Η μπαρόκ μουσική αναπνέει αλλιώς: Έχει πάθος, ρίσκο και αυτοσχεδιασμό
Διαβάζεται σε 9'
Το μπαρόκ υπήρξε πολύ πιο τολμηρό, ελεύθερο και αυτοσχεδιαστικό απ’ όσο αφήνει να φανεί η αυστηρή του εικόνα. Λίγο πριν από το Athens Baroque Festival, τρεις συντελεστές εξηγούν στο NEWS 24/7 γιατί αυτή η μουσική αιώνων εξακολουθεί να ακούγεται ζωντανή.
- 15 Σεπτεμβρίου 2026 06:29
Η λέξη «μπαρόκ» φέρνει συχνά στον νου μια μουσική περίτεχνη, αυστηρή και κάπως απόμακρη, φυλαγμένη πίσω από τη βιτρίνα μιας άλλης εποχής. Οι άνθρωποι του μουσικού φεστιβάλ Athens Baroque Festival (ABF) την περιγράφουν εντελώς διαφορετικά: ως μια τέχνη ανήσυχη και ανολοκλήρωτη, γεννημένη μέσα από τον πειραματισμό, που επιχείρησε να χωρέσει στον ήχο όσα δύσκολα αντέχει ο άνθρωπος – τον έρωτα, τον πόνο, το σκοτάδι, τη μελαγχολία, αλλά και την ομορφιά.
Αυτήν ακριβώς τη ζωντανή και ανυπάκουη πλευρά της παλαιάς μουσικής αναζητά το Athens Baroque Festival, από τις 24 έως τις 27 Σεπτεμβρίου στη Γερμανική Ευαγγελική Εκκλησία Αθηνών. Τέσσερις ημέρες συναυλιών ξεδιπλώνουν τις διαφορετικές εκδοχές του μπαρόκ, από τα ανθρώπινα πάθη και τον αυτοσχεδιασμό μέχρι τον Μπαχ και τον ιδιαίτερο ήχο των οργάνων εποχής. Μιλήσαμε με τρεις από τους ανθρώπους του φεστιβάλ για μια μουσική που δεν ζητά να αντιμετωπίζεται ως μουσειακό έκθεμα, αλλά να ακούγεται στο παρόν.
Αναστασία Μηλιώρη: «Το νήμα που τα συνδέει όλα είναι η κοινή γλώσσα»
Το φετινό πρόγραμμα αγκαλιάζει, όπως αναφέρετε, «τις αντιθέσεις και την ποικιλομορφία». Πώς μεταφράζεται αυτή η πρόθεση στις συναυλίες και ποιο νήμα τις συνδέει;
Η Αναστασία Μηλιώρη, βιολονίστρια, τραγουδίστρια, παιδαγωγός και καλλιτεχνική διευθύντρια του ABF, απαντά: «Αν ρίξει κάποιος μια ματιά στο πρόγραμμα του φεστιβάλ θα δει μουσικές από την Ισπανία και την Πορτογαλία, μουσικές από τη Γαλλία, αλλά και από την Γερμανία. Και μόνο αυτή η χωροταξική ποικιλία για τη μουσική του μπαρόκ – όπου το κάθε έθνος είχε το δικό του ύφος και “γούστο” – είναι μοναδική.
Χρονικά το ρεπερτόριο εκτείνεται από έργα από τη συλλογή Cancionero de Palacio των τελών 15ου – αρχών 16ου αιώνα και συνθέτες της Αναγέννησης όπως οι Luys de Narvaez και Diego Ortiz, μέχρι έργα των J.MHotteterre, Μ. Blavet, M. de la Barre και J.S.Bach που φτάνουν στις αρχές-μέσα του 18ου αιώνα. Πρόκειται για μία μεγάλη γκάμα ρεπερτορίου χρονικά, αν σκεφτεί κάνεις ότι μέσα σ’ αυτά τα χρόνια έγιναν κοσμογονικές (!) αλλαγές στη δομή, στα είδη, στα όργανα και τη λειτουργία τους.
Ποικιλία θα συναντήσει κανείς και στα υπέροχα ιστορικά μουσικά όργανα και στις συνθέσεις των συνόλων – όργανα που παίρνουν άλλοτε σολιστικό και άλλοτε συνοδευτικό ρόλο, αλλά και στις θεματικές των έργων: από τις χαρές και τις λύπες του έρωτα (βλ. συναυλία 24/9) ως την χειραφέτηση της γυναίκας (βλ. συναυλία 26&27/9). Το νήμα που τα συνδέει όλα, είναι η κοινή γλώσσα της ιστορικής ερμηνείας, η κοινή μουσική πρόθεση αλλά και το πάθος των σύγχρονων ερμηνευτών.»
Η μπαρόκ μουσική συχνά αντιμετωπίζεται ως ένα αυστηρό, εξειδικευμένο είδος. Ποια εικόνα της θέλετε να πάρει μαζί του ένας ακροατής που έρχεται για πρώτη φορά σε επαφή μαζί της;
«Ναι, η αλήθεια είναι ότι υπάρχει εξειδίκευση στις σπουδές της μουσικής του μπαρόκ, όπως και της αναγέννησης, και ο λόγος είναι ότι πρόκειται για πιο παλιές μουσικές και με μεγαλύτερες αποκλίσεις, οπότε χρειάζεται ψάξιμο, έρευνα. Αυστηρό είδος θεωρούνταν μέχρι πριν μερικές δεκαετίες γιατί μας έλειπε η γνώση και η έρευνα, οπότε βάζαμε αποστειρωμένους κανόνες, καταλήγοντας σε μία ερμηνεία πολύ στυλιζαρισμένη. Αυτό πλέον έχει αλλάξει τελείως με την ιστορική ερμηνεία (η γνώση είναι δύναμη) και φυσικά τη σύγχρονη ματιά των νέων ερμηνευτών.
Η μουσική του μπαρόκ δεν είναι γυαλιστερή. Δεν λάμπει, ούτε μοσχοβολάει. Είναι μια μουσική υπό διαμόρφωση, υπό πειραματισμό. Μια στραβή, ατελής και παραμορφωμένη ύλη που παλεύει να γίνει μαργαριτάρι. Η μουσική του μπαρόκ δημιούργησε προβλήματα…ίσως επειδή για πρώτη φορά ιστορικά θέλησε με τέτοιο τρόπο να περιγράψει τα ανθρώπινα πάθη. Έχει ασχήμια, έχει πόνο, έχει σκοτάδι, έχει παράνοια, έχει μελαγχολία, αλλά έχει και ομορφιά, πνευματική ανάταση και φως. Χρειαζόμαστε τη μουσική για να περιγράψει τα ανθρώπινα πάθη και κατ’ επέκταση να τα κάνει υποφερτά.»
Γεράσιμος Χοϊδάς: «Aνούσιες μου φαίνονται οι ερμηνείες που αρκούνται στην απλή ανάγνωση μιας παρτιτούρας»
Ο Γεράσιμος Χοϊδάς Πιανίστας, τσεμπαλίστας, ερμηνευτής σε ιστορικά πληκτροφόρα, είναι ο πλέον κατάλληλος άνθρωπος για να μας πει τι αλλάζει στην ακρόαση όταν τα έργα ερμηνεύονται με όργανα εποχής και ιστορικές τεχνικές;
«Αυτό το ερώτημα έρχεται και ξανάρχεται διαρκώς σε έναν ερμηνευτή μπαρόκ μουσικής, ανάλογα και με το μέρος του πλανήτη στο οποίο βρίσκεται. Σε μεγάλο κομμάτι του κόσμου έχει απαντηθεί δια παντός και το κοινό πια έχει εγκαταλείψει οριστικά τις «πειραματικές» εκτελέσεις μουσικών οι οποίοι παίζουν την παλαιά μουσική «με το δικό τους ένστικτο» ή μιμούμενοι κάποια φιγούρα μεγάλης επιρροής του περασμένου αιώνα, και αναζητούν την καθαρότητα, την ευθύτητα και τη φρεσκάδα των οργάνων εποχής.
Αν το καλοσκεφτούμε, οι «προβληματικές» λέξεις είναι: «ιστορική» ερμηνεία, «παρελθόν», «σήμερα». Μια επιφανειακή προσέγγιση φαντάζεται το «ιστορικό», το «εποχής» ως κάτι από το «παρελθόν» που είναι ακίνητο, στατικό, παλαιό, ξεπερασμένο, μουσειακό. Ενώ το «σήμερα» είναι νέο, μοντέρνο, προηγμένο, καλύτερο. Ωστόσο, το να αντιμετωπίζεται η Τέχνη με όρους τεχνολογίας δεν είναι το ζητούμενο από έναν πραγματικό εραστή της. Η Μουσική είναι η Τέχνη των Ήχων και ο ήχος παράγεται από τα όργανα. Μέρος της συνθετικής διαδικασίας είναι όχι μόνο η επιλογή των οργάνων αλλά και η παραγωγή μουσικής η οποία να εκφέρεται ιδανικά από τα συγκεκριμένα όργανα. Επομένως, για έναν απαιτητικό σύγχρονο ακροατή, το να αλλάζεις τον ηχητικό καμβά, αντικαθιστώντας τα όργανα του Μπαχ με καινούρια (π.χ. το τσέμπαλο με το πιάνο) ισοδυναμεί με αλλοίωση του ίδιου του ήχου, αναπόσπαστου μέρους της μουσικής και του χαρακτήρα του έργου (αφού τα 2 όργανα έχουν εντελώς διαφορετικό ηχητικό σύμπαν). Φυσικά, αυτό μας απομακρύνει από το πνεύμα του ίδιου του Μπαχ, το οποίο υποτίθεται ότι θαυμάζουμε!
Επομένως, ο μουσικός που παίζει με όργανα εποχής και ιστορικά ενήμερη ερμηνεία, δεν είναι ένας τύπος που ξεθάβει ξεπερασμένες και σκονισμένες εποχές για να κάνει τη σκηνή μουσείο. Είναι ένας παθιασμένος και με μεγάλη περιέργεια μουσικός, που επιθυμεί να πλησιάσει όσο περισσότερο μπορεί στο συνθέτη και στο τι μπορεί αυτή η μουσική πραγματικά να ξεσηκώσει σε έναν άνθρωπο.
Η περιέργειά του αυτή δεν είναι απλώς φιλομάθεια ή σχολαστικότητα. Είναι αγάπη, είναι αυτό που δεν τον αφήνει να ησυχάσει αν δεν μάθει τα πάντα γύρω από τη μουσική που παίζει, κι αν δεν ακούσει το πραγματικό πνεύμα του Μπαχ να χορεύει εκεί τριγύρω του. Ως προσωπικό σχόλιο θα έλεγα ότι, εμένα, μουσειακές και ανούσιες μου φαίνονται οι ερμηνείες που αρκούνται στην ανάγνωση μιας παρτιτούρας, δίχως κανένα άλλο μέσο σύνδεσης με τον συνθέτη και το ηχητικό του σύμπαν!».
Γιάννης Ευσταθόπουλος: «Η ελευθερία αρχίζει από τη γνώση των κανόνων»
Οι μουσικοί της εποχής του μπαρόκ ήταν σε μεγάλο βαθμό αυτοσχεδιαστές, σχεδόν όπως οι μουσικοί της τζαζ. Ο Γιάννης Ευσταθόπουλος, κιθαρίστας, παιδαγωγός και ερευνητής μας απαντά στο μήπως στην προσπάθεια να ερμηνεύσουμε αυτή τη μουσική «σωστά», κινδυνεύουμε να της αφαιρέσουμε το ρίσκο, την ελευθερία και τον αυθορμητισμό που είχε όταν γεννήθηκε;
«Είναι πράγματι ένα πολύ εύλογο ερώτημα, καθώς η μουσική της Αναγέννησης και του Μπαρόκ είναι ίσως περισσότερο από κάθε άλλο είδος συνδεδεμένη με την έρευνα γύρω από την ιστορική εκτέλεση. Θα μπορούσε λοιπόν κανείς να πει ότι υπάρχει ο κίνδυνος όλη αυτή η γνώση να λειτουργήσει εις βάρος μιας πιο ελεύθερης και αυθόρμητης μουσικής επικοινωνίας.
Από την άλλη, ακριβώς επειδή είναι ένας χώρος που βασίζεται τόσο πολύ στην έρευνα, βρίσκεται και σε συνεχή εξέλιξη. Υπάρχουν σύνολα που έχουν κατακτήσει ένα πολύ μεγάλο κοινό ακριβώς επειδή αναζητούν νέες ιδέες, δοκιμάζουν τα όρια των κανόνων και δημιουργούν κάτι πραγματικά καινούριο.
Άλλωστε, ο στόχος μας δεν είναι να αναπαράγουμε «μουσειακά» αυτή τη μουσική, αλλά να εντρυφήσουμε σε αυτήν. Η ελευθερία στο πλαίσιο αυτής της μουσικής προϋποθέτει να γνωρίζει κανείς τους κανόνες, τη γλώσσα και τους ιδιωματισμούς της σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αποτελούν πλέον βίωμα και να μπορεί να εκφραστεί μέσα από αυτήν. Έτσι μπορούμε τελικά να φτάσουμε σε μια αυθόρμητη δημιουργία, όπως θα έκανε ένας μουσικός της τζαζ.»
«Τα παιδιά αναγνωρίζουν ό,τι είναι αυθεντικό»
Το φεστιβάλ επενδύει και στη γνωριμία των παιδιών με τα όργανα εποχής. Τι χρειάζεται για να καλλιεργηθεί ένα νέο κοινό για την παλαιά μουσική; Η Αναστασία Μηλιώρη μας εξηγεί:
«Ναι είναι δεύτερη χρονιά φέτος που παρουσιάζουμε εκπαιδευτικό πρόγραμμα για παιδιά ηλικίας 6-12. Είναι κάτι που κάνουμε με μεγάλη χαρά καθώς αρκετοί από εμάς είμαστε μουσικοί παιδαγωγοί σε σχολεία. Τα παιδιά δέχονται με απίστευτη φυσικότητα οτιδήποτε είναι αυθεντικό.
Το νέο κοινό για να δημιουργηθεί, χρειάζεται να έχει όσο γίνεται περισσότερα ζωντανά ακούσματα, να έχει τις ευκαιρίες να παρακολουθεί από κοντά συναυλίες με μουσικές και όργανα αυτής της εποχής σε διάφορους χώρους, μικρότερους και μεγαλύτερους με ωραία ακουστική. Μέσα στα σχολεία, μέσα στην τάξη ν’ ακούν από τους δασκάλους τους ερμηνείες από ωραία σύνολα – υπάρχουν δεκάδες στο διαδίκτυο.
Να κατανοήσουν την αξία του φυσικού ήχου και την ομορφιά του να “κοπιάζω” να τιθασεύσω ένα όμορφο όργανο, που αρχικά μπορεί να με δυσκολεύει…. Την ομορφιά του να αναδημιουργώ ήχους του απώτερου και εγγύτερου παρελθόντος, σ’ έναν κόσμο που τα θέλει όλα αυτόματα, γρήγορα, τεχνητά – με αποτέλεσμα τα παιδιά να οδηγούνται στη μελαγχολία και στην απουσία νοήματος.
Να καταλάβουν οι νέοι άνθρωποι, ότι αυτή η μουσική τους αφορά γιατί είναι διαχρονική και πανανθρώπινη, όπως ένα δυνατό κείμενο που μιλάει βαθιά στην ψυχή του ανθρώπου κάθε εποχής. Εδώ όμως είναι και η δική μας ευθύνη ως παιδαγωγοί αλλά και ως ερμηνευτές, να έχουμε μια αμεσότητα και μία αυθεντικότητα στην προσέγγισή μας, και να μην συμπεριφερόμαστε ως ελιτ, ανανεώνοντας συνεχώς τα παιδαγωγικά και ερμηνευτικά μας εργαλεία.»