OASIS: ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΚΑΤΕΓΡΑΨΑΝ ΤΗΝ ΕΠΑΝΕΝΩΣΗ ΤΩΝ ΛΙΑΜ ΚΑΙ ΝΟΕΛ ΓΚΑΛΑΧΕΡ ΜΙΛΟΥΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟ NEWS24/7
Οι σκηνοθέτες Γουίλ Λάβλεϊς και Ντίλαν Σάουδερν εξηγούν στο Magazine από το φεστιβάλ Βενετίας πώς ήταν να γίνονται μάρτυρες στην επανένωση των Oasis, για τις ανάγκες του ντοκιμαντέρ “Oasis: Don’t Look Back in Anger” που κυκλοφορεί σύντομα στις ελληνικές αίθουσες.
Πώς είναι να βρίσκεσαι μπροστά στην πιο πολυσυζητημένη επανένωση της σύγχρονης ροκ ιστορίας; Τα αδέρφια Γκάλαχερ, οι θρυλικοί Oasis που σημάδεψαν γενιές μουσικόφιλων, αποτελούν και δύο συναρπαστικές περσόνες κι αυτό σίγουρα συνεισφέρει στον μύθο τους.
Άφοβοι, ευέξαπτοι, αυθεντικοί – και για χρόνια, σε απόσταση.
Για χρόνια, κανείς δεν πίστευε πως η στιγμή θα ερχόταν, που οι δυο τους θα βρίσκονταν ξανά στο ίδιο κάδρο, πόσο μάλλον και στο ίδιο stage. Όμως ο χρόνος τα γιατρεύει όλα, κι οι Λίαμ και Νόελ έκαναν το μέχρι πρότινος αδιανόητο βήμα επανένωσης.
«Αυτό που μας ενδιέφερε πραγματικά ήταν: τι θα τους φέρει τελικά πιο κοντά;», αναρωτιέται ο σκηνοθέτης Ντίλαν Σάουδερν μιλώντας στο NEWS24/7. «Και τελικά το μαγικό συστατικό ήταν το κοινό», καταλήγει.
Η περιοδεία Oasis Live ‘25 βρήκε τους Γκάλαχερ ξανά να ερμηνεύουν μαζί, καθώς κοινό κάθε περιοχής του πλανήτη και κάθε γενιάς, έγινε κομμάτι της σπάνιας εμπειρίας. Ήταν για τις ανάγκες αυτής της –απαραίτητης– καταγραφής, που οι σκηνοθέτες Γουίλ Λάβλεϊς και Ντίλαν Σάουδερν συμφώνησαν να γυρίσουν το ντοκιμαντέρ Oasis: Don’t Look Back in Anger.
Να ακολουθήσουν τις πρόβες, να καταγράψουν τις συναυλίες, να αφουγκραστούν το συναίσθημα γύρω από αυτές, να ακούσουν και να μεταδώσουν τις ιστορίες των φανς. Και, κάπου στην πορεία, να επιχειρήσουν αυτό που φάνταζε άπιαστο όνειρο: Τις πρώτες κοινές συνεντεύξεις του Νόελ και του Λίαμ μετά από περισσότερα από 20 χρόνια.
Στο 83ο φεστιβάλ Βενετίας το Oasis: Don’t Look Back in Anger έκανε την παγκόσμια πρεμιέρα του, λίγο πριν την κυκλοφορία στις αίθουσες. (Η ταινία κυκλοφορεί στην Ελλάδα την Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου από την Feelgood Entertainment.) Σε ένα γενικά εκστατικό κλίμα, με τις μαρτυρίες από την ακριβοθώρητη Sala Grande να μιλούν για καταστάσεις συναυλιακής ευφορίας, και με τους δύο Γκάλαχερ παρόντες στο κόκκινο χαλί να δίνουν τον τόνο, μιλώντας μεταξύ τους, κάνοντας πλάκες, παίζοντας με το κοινό και με τις κάμερες.
Λίγο πριν την παγκόσμια πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ, οι σκηνοθέτες Γουίλ Λάβλεϊς και Ντίλαν Σάουδερν (αμφότεροι με μεγάλη πείρα στο μουσικό ντοκιμαντέρ) έκατσαν με το NEWS24/7 για να συζητήσουν τη σχέση τους με τους Oasis, τι είναι αυτό που τους κάνει μοναδικούς και διαχρονικούς, και πάνω από όλα: Το πώς ακριβώς συνέβη η πολυσυζητημένη επανένωση, και το πώς ήταν να καταγράφεις αυτή τη στιγμή στην κάμερά σου.
Όταν σας ζητήθηκε να σκηνοθετήσετε αυτό το ντοκιμαντέρ για την επανένωση των Oasis τι νιώσατε; Πανικό; Φόβο ότι ίσως όλα πάνε κατά διαόλου;
Ντίλαν Σάουδερν: Επειδή έχουμε κάνει μουσικά ντοκιμαντέρ στο παρελθόν, είχαμε αποφασίσει να κάνουμε ένα διάλειμμα και ίσως να κάνουμε ένα ντοκιμαντέρ για ένα διαφορετικό θέμα ή ένα εντελώς διαφορετικό project. Οπότε δεν ψάχναμε πραγματικά για ένα μουσικό ντοκιμαντέρ. Αλλά όταν ήρθαν και μας είπαν «θα σας ενδιέφερε αυτό;», μας έκανε να το ξανασκεφτούμε εντελώς.
Δεν θα έλεγες εύκολα όχι σε μια τέτοια ευκαιρία, ειδικά από τη στιγμή που μεγαλώσαμε στην Αγγλία τη δεκαετία του ’90 και οι Oasis ήταν τόσο μεγάλο κομμάτι της κουλτούρας τότε. Είχαν τόσο μεγάλη σημασία στη δική μας ζωή, που η απάντηση ήταν αμέσως «ναι».
Και μετά αρχίζεις να τρομάζεις, γιατί όλος ο κόσμος κοιτάζει αυτό το πράγμα και αφορά δύο αδέρφια που είναι διάσημα για το πόσο ευέξαπτοι είναι και, ξέρεις, δεν ξέραμε πώς θα κατέληγε. Οπότε ήταν ένα άμεσο «ναι» και μετά ένα «ωχ, τώρα πρέπει να το κάνω όσο καλύτερα γίνεται».
Πώς ήταν η κατάσταση μεταξύ τους όταν ξεκινήσατε το ντοκιμαντέρ;
Ντίλαν Σάουδερν: Στην αρχή, εκτός από τη φωτογραφία για την επανένωση της περιοδείας, δεν είχαν βρεθεί στον ίδιο χώρο για 15 χρόνια. Οπότε, όταν βλέπεις στην ταινία τις πρόβες και βλέπεις τον Λίαμ να μπαίνει, αυτή είναι κυριολεκτικά η πρώτη φορά που συμβαίνει, να είναι στον ίδιο χώρο.
Πραγματικά σου σηκωνόταν η τρίχα! Εμείς το παρακολουθούσαμε από απόσταση. Δεν ήμασταν μέσα στον χώρο μαζί τους, γιατί δεν θέλαμε να παρέμβουμε. Αλλά πραγματικά ήταν αυτό που λες «Ωχ, τώρα αυτό είναι αληθινό».
Και έγινε ακριβώς όπως το βλέπετε στην ταινία. Μπήκε, άφησε την τσάντα του, παραπονέθηκε για κάτι στα ντραμς και μετά είπε: «Λοιπόν, παιδιά, το κάνουμε;». Εγώ κι ο Γουίλ κοιταχτήκαμε και είπαμε: «Ουάου. Τι ακριβώς συνέβη τώρα;»
Γουίλ Λάβλεϊς: Εννοώ, προφανώς είχαν περάσει 15 χρόνια χωριστά και δεν ήταν ιδιαίτερα ευχάριστοι ο ένας προς τον άλλον. Αλλά όταν ο Λίαμ ξαναμπήκε στο δωμάτιο, ήταν κάπως σαν να επέστρεψαν στη δουλειά. Σαν να είπαν: «Πάμε απλώς να το κάνουμε».
Και σίγουρα αυτή ήταν η προσέγγισή τους. Δούλευαν πραγματικά σκληρά, κάτι που εξέπληξε εμένα και τον Ντίλαν: το πόσο σκληρά δούλευαν. Ήταν πολύ του τύπου «είναι δουλειά, πρέπει να το κάνουμε, πρέπει να είναι καταπληκτικό».
Ντίλαν Σάουδερν: Το να το βλέπεις στην πράξη πόσο αφοσιωμένοι ήταν… Είχαν, προφανώς, τις δικές τους ανησυχίες, γιατί έπειτα από 15 χρόνια θα ανέβαιναν ξανά στη σκηνή και όλος ο κόσμος θα τους κοιτούσε. Έπρεπε να είναι η καλύτερη εκδοχή των Oasis που μπορούσαν να είναι εκείνη τη στιγμή. Οπότε οι πρόβες ήταν πραγματικά έντονες και πολύ συγκεντρωμένες.
Μέχρι το τέλος των προβών αισθανθήκατε ότι η σχέση τους είχε κάπως ζεσταθεί; Γιατί, όπως λέτε, στην αρχή είναι τόσο ψυχρή. Σε ποιο σημείο, μέχρι το τέλος, είδατε να αλλάζει αυτό;
Ντίλαν Σάουδερν: Μέχρι το τέλος των προβών ήμασταν εντελώς αβέβαιοι. Ήταν λίγο-πολύ το ίδιο πράγμα κάθε μέρα. Γίνονταν όλο και καλύτεροι, αλλά δεν ήταν μέχρι να μπούμε στο μοντάζ και να δούμε το υλικό, να παρατηρήσουμε τις λεπτομέρειες στον τρόπο με τον οποίο διαπραγματεύονταν ο ένας τον άλλον, που μπορέσαμε να δούμε ότι κάτι συνέβαινε.
Μέχρι το τέλος των προβών εξακολουθούσαμε να λέμε: «Εντάξει, αλλά έχουν όντως συμφιλιωθεί; Πώς θα πάει αυτό;».
Γουίλ Λάβλεϊς: Αλλά ο Λίαμ λέει κάτι στην ταινία, λέει ότι δεν έκαναν παρέα στις πρόβες, και πραγματικά δεν έκαναν. Δούλευαν για δύο ή τρεις ώρες την ημέρα, ή όσο διαρκούσε η πρόβα. Οπότε, όταν φτάσαμε στο Κάρντιφ, ήμασταν σαν όλους τους άλλους στο κοινό που περίμεναν στο στάδιο. Δεν ξέραμε πώς θα πάει.
Υπήρχε το ενδεχόμενο να είχε πάει πραγματικά πολύ άσχημα;
Ντίλαν Σάουδερν: Ως κινηματογραφιστής και ως αφηγητής, όλα αυτά είναι για μένα ενδιαφέρουσες πιθανές εκβάσεις. Ίσως να τσακώνονταν και ίσως εμείς να ήμασταν εκεί για να το καταγράψουμε.
Αλλά ένιωθες ότι το βάρος των προσδοκιών όλου του κόσμου σήμαινε πως, ό,τι κι αν γινόταν, θα λειτουργούσε. Αυτό που μας ενδιέφερε πραγματικά ήταν: τι θα τους φέρει τελικά πιο κοντά; Και τελικά το μαγικό συστατικό ήταν το κοινό. Ήταν οι άνθρωποι που τους περίμεναν τόσο καιρό. Και το έβλεπες να συμβαίνει σε όλη τη διάρκεια της περιοδείας, συναυλία με τη συναυλία.
Δεν περίμεναν ότι η αντίδραση του κοινού θα ήταν τόσο συναισθηματική και τόσο μεγάλη. Και μπορούσες να τους βλέπεις να έρχονται όλο και πιο κοντά, και να βλέπεις την επίδραση που είχε αυτό στη σχέση τους όσο προχωρούσε η περιοδεία.
Πώς συνέβη λοιπόν η επανένωση; Πώς αποφάσισαν ότι «εντάξει, ας ξαναμπούμε μαζί στην αίθουσα να κάνουμε πρόβλες»; Ξέρετε τι συνέβη παρασκηνιακά;
Γουίλ Λάβλεϊς: Δεν ξέρω τις πολύ συγκεκριμένες λεπτομέρειες. Νομίζω ότι ήταν απλώς… Έχουν περάσει 15 χρόνια και οι άνθρωποι αλλάζουν. Και πέρυσι έμοιαζε να είναι η κατάλληλη στιγμή γι’ αυτούς.
Ντίλαν Σάουδερν: Ο Λίαμ το ζητούσε εδώ και πολύ καιρό, ενώ ο Νόελ το απέρριπτε για εξίσου μεγάλο διάστημα. Νομίζω ότι έφτασε σε ένα σημείο όπου αυτό δεν μπορούσε να συνεχιστεί για πάντα. Νομίζω ότι ήρθε μια πρόταση από κάπου και μετά άρχισαν οι άνθρωποι να μιλούν μεταξύ τους. Αλλά και πάλι, έπρεπε οι δυο τους να συμφωνήσουν.
Οπότε, ναι, νομίζω ότι ένα μέρος του είναι ίσως η ωριμότητα και το να φτάνεις σε ένα σημείο όπου… μπορείς να το επεξεργαστείς.
Γουίλ Λάβλεϊς: Ό,τι κι αν χρειάστηκε για να φτάσουν σε αυτό το σημείο, τώρα ήταν έτοιμοι να ανέβουν στη σκηνή μπροστά σε… ξέρεις, μπροστά σε όλους.
Και όλοι μπορούν να ταυτιστούν με το να έχουν τσακωθεί με κάποιον, με ένα αδερφάκι ή οτιδήποτε άλλο. Αλλά η ιδέα ότι πρέπει να συμφιλιωθείς μπροστά σε ολόκληρο τον κόσμο δεν είναι κάτι με το οποίο μπορείς πραγματικά να ταυτιστείς.
Οπότε νομίζω ότι αυτό είναι που έχει ενδιαφέρον: μπορείς να φανταστείς τη δική σου εκδοχή αυτής της ιστορίας, αλλά όχι σε αυτή την κλίμακα.
Δεν υπάρχει στην ταινία κάποια στιγμή όπου να τους βλέπουμε να κάθονται και να κάνουν μια μεγάλη συζήτηση μεταξύ τους. Πιστεύετε ότι αυτό συμβαίνει επειδή δεν έγινε ποτέ; Ότι η συμφιλίωση απλώς συνέβη μέσα από τη μουσική;
Γουίλ Λάβλεϊς: Δεν νομίζω ότι έκαναν ποτέ κάποια μεγάλη, καθιστή συζήτηση. Και δεν νομίζω ότι είναι άνθρωποι που θα έκαναν κάτι τέτοιο. Νομίζω ότι δεν θα συνέβαινε είτε υπήρχε κινηματογραφικό συνεργείο είτε όχι.
Σε εμάς δόθηκε η πρόσβαση που θέλαμε. Δεν είχαν επιτρέψει ποτέ σε κανέναν να κινηματογραφήσει τις πρόβες τους και μας επέτρεψαν να κινηματογραφήσουμε κάθε μέρα εκεί. Όταν τους πήραμε συνέντευξη, τους ρωτήσαμε ό,τι θέλαμε να τους ρωτήσουμε. Και απάντησαν με τον δικό τους, μοναδικό τρόπο.
Οπότε, από αυτή την άποψη, δεν είχαμε κάποιον ιδιαίτερο περιορισμό. Αυτό που δεν θέλαμε ήταν να μπλεχτούμε στη διαδικασία ή να την επηρεάσουμε. Δεν θέλαμε να βάλουμε μια κάμερα κάπου και να τους κάνουμε να κάνουν κάτι που κανονικά δεν θα έκαναν.
Οπότε είχαμε πλήρη επίγνωση ότι έπρεπε να είμαστε όσο πιο αόρατοι μπορούσαμε, τόσο στον χώρο των προβών όσο και στα παρασκήνια, λίγο πριν ανέβουν στη σκηνή.
Πώς ήταν η προετοιμασία της συνέντευξης που τους κάνατε; Αυτή η συνέντευξη γυρίστηκε, υποθέτω, προς το τέλος, μετά την περιοδεία; Πώς προέκυψε; Είχατε άγχος για το αν θα γίνει;
Ντίλαν Σάουδερν: Εννοώ, όπως συμβαίνει με κάθε τέτοιο ντοκιμαντέρ, ήταν κάπως μια διαδικασία κατάκτησης της εμπιστοσύνης τους, βήμα-βήμα. Τους πήραμε συνέντευξη ακόμη και πριν από τις πρόβες, αλλά ξεχωριστά. Για λόγους αφήγησης… ξέρεις, κανείς δεν ήξερε τι επρόκειτο να συμβεί. Υπήρχε μεγάλη αβεβαιότητα.
Οπότε θέλαμε να ακούσουμε τις φωνές τους ξεχωριστά στην αρχή. Και στην αρχή των γυρισμάτων πιθανότατα δεν επρόκειτο να υπάρξει κοινή συνέντευξη. Δεν επρόκειτο να συμβεί.
Αλλά όσο προχωρούσε η περιοδεία, αυτό γινόταν όλο και πιο πιθανό. Κερδίζαμε την εμπιστοσύνη τους, η περιοδεία προχωρούσε και η ιστορία της περιοδείας άρχισε να γίνεται η καλή είδηση της χρονιάς. Και έτσι η κοινή συνέντευξη έγινε πολύ, πολύ πιο πιθανή.
Και ήταν μια τόσο ωραία συνέντευξη. Ήταν και οι δύο σαν κωμικοί. Ήταν ξεκαρδιστικό. Και ήταν πραγματική χαρά να τους βλέπεις να θυμούνται πράγματα μαζί και να κάθονται ο ένας δίπλα στον άλλον. Σίγουρα ήταν μία από τις κορυφαίες στιγμές των γυρισμάτων.
Ποια είναι η δική σας σχέση με τους Oasis; Είναι ένα συγκρότημα που σημάδεψε μια γενιά, αλλά ταυτόχρονα επειδή είστε και κινηματογραφιστές, έχει έξτρα ενδιαφέρον το ότι είναι και απίστευτοι χαρακτήρες, δηλαδή δε μπορείς να γράψεις χαρακτήρες σαν αυτούς.
Ντίλαν Σάουδερν: Θυμάμαι ότι τους είδα για πρώτη φορά τότε, πριν από το ίντερνετ, πριν μπορείς να ψάξεις ένα συγκρότημα και να ακούσεις ό,τι είχε ηχογραφήσει ποτέ και να ξέρεις τα πάντα γι’ αυτό. Είδα μια φωτογραφία τους είτε στο NME είτε στο Melody Maker και θυμάμαι απλώς να σκέφτομαι: «Ω, φαίνονται cool».
Υπήρχε ένας θόρυβος γύρω από αυτούς εκείνη την εποχή. Θυμάμαι ότι στο εξώφυλλο του NME υπήρχε μια δωρεάν κασέτα της Creation Records και ένα από τα κομμάτια ήταν το demo του Cigarettes & Alcohol. Θυμάμαι ότι το άκουσα και σκέφτηκα: «Ω, φαίνονται cool, ακούγονται cool. Πρέπει να τους δω».
Και την πρώτη φορά που τους είδα ήμουν 16. Ήταν σε έναν χώρο που λεγόταν Adelphi, στο Χαλ, απ’ όπου κατάγομαι. Ήταν ένα σπίτι με μεσοτοιχία που είχε μετατραπεί παράνομα σε συναυλιακό χώρο τη δεκαετία του ’70. Ήταν ένας πολύ μικρός χώρος, από αυτούς στους οποίους παίζεις όταν ένα συγκρότημα βρίσκεται στον δρόμο προς την επιτυχία.
Ήμασταν κάπως αρκετά μεγάλοι για να είμαστε στην κατάλληλη ηλικία για τους Oasis, αλλά χάσαμε για λίγο τους Stone Roses και όλη εκείνη τη σκηνή του Μάντσεστερ μερικά χρόνια νωρίτερα. Είναι σημαντικό ότι εκείνη την εποχή δεν έβλεπες συγκροτήματα –τουλάχιστον εγώ δεν έβλεπα– που να προέρχονται από το ίδιο περίπου υπόβαθρο με εμένα. Και είχαν μια στάση που ήταν πραγματικά αναζωογονητική.
Και η μουσική, ειδικά οι πρώιμοι Oasis, που ήταν λίγο πιο τραχιά και ωμή, μου φαινόταν πραγματικά συναρπαστική. Οπότε ήμουν φαν. Το πρώτο άλμπουμ, το δεύτερο άλμπουμ… Μετά εξερεύνησα διαφορετική μουσική αργότερα στη ζωή μου, αλλά το να επιστρέψω σε αυτούς ήταν μια εκπληκτική εμπειρία.
Γουίλ Λάβλεϊς: Νομίζω ότι το εκπληκτικό είναι πως –και πιθανότατα αυτός είναι ένας από τους λόγους που, παράλληλα με τη μουσική, ο κόσμος ήθελε να πάει σε αυτές τις συναυλίες– δεν έχουν πραγματικά αλλάξει.
Είναι οι ίδιοι άνθρωποι. Φυσικά, ίσως έχουν μετριάσει κάπως τους τόνους τους έχοντας περάσει χρόνο χωριστά. Αλλά εξακολουθούν να μη φοβούνται να πουν αυτό που θέλουν να πουν. Και είναι οι ίδιοι τύποι με τους οποίους ο κόσμος ταυτίζεται, γιατί μοιάζουν κάπως φυσιολογικοί. Κάνουν λάθη και κάνουν όλα αυτά τα πράγματα που κάνουν και οι άλλοι άνθρωποι. Οπότε νομίζω ότι αυτή ήταν πάντα μια από τις πηγές της έλξης προς αυτούς, παράλληλα με τη μουσική.
Στην ταινία βλέπουμε ότι υπάρχουν τόσοι πολλοί νέοι άνθρωποι στο κοινό, και μιλάμε για ανθρώπους που ίσως δεν είχαν καν γεννηθεί τη δεκαετία του ’90. Γιατί η μουσική τους εξακολουθεί να έχει τόσο μεγάλη απήχηση στη νεότερη γενιά;
Γουίλ Λάβλεϊς: Κι εμείς κάπως προσπαθήσαμε να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα στην ταινία. Γιατί; Γιατί τώρα; Και σίγουρα υπάρχει κάποια μαγεία εκεί.
Αυτή η μουσική συνδέεται με ανθρώπους που είναι πολύ νεότεροι και δεν είχαν καν γεννηθεί όταν γράφτηκε. Και αυτό ήταν κάτι που νομίζω ότι εξέπληξε τους πάντες, τόσο το συγκρότημα όσο και την ομάδα μας: Το πόσο νέοι ήταν οι θεατές.
Μπήκαμε σε αυτό το project πιστεύοντας ότι θα υπήρχαν πολύ περισσότεροι άνθρωποι που ήταν οπαδοί των Oasis από την πρώτη εποχή τους. Αλλά δεν ήταν έτσι. Υπήρχε ένα πλήρες μείγμα και, στην πραγματικότητα, πιθανότατα περισσότεροι νέοι από οτιδήποτε άλλο.
Και γιατί συμβαίνει αυτό; Δεν ξέρω. Αλλά νομίζω ότι αυτό ήταν που το έκανε τόσο ξεχωριστό.
Ντίλαν Σάουδερν: Υπάρχουν κάποιοι λόγοι που βγάζουν νόημα. Οι αρχικοί φανς των Oasis έχουν μεταδώσει τη μουσική τους στα παιδιά τους και ούτω καθεξής. Μετά, οι άνθρωποι καταναλώνουν τη μουσική με διαφορετικό τρόπο. Τώρα όλα είναι διαθέσιμα σε όλους και υπάρχουν νέοι άνθρωποι που τους ανακαλύπτουν.
Αλλά νομίζω ότι η πραγματική απάντηση πρέπει να είναι πως υπάρχει κάτι στη μουσική τους. Γιατί υπήρχαν τόσα συγκροτήματα εκείνη την εποχή που έκαναν παρόμοια πράγματα, αλλά μόνο οι Oasis και τα τραγούδια τους είχαν τον αντίκτυπο και το αποτύπωμα που είχαν εκείνοι.
Και υπάρχει κάτι σε αυτό που αναζητούσε ο Νόελ ως τραγουδοποιός. Τα τραγούδια είναι αρκετά ασαφή ώστε να μπορείς να πάρεις κάτι που συμβαίνει στη δική σου ζωή και να το κάνεις να αφορά αυτό. Και μπορούν να είναι διαφορετικά για κάθε άνθρωπο που τα ακούει.
Οι συζητήσεις με τους φανς είναι μεγάλο κομμάτι της ταινίας. Σας εξέπληξε κάτι που ακούσατε;
Γουίλ Λάβλεϊς: Υπήρχε μια γυναίκα στη Νότια Κορέα που είπε κάτι του στυλ: «Αν πέσεις κάτω, άλλα συγκροτήματα μπορεί να σε βοηθήσουν να σηκωθείς. Αυτό το συγκρότημα, όμως, πέφτει κάτω και σηκώνεται και σε βοηθάει να σηκωθείς κι εσύ μαζί του».
Το παραφράζω πολύ άσχημα [γελάει], αλλά υπάρχει κάτι στον τρόπο που υφίστανται, στο από πού προέρχονται, που νομίζω ότι συνδέεται με ανθρώπους που δεν θα περίμενες απαραίτητα να είναι φανς των Oasis. Και όταν πήγαμε σε μέρη όπως η Νότια Κορέα, ήταν απίστευτο το πόσο τεράστιοι ήταν εκεί και πόσο νεανικό ήταν το κοινό τους.
Το ντοκιμαντέρ Oasis: Don’t Look Back in Anger κυκλοφορεί στις αίθουσες στις 10 Σεπτεμβρίου από την Feelgood Entertainment. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στο 83ο φεστιβάλ Βενετίας.