Κρατικό credit score: Η πιστοληπτική βαθμολόγηση των πολιτών από τον αλγόριθμο

Διαβάζεται σε 12'
Πιστοληπτική ικανότητα
Πιστοληπτική ικανότητα iStock

Ο δικηγόρος Λάμπρος Κώττης γράφει για το “κρατικό credit score” που μπαίνει στη ζωή μας. Πώς λειτουργεί το σύστημα και ποια δικαιώματα έχει ο πολίτης “απέναντι στον αλγόριθμο”.

Το έχουμε δει σε ταινίες και σειρές. Κωμικές και τραγικές. Ρεαλιστικές και δυστοπικές. Ένας αριθμός , προϊόν επεξεργασίας ενός συστήματος κατατάσσει το φυσικό πρόσωπο σε βαθμίδες αξιοπιστίας. Αξιολογεί , δηλαδή, και προβλέπει βάσει της επεξεργασίας δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς του πόσο αξιόχρεο είναι το φυσικό πρόσωπο.

Και αυτός ο αριθμός μπορεί να επηρεάσει μια απόφαση: λήψη δανείου, πρόσβαση σε χρηματοδότηση, λήψη πιστωτικής κάρτας ή τους ίδιους τους όρους υπό τους οποίους ένας άνθρωπος έχει πρόσβαση σε οικονομικές υπηρεσίες.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής διάφορες μορφές πιστοληπτικής βαθμολόγησης υπήρχαν ήδη από τη δεκαετία του 1950. Το 1989 δημιουργήθηκε από την Fair Isaac Corporation το FICO Score , ένα από τα πιο διαδεδομένα συστήματα μέχρι και σήμερα. To FICO Score κυμαίνεται συνήθως από 300 έως 850, με την υψηλότερη βαθμολογία να σημαίνει χαμηλότερο κίνδυνο για τον δανειστή. Η βαθμολογία υπολογίζεται με βάση πληροφορίες που περιλαμβάνονται στο πιστωτικό ιστορικό του καταναλωτή.

Με απλά λόγια: ένας άνθρωπος με υψηλό score είναι πιθανό να μπορεί να πληρώσει βάσει του ιστορικού του. Ένα πρόσωπο με «βαθμό» 700 θεωρείται πιο αξιόχρεο από ένα πρόσωπο με «βαθμό» 400. Συνεπώς η πρόσβασή του σε οικονομικές παροχές θα γίνεται υπό άλλους όρους.

Στην Ελλάδα, ο Τειρεσίας Α.Ε. λειτουργούσε ήδη ως ιδιωτικός φορέας παροχής πληροφοριών πιστοληπτικής αξιολόγησης. Η κατάσταση αλλάζει. Από τον Ιούλιο του 2026, η ΚΥΑ 117113 ΕΞ 2026 (ΦΕΚ Β’ 4422/20.07.2026) σε συνδυασμό με την Απόφαση 117786 ΕΞ 2026, εξειδίκευσαν το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο, παρουσιάζοντας ένα «διευρυμένο» και διασυνδεδεμένο κρατικό σύστημα πιστοληπτικής βαθμολόγησης των πολιτών.

Τι ακριβώς κάνει το credit scoring

Η πιστοληπτική βαθμολόγηση δεν περιορίζεται στην καταγραφή του αν ένα πρόσωπο έχει σήμερα χρέη. Για να σχηματιστεί η οικονομική του εικόνα, το σύστημα μπορεί να αξιοποιεί ένα ευρύ φάσμα δεδομένων.

Από την ΑΑΔΕ, για παράδειγμα, μπορούν να προέρχονται στοιχεία από τις δηλώσεις εισοδήματος, την περιουσιακή κατάσταση και τον ΕΝΦΙΑ, καθώς και πληροφορίες για βεβαιωμένες οφειλές, πληρωμές, ρυθμίσεις και μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης. Στην εικόνα προστίθενται στοιχεία για ασφαλιστικές οφειλές από το ΚΕΑΟ, αλλά και πληροφορίες για πτωχεύσεις και πλειστηριασμούς από το Ηλεκτρονικό Μητρώο Φερεγγυότητας.

Παράλληλα, η ενοποιημένη βαθμολόγηση συνδυάζει την αξιολόγηση ως προς τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο με πληροφορίες από τους φορείς πιστοληπτικής αξιολόγησης του ιδιωτικού τομέα. Εκεί μπορεί να λαμβάνονται υπόψη πιθανές οφειλές και η συμπεριφορά του προσώπου ως προς την αποπληρωμή τους. Στόχος είναι να εκτιμηθεί η πιθανότητα αθέτησης των οικονομικών υποχρεώσεων, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την εικόνα των οφειλών προς το Δημόσιο όσο και τις πληροφορίες από τον ιδιωτικό τομέα.

Πώς λειτουργεί το σύστημα στην πράξη;

Η διαδικασία ξεκινά όταν το φυσικό πρόσωπο εισέρχεται στο σύστημα της ΓΓΧΤΔΙΧ και αιτείται την ενοποιημένη πιστοληπτική βαθμολόγησή του. Με τη ρητή συγκατάθεσή του, το σύστημα λαμβάνει την πιστοληπτική βαθμολόγηση που αφορά τις υποχρεώσεις του προς το Δημόσιο, αλλά και πληροφορίες από τους φορείς πιστοληπτικής αξιολόγησης του ιδιωτικού τομέα. Οι επιμέρους αξιολογήσεις συνδυάζονται και προκύπτει η πιθανότητα αθέτησης υποχρεώσεων σε ενοποιημένη βάση.

Η πιθανότητα αυτή αποτυπώνεται τελικά σε βαθμίδα πιστοληπτικού κινδύνου. Το αποτέλεσμα της συνδυαστικής επεξεργασίας γίνεται ένας βαθμός.

Για τα φυσικά πρόσωπα προβλέπονται έξι βαθμίδες: Α, Α-, Β, Β-, C και D, από την εξαιρετική έως την εξαιρετικά χαμηλή πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητα. Το αποτέλεσμα εμφανίζεται ηλεκτρονικά μαζί με την κλίμακα και την επεξήγησή της και η σχετική ενημέρωση ισχύει για τρεις μήνες.

Η ΚΥΑ προβλέπει ακόμη ότι ο αλγόριθμος θα υποβάλλεται σε επισκόπηση και διαγνωστικούς ελέγχους σε ετήσια βάση και, εφόσον απαιτείται, θα επανεκπαιδεύεται με βάση και πρόσφατα δεδομένα.

Το ενδιαφέρον – και ίσως το πιο κρίσιμο – είναι ότι το σύστημα δεν κοιτάζει μόνο το παρόν. Με βάση τα οικονομικά δεδομένα και τις πληροφορίες που συγκεντρώνει, επιχειρεί να εκτιμήσει πόσο πιθανό θεωρείται ότι ένα πρόσωπο θα αθετήσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις.

Το αποτέλεσμα, λοιπόν, προκύπτει. Οι συνέπειες, όμως, του αποτελέσματος – ή, διαφορετικά, ο βαθμός επιρροής που θα ασκεί στη ζωή του ανθρώπου – είναι το κρίσιμο σημείο προς συζήτηση.

Είναι πράγματι ελεύθερη η συγκατάθεση;

Η επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων σχετικά με τις οφειλές του φυσικού προσώπου από το αλγοριθμικό σύστημα συνιστά επεξεργασία προσωπικών δεδομένων και ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ) τίθεται σε εφαρμογή. Ο ΓΚΠΔ απαιτεί η συγκατάθεση να παρέχεται ελεύθερα και να μπορεί να ανακληθεί χωρίς δυσμενείς συνέπειες.

Ελεύθερη είναι δε η συγκατάθεση όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει αληθινή ή ελεύθερη επιλογή ή είναι σε θέση να αρνηθεί ή να αποσύρει τη συγκατάθεση χωρίς να ζημιωθεί.

Σύμφωνα με το νόμο, για τη χορήγηση της πιστοληπτικής βαθμολόγησης σε φορέα του ιδιωτικού τομέα απαιτείται ρητή, ειδική και διακριτή συγκατάθεση του ενδιαφερομένου για κάθε αίτημα.

Εγείρεται, λοιπόν, το ερώτημα του τι συμβαίνει αν η κοινοποίηση του score καταστεί στην πράξη απαραίτητη για σημαντικές συναλλαγές. Αν, για παράδειγμα, η άρνηση ενός πολίτη να διαθέσει το πιστοποιητικό της ενοποιημένης πιστοληπτικής του βαθμολόγησης έχει ως συνέπεια να μην μπορεί να λάβει χρηματοδότηση, πόσο ελεύθερη είναι, στην πραγματικότητα, η συγκατάθεσή του;

Φυσικά πρόσωπα και αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων

Αρκεί κανείς να φανταστεί μια δυστοπία: μια κοινωνία στην οποία η πρόσβαση σε ένα νοσοκομείο, η έγκριση μιας θεραπείας, η εισαγωγή σε ένα πανεπιστήμιο, η πρόσληψη σε μια δουλειά, ή ακόμη και το αν ένας άνθρωπος δικαιούται μια κοινωνική παροχή κρίνεται από έναν αλγόριθμο. Έναν αριθμό ή ένα γράμμα που έχει υπολογίσει ένα αλγοριθμικό σύστημα, με βάση τα δεδομένα που διαθέτει για τον πολίτη.

Ο προβληματισμός είναι -τουλάχιστον- δικαιολογημένος.

Απαιτούνται λοιπόν, σημαντικά εχέγγυα.

Κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να υπόκειται σε απόφαση που λαμβάνεται αποκλειστικά βάσει αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, χωρίς τη δυνατότητα να γνωρίζει τι συνέβη, να αντιληφθεί, ακόμη και να αμφισβητήσει το αποτέλεσμα.

Αυτό, φυσικά, δεν είναι μονάχα μια ιδεολογική τοποθέτηση. Αποτελεί ευρωπαϊκή νομοθετική πραγματικότητα και κατοχυρωμένο δικαίωμα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η νομοθετική κατεύθυνση του Κανονισμού είναι εναργής : απέναντι στην αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων ο Ευρωπαίος νομοθέτης επιλέγει την ανθρώπινη κρίση.

Το άρθρο 22 του ΓΚΠΔ προβλέπει κατ’ αρχήν ότι το υποκείμενο των δεδομένων έχει το δικαίωμα να μην υπόκειται σε απόφαση που λαμβάνεται αποκλειστικά βάσει αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, συμπεριλαμβανομένης της κατάρτισης προφίλ, η οποία παράγει έννομα αποτελέσματα που το αφορούν ή το επηρεάζει σημαντικά με παρόμοιο τρόπο.

Η προστασία αυτή, βέβαια, δεν είναι απόλυτη. Ο ίδιος ο Κανονισμός προβλέπει συγκεκριμένες εξαιρέσεις. Ακόμη όμως και στις περιπτώσεις αυτές, δεν αφήνει το φυσικό πρόσωπο απροστάτευτο. Προβλέπει κατάλληλες δικλείδες ασφαλείας, ώστε να ενισχύσει τη θέση του ανθρώπου απέναντι στο αλγοριθμικό αποτέλεσμα.

Ο Ευρωπαίος νομοθέτης αναγνωρίζει , λοιπόν, ρητά μια ιδιαίτερα κρίσιμη στιγμή και τη ρυθμίζει. Τη στιγμή που η τεχνολογία παύει να αποτελεί απλό εργαλείο επεξεργασίας δεδομένων και μετατρέπεται σε εξουσία πάνω στην ανθρώπινη ζωή. Διότι ένας αυτοματοποιημένος υπολογισμός μπορεί να εκτιμήσει και να προβλέψει την οικονομική συμπεριφορά μας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι επιρροή θα έχει μετέπειτα η πρόβλεψη αυτή στην πρόσβαση του ανθρώπου σε οικονομικές παροχές.

Το ζήτημα έχει αναλυθεί πρακτικά από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση SCHUFA. Τον Δεκέμβριο του 2023, το ΔΕΕ κλήθηκε να εξετάσει μια υπόθεση που μοιάζει εντυπωσιακά με την νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται σήμερα ενώπιον της ελληνικής κοινωνίας.

Η γερμανική SCHUFA, εταιρεία παροχής πληροφοριών πιστοληπτικής ικανότητας, υπολόγιζε για φυσικά πρόσωπα μια πιθανότητα αθέτησης των μελλοντικών οικονομικών τους υποχρεώσεων. Έναν αριθμό, δηλαδή, που αποτύπωνε την εκτίμηση του συστήματος για το πόσο πιθανό ήταν ένα πρόσωπο να μην ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις.

Το ενδιαφέρον, όμως, δεν ήταν απλώς ότι η SCHUFA παρήγαγε έναν αριθμό.

Το ζήτημα ήταν τι συνέβαινε μετά.

Ο αριθμός διαβιβαζόταν σε τρίτους, όπως πιστωτικά ιδρύματα, οι οποίοι τον χρησιμοποιούσαν για να αποφασίσουν εάν θα συνάψουν ή όχι μια σύμβαση με το συγκεκριμένο πρόσωπο. Στην πράξη, λοιπόν, η αλγοριθμική αξιολόγηση μπορούσε να αποκτήσει καθοριστική επιρροή στην πρόσβαση (ή μη) ενός ανθρώπου σε πίστωση.

Το Δικαστήριο, λοιπόν, έκρινε ότι, υπό τις συγκεκριμένες προϋποθέσεις, η αυτοματοποιημένη παραγωγή ενός αποτελέσματος, δηλαδή μιας τέτοιας πιθανότητας αθέτησης μπορεί να αποτελεί «αυτοματοποιημένη απόφαση», όταν ο τρίτος στον οποίο διαβιβάζεται η βαθμολογία βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε αυτήν για τη λήψη μιας απόφασης που παράγει έννομα αποτελέσματα ή σημαντικές συνέπειες για το πρόσωπο.

Το Δικαστήριο έθεσε, λοιπόν, μια διάσταση η οποία πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη στον διάλογο ενόψει της εφαρμογής του συστήματος πιστοληπτικής βαθμολόγησης στη χώρα. Κάθε αλγοριθμική αξιολόγηση δεν αποτελεί αυτοματοποιημένη απόφαση για τον πολίτη. Κρίσιμη είναι όμως η δύναμη που αποκτά το αποτέλεσμα του αλγορίθμου όταν χρησιμοποιείται για να ληφθεί η τελική απόφαση για τον άνθρωπο.

Όταν το αποτέλεσμα ενός αλγορίθμου είναι ικανό από μόνο του να αποφασίσει για την ανθρώπινη ζωή, υπάρχει πρόβλημα. Όχι μόνο σε επίπεδο νομικής συμμόρφωσης.

Τα δικαιώματα των φυσικών προσώπων απέναντι στην αλγοριθμική αξιολόγηση: « Γιατί είμαι C;»

Και εδώ επιστρέφουμε στο ελληνικό σύστημα.

Ποια είναι, λοιπόν, τα δικαιώματα του ανθρώπου απέναντι στον αλγόριθμο;

Πρώτα απ’ όλα, το δικαίωμα να γνωρίζει.

Σύμφωνα με τον Κανονισμό ο πολίτης έχει δικαίωμα να λαμβάνει ενημέρωση για την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων του , ποια δεδομένα του επεξεργάζονται, πως και γιατί αυτά χρησιμοποιούνται, να έχει πρόσβαση στα δεδομένα του, να ζητά τη διόρθωση των προσωπικών δεδομένων του, τον περιορισμό της επεξεργασίας τους και, όταν συντρέχουν οι προυποθέσεις, ακόμη και τη διαγραφή τους.

Στην περίπτωση του credit score αυτά δεν είναι θεωρητικά δικαιώματα. Αν ένα οικονομικό δεδομένο είναι λανθασμένο ή μη επικαιροποιημένο , μπορεί να οδηγήσει σε μια λανθασμένη αξιολόγηση του ατόμου. Και μια λανθασμένη αξιολόγηση μπορεί να επιφέρει πραγματικές συνέπειες στη ζωή του.

Υπάρχει , όμως , και δεύτερο επίπεδο προστασίας.

Όταν μια απόφαση που αφορά ένα φυσικό πρόσωπο λαμβάνεται αποκλειστικά με αυτοματοποιημένο τρόπο και παράγει έννομα αποτελέσματα ή το επηρεάζει σημαντικά με παρόμοιο τρόπο, το άρθρο 22 ΓΚΠΔ του αναγνωρίζει, κατ’ αρχήν, το δικαίωμα να μην υπόκειται σε μια τέτοια απόφαση.

Και όπου εφαρμόζονται οι προβλεπόμενες από τον Κανονισμό εξαιρέσεις, ο άνθρωπος δεν χάνεται μέσα στον αλγόριθμο. Έχει, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 22 ΓΚΠΔ, τα εξής δικαιώματα :

-να ζητήσει ανθρώπινη παρέμβαση,

-να εκφράσει την άποψή του και

-να αμφισβητήσει την απόφαση.

Υπάρχει, όμως, μια διάσταση του δικαιώματος της πρόσβασης που αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν ένας αλγόριθμος αξιολογεί τον άνθρωπο: το δικαίωμα του ατόμου να «καταλάβει» πως ένα αλγοριθμικό σύστημα κατέληξε σε ένα αποτέλεσμα.

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις υποθέσεις SCHUFA και στην πιο πρόσφατη Dun & Bradstreet Austria, ερμήνευσε αυτό το δικαίωμα, τονίζοντας τη σημαντικότητά του.

Το φυσικό πρόσωπο μπορεί να λάβει ουσιαστικές πληροφορίες για τη λογική που χρησιμοποιείται στην αυτοματοποιημένη επεξεργασία, αλλά και για τη σημασία και τις προβλεπόμενες συνέπειές της.

Δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος δικαιούται να ανοίξει τον αλγόριθμο και να διαβάσει τον κώδικά του. Δεν χρειάζεται να γνωρίζει τις μαθηματικές πράξεις που πραγματοποιούνται μέσα στο σύστημα. Χρειάζεται, όμως, να μπορεί να καταλάβει τι οδήγησε το σύστημα στο αποτέλεσμα που τον αφορά, ποια ήταν η λογική πίσω από το αλγοριθμικό αποτέλεσμα.

Στην περίπτωση του credit score δε τα ερωτήματα είναι σημαντικά: Ποια δεδομένα χρησιμοποιήθηκαν; Ήταν σωστά και επικαιροποιημένα; Πώς επηρέασαν την αξιολόγηση; Ποια ήταν η λογική της επεξεργασίας; Γιατί το αποτέλεσμα ήταν αυτό και όχι άλλο; Και τι σημαίνει τελικά αυτός ο αριθμός ή αυτή η βαθμίδα για τον ίδιο;

Στην ερώτηση , λοιπόν , του πολίτη: «Γιατί είμαι C;», η διαφάνεια που απαιτεί ο ΓΚΠΔ δεν εξαντλείται στο να του απαντήσει κάποιος «επειδή έτσι υπολόγισε ο αλγόριθμος». Πρέπει, υπό τις προϋποθέσεις του Κανονισμού, να του δοθούν ουσιαστικές πληροφορίες για τη λογική της επεξεργασίας, τη σημασία του αποτελέσματος και τις προβλεπόμενες συνέπειές του, με τρόπο που να μπορεί να κατανοήσει.

Πώς μπορεί, όμως, ο πολίτης να ασκήσει στην πράξη τα δικαιώματά του;

Ο πολίτης μπορεί να απευθυνθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας και να ασκήσει τα δικαιώματά του χωρίς να απαιτούνται ιδιαίτερες νομικές διατυπώσεις. Μπορεί να ζητήσει πρόσβαση στα προσωπικά δεδομένα που τον αφορούν, να ζητήσει τη διόρθωση ανακριβών ή μη επικαιροποιημένων στοιχείων και, όπου προβλέπεται, τον περιορισμό ή τη διαγραφή της επεξεργασίας. Μπορεί επίσης να ζητήσει ουσιαστικές πληροφορίες σχετικά με τη λογική της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας, τη σημασία του αποτελέσματος και τις προβλεπόμενες συνέπειές του.

Ο Κανονισμός, μάλιστα, προβλέπει συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο για την ανταπόκριση του υπευθύνου επεξεργασίας. Κατά κανόνα, το αίτημα του πολίτη πρέπει να απαντηθεί εντός ενός μήνα από την παραλαβή του. Η προθεσμία μπορεί, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να παραταθεί για ακόμη δύο μήνες, λαμβανομένων υπόψη της πολυπλοκότητας του αιτήματος και του αριθμού των αιτημάτων. Σε κάθε περίπτωση, ο πολίτης πρέπει να ενημερωθεί για την παράταση και τους λόγους της.

Εάν θεωρεί ότι τα δικαιώματά του δεν έγιναν σεβαστά ή ότι το αίτημά του δεν αντιμετωπίστηκε σύμφωνα με τον ΓΚΠΔ, μπορεί να απευθυνθεί στην Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) και να υποβάλει καταγγελία.

Η εισαγωγή αλγοριθμικών συστημάτων στην οικονομική ζωή δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος πρέπει να παραδώσει τον έλεγχο σε μια μηχανή. Το διακύβευμα είναι η δημιουργία των προϋποθέσεων ώστε ο άνθρωπος να μπορεί να καταλάβει πώς λειτουργεί το σύστημα, να γνωρίζει ποια δεδομένα χρησιμοποιεί, να αμφισβητεί ένα αποτέλεσμα όταν υπάρχει λόγος και, όπου απαιτείται, να ζητά την παρέμβαση ενός ανθρώπου.

Ο αλγόριθμος μπορεί να υπολογίζει. Μπορεί να αξιολογεί. Μπορεί να προβλέπει. Αυτό που δεν πρέπει να μπορεί να κάνει είναι να γίνεται ένα μαύρο κουτί απέναντι στον άνθρωπο, όταν το αποτέλεσμα που παράγει μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του.

Ο Λάμπρος Κώττης είναι δικηγόρος (Νομική ΑΠΘ) με μεταπτυχιακές σπουδές και ασχολείται με ζητήματα Δικαίου και νέων τεχνολογιών και προστασίας προσωπικών δεδομένων. Κάνει το podcast “Λάθος Στροφή Πήραμε” στο οποίο μιλάει για οτιδήποτε τον απασχολεί.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα