώρο.
«Πάντα υπάρχει χώρος και χρόνος για προσωπική αποφόρτιση, όσο υπάρχει η αρμόζουσα οριοθέτηση μεταξύ δουλειάς και προσωπικής ζωής, το οποίο βέβαια δεν είναι εύκολο πάντα, αναλόγως του ατόμου και του πλαισίου.
Ωστόσο, αν αυτό είναι εφικτό σε επισφαλή, δύσκολα πλαίσια όπως αυτά στα οποία εργαζόμαστε, στις αποστολές που πηγαίνουμε, τότε επιβάλλεται σε όλα τα εργασιακά πλαίσια για την ψυχική ευημερία και υγεία των εργαζομένων.
Σαν ψυχολόγος, πάντα οριοθετώ την εργασία μου και προστατεύω τον προσωπικό μου χρόνο γιατί μέσω αυτού αποφορτίζομαι.
Πιο συγκεκριμένα, είναι δύο οι βασικοί πυλώνες της διαχείρισης των ιστοριών στις οποίες εκτίθεμαι καθημερινά: πρώτον, οι προσωπικές μου δραστηριότητες στην καθημερινή μου ζωή, εκτός δουλειάς, οι οποίες πέραν αγαπημένων μου συνηθειών περιλαμβάνουν πολύτιμες στιγμές και μοίρασμα με δικούς μου ανθρώπους. Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό για να “μεταβολίζω” τις πληροφορίες που προσλαμβάνω στη δουλειά.
Δεύτερον, το ασύγκριτο πραγματικά συναίσθημα που βιώνω βλέποντας έναν επιζήσαντα ή μία επιζήσασα να αναδύεται μέσα από τον πόνο και την απώλεια και να στέκονται ξανά στα πόδια τους. Είναι αέναη πηγή δύναμης και κινητοποίησης για μένα και μου θυμίζει διαρκώς για ποιο λόγο εργάζομαι σε αυτό το χώρο.»
Η εικόνα του Κονγκό που μένει χαραγμένη
Και όταν καλείται να ξεχωρίσει μία εικόνα από τις χιλιάδες που έχει δει, επιστρέφει στις γυναίκες του Κονγκό.
«Ανάμεσα στις χιλιάδες συγκλονιστικές εικόνες που εντυπώθηκαν μέσα μου, μία αναδύεται, κάθε φορά που σκέφτομαι το Κονγκό: η εικόνα πολλών γυναικών, οι οποίες περπατώντας σε κακοτράχαλους, λασπωμένους δρόμους για δεκάδες χιλιόμετρα, κουβαλούν τα μωρά τους και συνάμα στις πλάτες τους, δοκάρια, ξύλα, κορμούς, σακιά, σπίτια ολόκληρα… στις πλάτες και στα κεφάλια τους… μόνες τους.
Η ανθεκτικότητα των Κονγκολέζων, ανδρών και γυναικών, με συγκλονίζει πάντα και θεωρώ πως ο Δυτικός πολιτισμός έχει να μάθει πολλά από αυτούς τους ανθρώπους και τον πολιτισμό τους.
Αλλά, νομίζω πως κανείς δεν μπορεί να αντιληφθεί πραγματικά, την υπεράνθρωπη ανθεκτικότητα και δύναμη της γυναίκας αν δεν βιώσει και δεν δει με τα μάτια του την καθημερινότητα των Κονγκολέζων γυναικών.
Αναδύονταν σχεδόν πάντα μέσα από τη σεξουαλική βία, την κακοποίηση, τον στιγματισμό και τις κακουχίες, αν και μόνες, πιο δυνατές.
Μου θύμισε πως η γυναίκα είναι το πιο ανθεκτικό πλάσμα που έχει βγάλει η φύση…»
Ο Δημήτρης Τριανταφύλλου είναι κλινικός ψυχολόγος / ψυχοθεραπευτής. Δουλεύει περίπου 10 χρόνια στον ανθρωπιστικό χώρο, εκ των οποίων τα 4 με τους Γιατρούς χωρίς Σύνορα. Έχει εργαστεί ως κλινικός ψυχολόγος υποστηρίζοντας προσφυγικούς πληθυσμούς σε διαφορετικά πλαίσια συμπεριλαμβανομένης της Αττικής, της Θεσσαλονίκης και της Λέσβου, και έχει εργαστεί ως ψυχολόγος προσωπικού για την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ασύλου.
Έχει συνεργαστεί με τους Γιατρούς Xωρίς Σύνορα ως κλινικός ψυχολόγος και υπεύθυνος ψυχικής υγείας σε αποστολές στο εξωτερικό, όπως η Ουκρανία και η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό από την οποία επέστρεψε πρόσφατα όπου δούλευε με επιζήσασες σεξουαλικής βίας, καθώς και στην ψυχοκοινωνική εκπαίδευση σχετικά με την διαχείριση των ψυχοκοινωνικών επιπτώσεων της επιδημίας του Ebola στην καθημερινότητα του ντόπιου πληθυσμού.